Οι εγκέφαλοι μητέρας -παιδιού συγχρονίζονται όταν παίζουν μαζί

Έρευνα του University of Nottingham εξετάζει αν η αλλαγή γλώσσας επιδρά στον εγκεφαλικό συγχρονισμό

Οι εγκέφαλοι μητέρας -παιδιού συγχρονίζονται όταν παίζουν μαζί

Την επιρροή της γλώσσας στον δεσμό μητέρας-παιδιού επιχειρεί να φωτίσει νέα έρευνα του University of Nottingham, εξετάζοντας αν και κατά πόσο η διγλωσσία επηρεάζει τη μεταξύ τους σύνδεση σε επίπεδο εγκεφαλικής λειτουργίας. Επικεφαλής της μελέτης είναι η ερευνήτρια της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου, Ευστρατία Παπουτσέλου.

Στο πλαίσιο της έρευνας, μια μητέρα παίζει με το δίγλωσσο παιδί της χρησιμοποιώντας τουβλάκια και κάνοντας αστείες γκριμάτσες, εναλλάσσοντας γλώσσα στην επικοινωνία τους. Τα χαμόγελα και η αίσθηση συνεργασίας θυμίζουν μια καθημερινή οικογενειακή στιγμή.

Την ίδια ώρα, σε μικρή απόσταση, οι ερευνητές καταγράφουν την εγκεφαλική δραστηριότητα των δύο συμμετεχόντων. Το ενδιαφέρον τους δεν εστιάζεται στις λέξεις που ανταλλάσσονται, αλλά στο αν οι εγκέφαλοί τους παραμένουν συγχρονισμένοι όταν αλλάζει η γλώσσα επικοινωνίας.

Τι είναι ο εγκεφαλικός συγχρονισμός

Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται ο λεγόμενος «εγκεφαλικός συγχρονισμός» - η ταυτόχρονη ενεργοποίηση νευρωνικών δικτύων σε ανθρώπους που επικοινωνούν ή συνεργάζονται. Το φαινόμενο αυτό έχει συνδεθεί με τη συναισθηματική εγγύτητα, την αποτελεσματική επικοινωνία και τη δημιουργία ισχυρών δεσμών, ιδιαίτερα μεταξύ γονέων και παιδιών.

«Ο εγκεφαλικός συγχρονισμός είναι σχεδόν σαν μουσικά όργανα που παίζουν μαζί. Δεν σημαίνει ότι ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό, αλλά ότι στο τέλος εναρμονίζονται και παράγουν κάτι που βγάζει νόημα», επισημαίνει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Ευστρατία Παπουτσέλου.

Όπως εξηγεί, ο συγχρονισμός δεν συνεπάγεται ταυτόσημη δραστηριότητα, αλλά μια σταδιακή εναρμόνιση των εγκεφαλικών λειτουργιών, που οδηγεί σε ουσιαστική επικοινωνία και σύνδεση.

Το ερευνητικό κενό και η αφετηρία της μελέτης

Η ερευνήτρια, που γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, σπούδασε Νευροεπιστήμες στο King's College London και ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στο University of Nottingham, εστιάζει επιστημονικά στην απώλεια ακοής, τη γλωσσική ανάπτυξη και την επικοινωνία στην παιδική ηλικία.

Ζώντας επί χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρατήρησε ότι τα δίγλωσσα παιδιά συχνά αποκλείονται από μελέτες, με αποτέλεσμα τα ερευνητικά δεδομένα να μην αντανακλούν πλήρως τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με στοιχεία του πανεπιστημίου, το ποσοστό των δίγλωσσων οικογενειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε από 8% το 2014 σε 15,6% το 2023 - μια μεταβολή που καθιστά το ζήτημα ακόμη πιο επίκαιρο.

Πώς σχεδιάστηκε το πείραμα

Στη μελέτη συμμετείχαν 15 ζεύγη μητέρων και παιδιών που ζουν στη Βρετανία. Οι μητέρες, με μέση ηλικία τα 38 έτη, είχαν διαφορετικές μητρικές γλώσσες και υψηλό επίπεδο αγγλικών. Τα παιδιά, ηλικίας 3 έως 4 ετών, είχαν γεννηθεί στη χώρα και μεγάλωναν σε δίγλωσσο περιβάλλον.

Η επιλογή της νηπιακής ηλικίας δεν ήταν τυχαία, καθώς πρόκειται για κρίσιμη περίοδο γλωσσικής και συνολικής αναπτυξιακής εξέλιξης.

Για τη μέτρηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος hyperscanning - ταυτόχρονη καταγραφή της εγκεφαλικής λειτουργίας δύο ατόμων που αλληλεπιδρούν. Μητέρες και παιδιά φορούσαν ειδικά καλύμματα κεφαλής με οπτικούς αισθητήρες (fNIRS), οι οποίοι κατέγραφαν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Οι τρεις συνθήκες αλληλεπίδρασης

Τα ζεύγη συμμετείχαν σε ελεύθερο παιχνίδι, χωρίς προκαθορισμένους διαλόγους, ώστε η αλληλεπίδραση να είναι φυσική και οικεία.

Το παιχνίδι πραγματοποιήθηκε σε τρεις διαφορετικές συνθήκες: επικοινωνία στη μητρική γλώσσα της μητέρας, επικοινωνία στα αγγλικά και απασχόληση μητέρας και παιδιού σε ξεχωριστούς χώρους.

Οι ερευνητές ήθελαν να διαπιστώσουν αν η χρήση της δεύτερης γλώσσας - την οποία οι γονείς συχνά κατέχουν σε υψηλό επίπεδο αλλά όχι με την ίδια συναισθηματική άνεση - επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο συγχρονίζονται εγκεφαλικά με τα παιδιά τους.

Τα ευρήματα

Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Cognition, έδειξαν ότι ο εγκεφαλικός συγχρονισμός εμφανιζόταν και στις δύο γλωσσικές συνθήκες. Με άλλα λόγια, η χρήση μιας δεύτερης γλώσσας δεν διαταράσσει τη νευρωνική σύνδεση που υποστηρίζει τη δημιουργία δεσμού και την επικοινωνία.

Ο συγχρονισμός ήταν ιδιαίτερα έντονος στον προμετωπιαίο φλοιό, περιοχή που σχετίζεται με τη λήψη αποφάσεων, τον σχεδιασμό, τη συνεργασία και τη ρύθμιση των συναισθημάτων. Παρουσιάστηκε επίσης συγχρονισμός στην κροταφοβρεγματική περιοχή - που συνδέεται με την κατανόηση των προθέσεων και της οπτικής του άλλου - αν και σε μικρότερο βαθμό.

Τα επόμενα βήματα

Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει να επεκτείνει τη μελέτη σε οικογένειες με διαφορετικά επίπεδα γνώσης της αγγλικής γλώσσας, αλλά και να εξετάσει την αλληλεπίδραση των παιδιών με άλλα μέλη του οικογενειακού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Σε εξέλιξη βρίσκονται ήδη έρευνες για τη διαδραστική επικοινωνία μητέρων με παιδιά που φέρουν κοχλιακά εμφυτεύματα.

Η μελέτη καταλήγει πως η διγλωσσία δεν αποδυναμώνει τον δεσμό μητέρας-παιδιού σε νευρωνικό επίπεδο. Αντίθετα, ο εγκέφαλος βρίσκει τρόπους να «συγχρονίζεται», ακόμη και όταν αλλάζει η γλώσσα επικοινωνίας - επιβεβαιώνοντας ότι ο δεσμός δεν περιορίζεται στις λέξεις, αλλά θεμελιώνεται στη βαθύτερη ανθρώπινη σύνδεση.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή