Η ληστεία του αιώνα: Το μυστήριο με τους κλεμμένους πίνακες αξίας 500 εκατ. από μουσείο
Τι αποκαλύπτει πρώην πράκτορας του FBI που είχε αναλάβει την έρευνα
Snapshot
- Η ληστεία 13 έργων τέχνης από το Μουσείο Isabella Stewart Gardner το 1990 παραμένει ανεξιχνίαστη και η αξία της λείας εκτιμάται σε πάνω από 500 εκατομμύρια δολάρια.
- Το FBI γνώριζε τους δράστες το 2013 αλλά δεν τους αποκάλυψε, ενώ πρώην πράκτορας του FBI αποκαλύπτει σε νέο βιβλίο τα ονόματα των υπόπτων και λεπτομέρειες της έρευνας.
- Πολλοί ύποπτοι και μάρτυρες που σχετίζονταν με τη ληστεία δολοφονήθηκαν ή πέθαναν υπό ύποπτες συνθήκες τις δεκαετίες που ακολούθησαν.
- Ένας φρουρός του μουσείου θεωρήθηκε ύποπτος για βοήθεια στους ληστές, αλλά δεν καταδικάστηκε λόγω παραγραφής των αδικημάτων και αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή.
- Τα έργα τέχνης θεωρείται ότι έχουν κρυφτεί και είναι αδύνατο να πωληθούν δημόσια, με την ελπίδα να εμφανιστούν στο μέλλον μετά τον θάνατο των δραστών.
Ανεξιχνίαστη παραμένει εδώ και δεκαετίες, η ληστεία 13 έργων τέχνης από το Μουσείο Isabella Stewart Gardner στη Βοστώνη με τη λεία να υπολογίζετε ότι ξεπερνά σήμερα τα 500 εκατομμύρια δολάρια.
Η ληστεία, που έγινε το 1990, έχει περάσει στην ιστορία καθώς ακόμη δεν έχουν εντοπιστεί οι δράστες. Το 2013, το FBI δήλωσε ότι γνώριζε ποιοι ήταν οι υπεύθυνοι για τη ληστεία στο μουσείο της Βοστώνης, αλλά αρνήθηκε να τους κατονομάσει με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν εικασίες για τα ονόματα των ληστών που συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι σήμερα.
Ένας πρώην πράκτορας του FBI που ηγήθηκε της έρευνας για περισσότερο από δύο δεκαετίες δίνει σε ένα νέο βιβλίο όλες τις λεπτομέρειες της αστυνομικής έρευνας και αποκαλύπτει δημοσίως τα ονόματα των ανδρών που πιστεύει ότι εμπλέκονταν. Το βιβλίο, με τίτλο «Thirteen Perfect Fugitives», ο Τζέφρι Κέλι ανατρέχει στο πώς τα έργα τέχνης μετακινήθηκαν μέσω εγκληματικών δικτύων και πώς δολοφονήθηκαν βασικοί ύποπτοι και μάρτυρες.
Η ειρωνεία που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης είναι η επιθυμία της Ιζαμπέλα Στιούαρτ Γκάρντνερ να παραμείνει το μουσείο της «παγωμένο» στο χρόνο, καθώς όρισε στη διαθήκη της ότι τίποτα στο κτίριο δεν θα άλλαζε μετά το θάνατό της. Η Ιζαμπέλα Στιούαρτ Γκάρντνερ, η οποία ζούσε στο μουσείο και πέθανε εκεί το 1924, ήθελε οι πίνακες, τα γλυπτά και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία να παραμείνουν ακριβώς όπως τα είχε τοποθετήσει η ίδια.
Οι άδειες επιχρυσωμένες κορνίζες των πινάκων που λείπουν εξακολουθούν να κρέμονται στο μουσείο μέχρι σήμερα και μαρτυρούν την ιστορία της ληστείας.

Η ληστεία των έργων τέχνης
Νωρίς το πρωί της 18ης Μαρτίου 1990, μετά τους εορτασμούς της Ημέρας του Αγίου Πατρικίου, δύο άνδρες ντυμένοι σαν αστυνομικοί έφτασαν στο μουσείο και έπεισαν έναν φύλακα να τους αφήσει να μπουν, παραβιάζοντας το πρωτόκολλο.
Οι άνδρες έδεσαν με χειροπέδες τους φρουρούς στο υπόγειο και κατευθύνθηκαν προς την Ολλανδική Αίθουσα του μουσείου, όπου έκοψαν από τις κορνίζες τους πίνακες «Το Κονσέρτο» του Βερμέερ και «Ο Χριστός στη Θύελλα στη Θάλασσα της Γαλιλαίας» του Ρέμπραντ. Πήραν επίσης έργα των Ντεγκά και Μανέ.
Ακόμη άρπαξαν ένα διακοσμητικό μεταλλικό στοιχείο με τη μορφή αετού του Ναπολέοντα και τις βιντεοκασέτες ασφαλείας του μουσείου. Αργότερα οι ερευνητές θεώρησαν αρκετά περίεργη την κλοπή του μεταλλικού στοιχείου.
Το μουσείο πρόσφερε αμοιβή 5 εκατομμυρίων δολαρίων, την οποία διπλασίασε μια δεκαετία αργότερα, για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στην ανάκτηση των έργων.

Δίκτυο εγκληματιών στην περιοχή της Βοστώνης
Ορισμένες πληροφορίες για τους ληστές οδηγούσαν στην παραστρατιωτική οργάνωση Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός και σε μέλη της μαφίας της Βοστώνης, μεταξύ των οποίων και ο διαβόητος αρχηγός του υποκόσμου Γουάιτι Μπούλγκερ.
Ο Κέλι ακολούθησε ένα στοιχείο που τον οδήγησε στη Γαλλία, όπου παρακολουθούσε με κιάλια πράκτορες του FBI που, υποδύονταν τους πλούσιους μεσάζοντες και χαλάρωναν σε γιοτ σε μια προσπάθεια να προσελκύσουν τους ύποπτους μαφιόζους.
Πιο κοντά στην έδρα τους, πράκτορες έκαναν έρευνες σε σπίτια σε όλη τη Νέα Αγγλία, βασιζόμενοι σε μεγάλο βαθμό σε πληροφοριοδότες. Ένας δολοφόνος γνωστός με τον ψευδώνυμο «Μιτμπολ», ο οποίος ήταν τελικά άρρωστος, ηχογράφησε κρυφά συνομιλίες με ύποπτους συνεργάτες του, με την ελπίδα να κερδίσει χρήματα για την οικογένειά του. Ωστόσο, καμία από τις πληροφορίες δεν οδήγησε στα έργα ζωγραφικής.

Ο πρώην πράκτορας του FBI, Τζέφρι Κέλι
APΔολοφονήθηκαν πρόσωπα - κλειδιά
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τη ληστεία, αρκετοί άνθρωποι που θεωρούνταν ότι είχαν σχέση με τη ληστεία δολοφονήθηκαν, ενώ ένας άλλος πέθανε υπό ύποπτες συνθήκες.
Ο Ρόμπερτ «Μπόμπι» Ντονάτι, συνεργάτης της μαφίας της Βοστώνης που από καιρό ήταν ύποπτος για την υπόθεση, βρέθηκε μαχαιρωμένος μέχρι θανάτου το 1991. Το πτώμα του να βρισκόταν στο πορτ-μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, αφού το σπίτι του είχε λεηλατηθεί.
Χρόνια νωρίτερα, ο Ντονάτι είχε επισκεφθεί το μουσείο μαζί με έναν άλλο γνωστό κλέφτη έργων τέχνης, τον Μάιλς Κόνορ, για να το εξερευνήσει ενόψει της ληστείας. Μάλιστα είχε δηλώσει ότι αν ποτέ έπαιρνε το μεταλλικό στοιχεία με τη μορφή του ναπολέωντα αυτό θα ήταν η «υπογραφή» του στη ληστεία. Χρόνια αργότερα, ένας κοσμηματοπώλης είπε στους ερευνητές ότι ο Ντονάτι προσπάθησε να πουλήσει το μεταλλικό αντικείμενο αλλά ο κοσμηματοπώλης αρνήθηκε να το αγοράσει.
Μια ξεχωριστή σειρά στοιχείων επικεντρώθηκε στον Τζορτζ Ράισφελντερ, τον οποίο οι ερευνητές πιστεύουν ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου της απόδρασης των ληστών. Ο Κέλι εντόπισε τον αδελφό του Ράισφελντερ, έναν συνταξιούχο στρατιωτικό αξιωματικό που αρχικά δεν πίστευε ότι ο αδελφός του είχε εμπλοκή. Ξέσπασε σε κλάματα όταν του έδειξαν το έργο του Μανέ «Chez Tortoni» και είπε ότι το αναγνώρισε ως τον πίνακα που ο ίδιος είχε κρεμάσει πάνω από το κρεβάτι του αδελφού του.
Ο Ράισφελντερ πέθανε αργότερα υπό ύποπτες συνθήκες. Όταν οι ερευνητές έκαναν έρευνα στο σπίτι του, ο πίνακας είχε εξαφανιστεί. Και οι δύο άνδρες είχαν δεσμούς με την TRC Auto Electric, ένα κατάστημα στο Ντόρτσεστερ που συνδέεται με την ομάδα του Τσαρλς «Τσακ» Μερλίνο.
Έρευνα με περιορισμένους πόρους
Αν και οι ερευνητές πίστευαν ότι γνώριζαν ποιος ήταν ο υπεύθυνος, δυσκολεύτηκαν να βρουν αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία. Στα αρχικά στάδια της έρευνας, το FBI ανέθεσε την υπόθεση σε έναν μόνο πράκτορα, κάτι που, σύμφωνα με τον Κέλι, επιβράδυνε την πρόοδο.
«Πρέπει να έχετε κατά νου ότι, όταν μιλάμε για έρευνες, όλα καταλήγουν σε χρήματα», είπε ο Κέλι. Εκείνη την εποχή, οι ομοσπονδιακοί ερευνητές στη Βοστώνη επικεντρώνονταν κυρίως σε υποθέσεις βίαιων εγκλημάτων, διακίνησης ναρκωτικών και οργανωμένου εγκλήματος.

Φρουρός στέκεται στην είσοδο του μουσείου που έχει αποκλειστεί από την αστυνομία αμέσως μετά την ληστεία.
APΟ Κέλι είπε ότι η απόφαση να δημοσιοποιηθούν τα βίντεο παρακολούθησης, παρά τις αντιρρήσεις των ερευνητών, δημιούργησε πρόβλημα. Οι εισαγγελείς δημοσίευσαν βίντεο από την προηγούμενη νύχτα που έδειχνε έναν υπάλληλο του μουσείου να μπαίνει στο κτίριο αφού το αυτοκίνητό του είχε χαλάσει. Ο Κέλι είπε ότι διαφώνησε με τη θεωρία ότι ο υπάλληλος ερευνούσε το μουσείο, καθώς αυτή η πιθανότητα είχε ήδη εξεταστεί και απορριφθεί. Το βίντεο τροφοδότησε για χρόνια υποψίες σε βάρος του υπαλλήλου, ο οποίος δεν είχε καμία εμπλοκή.
Ένας φρουρός πιθανολογείται ότι βοήθησε τους ληστές
Σε φωτογραφίες από εκείνη τη νύχτα, φαίνεται ένας φρουρός του μουσείου με χειροπέδες στο υπόγειο, με το κεφάλι του τυλιγμένο με κολλητική ταινία.
Οι ερευνητές σημείωσαν ότι λίγο πριν τη ληστεία, ο φρουρός άνοιξε μια πόρτα κατά παράβαση των κανονισμών — μια πόρτα που έβλεπε προς την περιοχή όπου αργότερα εθεάθησαν να περιμένουν οι κλέφτες — μια κίνηση που οι ερευνητές θεώρησαν εξαιρετικά ασυνήθιστη και ύποπτη.
«Είναι οι αμετάβλητοι νόμοι του χρόνου και του χώρου», είπε ο Κέλι. «Πιστεύω ότι υπήρχαν αρκετές πληροφορίες τότε ώστε να κατηγορηθεί. Θα ήταν αρκετές για να καταδικαστεί; Δεν ξέρω.» Όταν οι ερευνητές εξέτασαν αυτά τα ζητήματα πιο προσεκτικά, είπε ο Κέλι, τα αδικήματα σε βάρος του φρουρού είχαν παραγραφεί και γι' αυτό δεν μπορούσαν να του επιβάλουν να συνεργαστεί με τις αρχές.
Ο φρουρός του μουσείου, Ρικ Άμπαθ, αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στην κλοπή. Πέθανε το 2024.

Το μουσείο
APΤα έργα τέχνης που εξαφανίστηκαν
Ο Κέλι θεωρεί ότι οι πίνακες μπορούν να κρυφτούν τέλεια. «Δεν πηγαίνουν στον γιατρό. Δεν τους σταματάει η τροχαία για υπερβολική ταχύτητα. Δεν αφήνουν δακτυλικά αποτυπώματα. Μπορούν απλά να εξαφανιστούν», είπε.
Επειδή τα έργα είναι τόσο αναγνωρίσιμα, είναι σχεδόν αδύνατο να πωληθούν δημόσια. «Η κλοπή του έργου τέχνης από το μουσείο, αυτό είναι το εύκολο μέρος. Το να αποκομίσει κανείς κέρδος από αυτό, αυτό είναι το δύσκολο μέρος», τόνισε ο Κέλι.
Φαντάζεται ότι οι πίνακες θα εμφανιστούν κάποια μέρα, αφού έχουν πεθάνει αυτοί ου διέπραξαν τη ληστεία. «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι εξακολουθούν να υπάρχουν», σημείωσε.