Μηνύσεις κατά Μαμντάνι για τον φόρο των πλουσίων – «Προκάλεσε χάος και σύγχυση»
Οι πλούσιοι τα έβαλαν με τον Ζοράν Μάμντανι – Αγωγές για τον φόρο στις πολυτελείς δεύτερες κατοικίες
Τρεις κάτοικοι της Νέας Υόρκης προσέφυγαν δικαστικά κατά του Ζόραν Μάμντανι, με αφορμή τον φόρο που τέθηκε πρόσφατα σε εφαρμογή για τις πολυτελείς δεύτερες κατοικίες. Οι ενάγοντες κατηγορούν τη δημοτική Αρχή ότι προκάλεσε σύγχυση και χάος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι χιλιάδες ιδιοκτήτες ενδέχεται να κληθούν να πληρώσουν φόρο για ακίνητα που στην πραγματικότητα δεν υπάγονται στο μέτρο.
Η αγωγή δεν αμφισβητεί τη φορολογική νομοθεσία. Αντίθετα, στρέφεται κατά της διοίκησης Μάμντανι, την οποία κατηγορεί ότι δεν τήρησε τις προβλεπόμενες από την πολιτεία διαδικασίες ενημέρωσης και ότι προκάλεσε «πανικό» στα τέλη Ιουλίου, όταν δημοσιοποίησε κατάλογο με σχεδόν 1 εκατ. ακίνητα που ενδέχεται να υπάγονται στην πρόσθετη επιβάρυνση για κατοικίες που δεν αποτελούν κύρια κατοικία. Στη συνέχεια, περίπου 17.000 ιδιοκτήτες έλαβαν «ραβασάκια».
Η προσφυγή στο πολιτειακό δικαστήριο ζητά για τις συγκεκριμένες ειδοποιήσεις να κηρυχθούν «άκυρες και χωρίς νομική ισχύ».
«Ο Δήμαρχος ήθελε έναν τίτλο στα πρωτοσέλιδα και τον πέτυχε. Χιλιάδες άνθρωποι που δεν οφείλουν τίποτα, βρέθηκαν σε σύγχυση, εκτέθηκαν και επιβαρύνθηκαν οικονομικά, ώστε αυτή η διοίκηση να περάσει ένα πολιτικό μήνυμα. Αυτό δεν αποτελεί νόμιμη ενημέρωση», ανέφερε ο δικηγόρος, Ράντι Μάστρο, πρώην κορυφαίο στέλεχος των διοικήσεων του Έρικ Άνταμς και του Ρούντολφ Τζουλιάνι, ο οποίος εκπροσωπεί τους ενάγοντες, μιλώντας στην εφημερίδα Gothamist.
Η αγωγή συνδέεται και με πολιτικούς αντιπάλους του Μάμντανι.
Μία από τις ενάγουσες είναι η Ρέιτσελ Ο’Μπράιεν, σύζυγος του Ρεπουμπλικανού δημοτικού συμβούλου, Φρανκ Μοράνο, ο πατέρας του οποίου είναι επίσης μεταξύ των εναγόντων. Ο Μάστρο είχε διατελέσει πρώτος αντιδήμαρχος επί Έρικ Άνταμς, καθώς και προσωπάρχης του Ρούντολφ Τζουλιάνι.
Η δημοτική Αρχή υπερασπίζεται την εφαρμογή του φόρου, ο οποίος αφορά κατοικίες αξίας άνω των 5 εκατ. δολαρίων, καθώς και διαμερίσματα σε πολυκατοικίες και συνεταιριστικές κατοικίες αξίας άνω του 1 εκατ. δολαρίων, όταν αυτά δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία.
Ο Δήμος υποστηρίζει ότι η πολιτειακή νομοθεσία τον υποχρέωνε να δημοσιοποιήσει τον κατάλογο των ακινήτων και έχει ήδη παρατείνει έως τη 18η Σεπτεμβρίου την προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων εξαίρεσης από τον φόρο.
«Η Νέα Υόρκη θα υπερασπιστεί σθεναρά την πόλη απέναντι σε αυτή την αγωγή», υπογράμμισε ο Ματ Ράουζενμπαχ, εκπρόσωπος του Μάμντανι, σε σχόλιο στους New York Times.
Ο φόρος για τα ακίνητα που δεν αποτελούν κύρια κατοικία, ο οποίος εγκρίθηκε τον Μάιο, εκτιμάται ότι θα αποφέρει περίπου 500 εκατ. δολάρια ετησίως. Ο Δήμαρχος επισημαίνει ότι το μέτρο είναι απαραίτητο για την ενίσχυση του προϋπολογισμού της πόλης και την επέκταση των κοινωνικών υπηρεσιών.
Ουσιαστικά, έχει παρουσιάσει τον φόρο ως ένα μέτρο που αφορά μόνο «τους πλουσιότερους των πλουσίων», υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για κτήρια που «παραμένουν άδεια», ενώ οι ιδιοκτήτες τους «είναι σε θέση να αποκομίζουν τεράστια οικονομικά οφέλη» από την κατοχή ακινήτων στη Νέα Υόρκη.
«Πρόκειται για ένα θεμελιωδώς άδικο σύστημα που πλήττει τους εργαζόμενους Νεοϋορκέζους. Τώρα, αυτό φτάνει στο τέλος του», είχε σημειώσει ο Μάμντανι τον Απρίλιο, έχοντας πραγματοποιήσει προεκλογική εκστρατεία με βασική δέσμευση τη φορολόγηση των πλουσίων.
Ο φόρος έχει προκαλέσει αντιδράσεις μεταξύ εύπορων Νεοϋορκέζων από την πρώτη στιγμή, αν και ορισμένοι ειδικοί θεωρούν υπερβολικούς τους ισχυρισμούς ότι το μέτρο θα οδηγήσει σε φυγή κεφαλαίων από την πόλη.
Ο Μάμντανι είχε προκαλέσει την οργή παραγόντων του επιχειρηματικού κόσμου τον Απρίλιο, όταν εμφανίστηκε έξω από το πολυτελές κτήριο του δισεκατομμυριούχου της Wall Street, Κεν Γκρίφιν, προκειμένου να προωθήσει τον φόρο. Μετά το περιστατικό, ο Γκρίφιν και το επενδυτικό του κεφάλαιο απείλησαν να αποχωρήσουν από σχεδιαζόμενο ουρανοξύστη στο Μανχάταν. Ωστόσο, το έργο εξακολουθεί να προχωρά, με τη Citadel του Γκρίφιν να παραμένει βασικός μισθωτής.