Το μακρύ χέρι του Ερντογάν στην Ουάσιγκτον - Πώς η Τουρκία ρίχνει εκατομμύρια για λόμπινγκ στις ΗΠΑ
Το κυβερνών κόμμα AKP της Τουρκίας ενισχύει την επιρροή του στις ΗΠΑ
Ένα επιβλητικό αρχοντικό λίγα τετράγωνα μακριά από τον Λευκό Οίκο, εκατομμύρια δολάρια απευθείας από τα κομματικά ταμεία της Τουρκίας και ένας ανηλεής υπόγειος πόλεμος επιρροής στην καρδιά της αμερικανικής ισχύος. Σύμφωνα με αποκαλυπτική ανάλυση του Χέκματ Αμπουχατέρ, ερευνητή και υποψήφιου Master of Public Policy στη Σχολή Jackson School of Global Affairs του Πανεπιστημίου Yale, η οποία βασίζεται στα επίσημα στοιχεία του αμερικανικού Μητρώου Εγγραφής Ξένων Πρακτόρων (FARA), το κυβερνών κόμμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στήνει μια μόνιμη βάση επιχειρήσεων στην Ουάσιγκτον.
Καθώς η ρήξη με το Ισραήλ βαθαίνει και η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ μετατοπίζεται, η Τουρκία διεισδύει στα αμερικανικά κέντρα λήψης αποφάσεων, επιδιώκοντας να ανατρέψει τις ισορροπίες και να κατοχυρώσει τον ρόλο της ως ο νέος ρυθμιστής στη Μέση Ανατολή.
Το κόμμα του Ερντογάν αγόρασε το αρχοντικό ρυθμού Beaux-Arts έναντι περίπου 4,9 εκατομμυρίων δολαρίων το 2024. Σύμφωνα δε με την τελευταία κατάθεση στοιχείων βάσει του νόμου για την εγγραφή ξένων πρακτόρων (FARA), με ημερομηνία 12 Ιουλίου, αποκαλύφθηκε ότι ακόμη 1,3 εκατομμύρια δολάρια διοχετεύτηκαν από τα κεντρικά γραφεία του AKP, με μεγάλο μέρος του ποσού να κατευθύνεται στις εργασίες ανακαίνισης του ακινήτου.
το νέο «παλάτι» της Τουρκίας σε απόσταση λίγων μέτρων από τον Λευκό Οίκο
Επικεφαλής του γραφείου είναι ο Χαλίλ Μουτλού, ξάδελφος του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και επίσημα εγγεγραμμένος εκπρόσωπος του AKP στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στα ίδια έγγραφα καταγράφονται 85 πολιτικές δραστηριότητες μέσα σε ένα εξάμηνο, από τον Δεκέμβριο έως τον Μάιο του τρέχοντος έτους, οι οποίες περιλαμβάνουν επαφές με αξιωματούχους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στελέχη του Κογκρέσου αλλά και κορυφαίους αναλυτές δεξαμενών σκέψης της Ουάσιγκτον με ειδίκευση στην Τουρκία και τη Συρία.
Από την επίθεση της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, η σχέση μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ μετατοπίστηκε σταδιακά από μια επιφανειακή διπλωματική ψυχρότητα σε έναν ανοιχτό στρατηγικό ανταγωνισμό, με τη Συρία να αποτελεί το πιο εμφανές σημείο τριβής ανάμεσα στις δύο περιφερειακές δυνάμεις. Μεγάλο μέρος αυτής της έντασης εκτυλίσσεται πλέον ανοιχτά στην Ουάσιγκτον του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Το μέτωπο της Ουάσιγκτον
Μια συζήτηση στο Ινστιτούτο Brookings τον Μάρτιο, την οποία επικαλείται η επίσημη δήλωση, αποτύπωσε αυτή την αλλαγή σκηνικού. Ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία Τζον Μπας αναφέρθηκε στη ρητορική Ισραηλινών πολιτικών που περιγράφουν την Τουρκία ως το «μελλοντικό Ιράν». Κι όπως επισήμανε η ερευνήτρια του Brookings Ασλί Αϊντιντασμπάς, παραπέμποντας σε δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού του Ισραήλ Ναφτάλι Μπένετ, η ιδέα ότι η Τουρκία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μεγαλύτερη απειλή από το Ιράν έχει πλέον περάσει από το περιθώριο των ισραηλινών κύκλων ασφαλείας στον κεντρικό πολιτικό διάλογο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα κλιμακούμενης πίεσης, οι συναντήσεις του Μουτλού δίνουν μια καθαρή εικόνα των πολιτικών κύκλων της Ουάσιγκτον τους οποίους καλλιεργεί συστηματικά το AKP. Στις 29 Ιανουαρίου, σύμφωνα με τα έγγραφα, πραγματοποιήθηκαν ξεχωριστές επαφές με τον συνεργάτη του Atlantic Council Ριτς Όουτζεν και την ανώτερη ερευνήτρια του Washington Institute Άννα Μπορστσέφσκαγια. Πέντε ημέρες αργότερα, εκπρόσωποι του κόμματος παρακολούθησαν ακρόαση της Επιτροπής του Ελσίνκι για τη Συρία, όπου ο Όουτζεν και η Μπορστσέφσκαγια κατέθεσαν μαζί με τον Μάικλ Ντόραν του Hudson Institute, ενώ στις 9 Φεβρουαρίου τα στοιχεία καταγράφουν κατ' ιδίαν συνάντηση του Μουτλού με τον Ντόραν.
Οι τρεις αυτοί αναλυτές προσεγγίζουν την Τουρκία από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά οι δημόσιες τοποθετήσεις τους προκρίνουν έναν ουσιαστικό ρόλο για την Άγκυρα στη διαμόρφωση της νέας περιφερειακής τάξης πραγμάτων. Ο Όουτζεν υποστηρίζει ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας βρίσκονται σε τροχιά βελτίωσης καθώς τα συμφέροντά τους συγκλίνουν. Ο Ντόραν έχει περιγράψει την Τουρκία ως βασικό εταίρο των ΗΠΑ για τη σταθεροποίηση της Συρίας και την εξισορρόπηση των ισραηλινών ανησυχιών ασφαλείας. Στον αντίποδα της ρωσικής παρουσίας, η Μπορστσέφσκαγια ζήτησε βαθύτερη αμερικανική ανάμειξη στη Συρία, υποδεικνύοντας την Τουρκία ως έναν περιφερειακό παράγοντα ικανό να προσφέρει στη Δαμασκό εναλλακτικές απέναντι στη Μόσχα.
Στην κατάθεσή του στο Κογκρέσο, ο Ντόραν υποστήριξε ότι η απομάκρυνση της Ρωσίας από τη Συρία εξαρτάται από τη διατήρηση μιας ισορροπίας μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Λίγο αργότερα χαρακτήρισε την Τουρκία «το μακρύ χέρι του ΝΑΤΟ στη Συρία», σημειώνοντας πως η Άγκυρα θα μπορούσε να συνδράμει στη συγκρότηση των νέων συριακών δυνάμεων ασφαλείας. Σε ανάλογο μήκος κύματος, ο Όουτζεν ζήτησε διευρυμένο τουρκικό ρόλο στη στρατιωτική εκπαίδευση και σταθεροποίηση, προειδοποιώντας ότι η ισραηλινή προτίμηση για μια αδύναμη και κατακερματισμένη Συρία συγκρούεται ευθέως με την τουρκική επιθυμία για ένα ενιαίο κράτος.
Αυτός ο ανταγωνισμός επηρεάζει ήδη άμεσα την πολιτική για τη Συρία και τις πωλήσεις προηγμένων αμερικανικών εξοπλισμών. Ο Ερντογάν δήλωσε τον Ιούνιο ότι τα ισραηλινά πλήγματα σε Συρία και Λίβανο απειλούν πλέον ευθέως την ίδια την Τουρκία. Το Ισραήλ μάχεται με κάθε μέσο την επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια πώληση θα υπονόμευε το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα του Τελ Αβίβ.
Η σύγκρουση έφτασε μέχρι το Οβάλ Γραφείο. Στη συνάντηση της 28ης Ιουλίου με τον Τραμπ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφάνισε χάρτη της Συρίας προκειμένου να αποδείξει ότι η Τουρκία ελέγχει πολύ μεγαλύτερο μέρος της συριακής επικράτειας σε σχέση με το Ισραήλ. Σύμφωνα με Ισραηλινό αξιωματούχο, ο χάρτης έδειχνε ότι η Τουρκία ελέγχει ουσιαστικά το 5% της Συρίας, έναντι μόλις 0,1% που κατέχει το Ισραήλ.
Ο Τραμπ πάντως φαίνεται να κινείται προς την κατεύθυνση της Άγκυρας. Στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις αρχές Ιουλίου, ανακοίνωσε ότι θα άρει τις κυρώσεις CAATSA που είχαν επιβληθεί για την αγορά του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400, αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο για την παραχώρηση των F-35.
Η μεταβαλλόμενη περιφερειακή ισορροπία
Η προσπάθεια επιρροής που ξεδιπλώνει το κόμμα του Ερντογάν στην Ουάσιγκτον συμπίπτει χρονικά με την αποδυνάμωση της πολιτικής θέσης του Ισραήλ στις ΗΠΑ. Έρευνα του Pew Research Center τον Μάρτιο έδειξε ότι το 60% των Αμερικανών διατηρεί πλέον αρνητική γνώμη για το Ισραήλ, ποσοστό αισθητά αυξημένο σε σχέση με το 42% του 2022. Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών κάτω των 50 ετών, το 57% βλέπει το Ισραήλ με αρνητικό μάτι. Αντίστοιχα, η Gallup κατέγραψε ότι οι Αμερικανοί πολίτες δεν διάκεινται πλέον πιο θετικά απέναντι στους Ισραηλινούς συγκριτικά με τους Παλαιστίνιους, ανατρέποντας μια σταθερά που διαρκούσε πάνω από δύο δεκαετίες.
Η απώλεια λαϊκής υποστήριξης για το Ισραήλ ανοίγει αναπόφευκτα πολιτικό χώρο στην Ουάσιγκτον για άλλους περιφερειακούς παίκτες, και η Τουρκία σπεύδει να καλύψει αυτό το κενό. Το στρατηγείο στο Meridian Hill προσφέρει στο AKP μια μόνιμη έδρα, ενώ οι επαφές του Μουτλού τοποθετούν το κόμμα του Ερντογάν ακριβώς μέσα στους κύκλους λήψης αποφάσεων όπου διακυβεύονται τα ζητήματα σύγκρουσης μεταξύ Άγκυρας και Ιερουσαλήμ.
Αυτή η γεωπολιτική μετατόπιση εκτείνεται πλέον πολύ πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ. Την περασμένη Παρασκευή, ο Ερντογάν συναντήθηκε στη Μέκκα με τον διάδοχο του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και τον πρωθυπουργό του Πακιστάν Σεχμπάζ Σαρίφ, υπογράφοντας σύμφωνο αμοιβαίας άμυνας, σύμφωνα με το οποίο οποιαδήποτε επίθεση σε μία από τις τρεις χώρες θα θεωρείται επίθεση και στις τρεις. Η συμφωνία συνενώνει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, το πυρηνικό Πακιστάν και το ισχυρότερο αραβικό κράτος του Κόλπου, σε μια κρίσιμη στιγμή όπου οι περιφερειακές κυβερνήσεις επαναπροσδιορίζουν τη θέση τους στον μεταπολεμικό χάρτη της Μέσης Ανατολής.
Το αρχοντικό στο Meridian Hill αποτελεί μόνο ένα κομμάτι αυτής της ευρύτερης αναδιάταξης. Της δίνει όμως μια σαφή διεύθυνση στην καρδιά των ΗΠΑ. Καθώς το Ισραήλ προσπαθεί να πείσει την Ουάσιγκτον ότι η Τουρκία αναδύεται ως το «επόμενο Ιράν», το κόμμα του Ερντογάν οικοδομεί τη δική του υποδομή για να προβάλει τον αντίλογο.