Η «Λάμψη» έχασε τον Γιάγκο Δράκο της, αλλά ο Χρήστος Πολίτης δεν έχασε ποτέ την λάμψη του
Ο μοναχικός δρόμος ενός ηθοποιού του «Απλού Θεάτρου» που έζησε μια καριέρα γεμάτη αντιφάσεις, ανατροπές, επιτυχίες και αποτυχίες, δόξα αλλά και απομόνωση
Ο Χρήστος Πολίτης μπορεί να έζησε την τηλεοπτική Λάμψη του ως Γιάγκος Δράκος, ωστόσο ποτέ δεν επεδίωξε τα φώτα της δημοσιότητας. Αποτραβήχτηκε από αυτά αρκετά νωρίς και ήσυχα, διατηρώντας την δική του εσωτερική λάμψη μέχρι τον θάνατό του.
Στην αρχή της καριέρας του, μετά την θριαμβευτική εμφάνισή του στην Επίδαυρο, μια θεατής τον ρώτησε τι νιώθει. Η απάντησή του ήταν ειλικρινής: «Κουρασμένος». Και αυτή ήταν η αλήθεια του.
Ο Χρήστος Πολίτης, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών, έκανε μια καριέρα όπως και η ζωή του: γεμάτη αντιφάσεις, ανατροπές, επιτυχίες και αποτυχίες, δόξα αλλά και απομόνωση. Μεγάλοι ρόλοι, το Απλό Θέατρο, αλλά και «μ@λ@κίες», όπως χαρακτήρισε σε σπάνιες συνεντεύξεις του τα σενάρια της Λάμψης.
Πρώτα βήματα στο θέατρο
Σε μια εποχή όπου οι προβολείς καίνε σκληρά και οι τηλεοπτικοί ρόλοι συχνά παραμορφώνουν την εικόνα του ηθοποιού, ο Χρήστος Πολίτης έζησε εντός και εκτός σκηνής με βαθιά αίσθηση αξιοπρέπειας. Γεννημένος το 1942 στο Ηράκλειο Κρήτης ως Χρήστος Πιατουλάκης, αποφοίτησε το 1965 από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και βυθίστηκε αμέσως στον κόσμο του θεάτρου.
Μπήκε στον θίασο Γιάννη Φέρτη-Ξένιας Καλογεροπούλου, ερμηνεύοντας στους «Δέκα μικρούς νέγρους» της Άγκαθα Κρίστι. Συμμετείχε σε πάνω από 45 παραγωγές μέχρι το 1998, συνεργαζόμενος με Αλέξη Μινωτή, Αντιγόνη Βαλάκου και Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ήταν ιδρυτικό στέλεχος του Απλού Θεάτρου (1974-1990), όπου ερμήνευσε έργα των Άρθουρ Μίλερ και Τενεσί Ουίλιαμς. Εμφανίστηκε και σε αρχαίες τραγωδίες όπως «Χοηφόροι-Ευμενίδες» του Αισχύλου και «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη.

Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στη «Βασίλισσα Αμαλία»
Σε συνέντευξη του το 1972 στο περιοδικό Φαντάζιο θα δήλωνε, αν και την αρχή της καριέρα του: «Έχω περιορίσει τα έξοδά μου, μου φτάνουν λίγα και η καλλιτεχνική ελευθερία μου. Όταν με παρέσυρε κι εμένα αυτός ο κύκλος της επιτυχίας, τα κατάφερα να κρατηθώ χάρη στην ανησυχία που είχα. Ναι, συνάντησα και ανθρώπους που με βοήθησαν. Στη βάση, ωστόσο, υπήρχα εγώ και η δική μου προδιάθεση, η πεποίθησή μου πως κάποιον άλλο δρόμο έπρεπε ν’ ακολουθήσω. Αν δεν ήταν έτσι θα είχα μείνει στα μισά του δρόμου. Δεν πανηγύρισα ποτέ για καμιά μου επιτυχία. Δεν πανηγύρισα ούτε όταν έπαιξα τον Ορέστη. Ήμουν μόνο ευτυχής. Στην Επίδαυρο, μετά την παράσταση, μια κυρία ήλθε στο καμαρίνι και με ρώτησε «τι νιώθετε κύριε Πολίτη τώρα;». Απήντησα «κουρασμένος» και την είδα να εκπλήσσεται».
Η παταγώδης αποτυχία και το αντίο στο θέατρο
Η τελευταία του θεατρική εμφάνιση ήρθε το 1997-1998, στο «Το λιοντάρι του χειμώνα» του Τζέιμς Γκόλντμαν, κλείνοντας έναν κύκλο με αξιοπρέπεια αν και με παταγώδη αποτυχία όπως ο ίδιος θα εξομολογηθεί πολλά χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του στον Θεοδόση Μίχο, για το «The Magazine» : «Αν έχω παίξει σε άδεια θέατρα; Μια και δυο φορές; Πολύ συχνά. Είναι άσχημη εμπειρία. Πχ το ‘94 έπαιζα στην παράσταση «Άννα Καρένινα» με τη Μιμή Ντενίση στο Θέατρο Ακροπόλ και σταματούσε η κυκλοφορία στην Ιπποκράτους. Ήταν και η εποχή που έκανα τον Γιάγκο Δράκο. Την επόμενη χρονιά μου πρότεινε ο Λιβαδάς να ανεβάσουμε τους “Αδερφούς Καραμαζόφ” του Ντοστογέφσκι και μάλιστα με έναν Ουκρανό σκηνοθέτη. Στη διανομή ήταν και ο Τίτος Βανδής, η Τάνια Τρύπη και ο βιαστής, ο Λιγνάδης. Παραπάνω από 13 θεατές δεν είχαμε σε καμία παράσταση».
Παρά το γεγονός ότι εσείς τότε κάθε απόγευμα “μπαίνατε” σε κάθε σπίτι της χώρας με τη “Λάμψη”;
«Χαμός γινόταν, δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω. Όμως το θέατρο Βέμπο στο μυαλό του κόσμου ήταν χώρος επιθεώρησης. Επίσης ο Πολίτης ήταν για τον κόσμο πια ο Γιάγκος Δράκος. Ντοστογέφσκι, Βέμπο, Γιάγκος Δράκος, Πολίτης, κάτι δεν τους κόλλαγε, ήταν έξω από την αντίληψή τους. Είναι να τρελαίνεσαι.
Την επόμενη χρονιά δεν έκανα θέατρο γιατί είχα σοκαριστεί. Όταν ήμουν μικρός, ξέρετε, είχα δει μια ταινία που λεγόταν «Το λιοντάρι του χειμώνα» με Πίτερ Οτούλ και Άντονι Χόπκινς και σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να ανεβάσω κάποια στιγμή αυτό το έργο. Το πρότεινα στον Κοραή Δαμάτη.
Έγινε ένας θίασος με την Αντιγόνη Βαλάκου -πολύ μεγάλη ηθοποιός- ανέβηκε μία πολύ ωραία παράσταση, κατά κάποιους ήταν η πιο ολοκληρωμένη μου ερμηνεία. Πάλι τα ίδια: 13 θεατές.
Άντεξα μέχρι τον Φεβρουάριο και είπα στον σκηνοθέτη: Δεν πάει άλλο, δεν γίνεται, δεν θέλει ο κόσμος, τι να κάνουμε; Έτσι αποχαιρέτησα το θέατρο. Όχι απλώς με μία αποτυχία. Αλλά με μία παταγώδη αποτυχία».
Η μεγάλη οθόνη: Από την Finos Film στο «Broadway»
Ο κινηματογράφος τον υποδέχτηκε το 1968 με την ταινία «Η Λεωφόρος του Μίσους» της Finos Film, μια στιγμή που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη του. Όπως είχε αφηγηθεί: «Ο Φίνος ήθελε να μου κάνει ένα δοκιμαστικό και με έστειλαν σε ένα πλατό που γινόταν γύρισμα. Μου λέει ο Φώσκολος: αντί να σου κάνουμε ένα δοκιμαστικό που μπορεί να μην το δει κανείς, κάνε ένα πέρασμα στην ταινία που θα τη δουν έτσι κι αλλιώς». Αυτή η ευκαιρία τον οδήγησε σε 19 ταινίες, με κορυφαία στιγμή το βραβείο Α' Ανδρικού Ρόλου στο 10ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1969 για το «Το κορίτσι του 17».

Με τον Χρήστο Καλαβρούζο στον «Παπαφλέσσα»

Από την ταινία «Οι Σουλιώτες»
Πρωταγωνίστησε σε ιστορικά έπη όπως «Παπαφλέσσας» και «Οι Σουλιώτες». Μετά από δεκαετίες σιωπής, επέστρεψε το 2022 στην ταινία «Broadway» του Χρήστου Μασσαλά, υποδυόμενος έναν παππού σε μια ιστορία για την οικογένεια και την απώλεια. Ήταν η τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση, ένας ρόλος που, όπως έλεγε, του θύμιζε τις ρίζες του: «Οι παππούδες κουβαλούν ιστορίες, και εγώ κουβαλάω 50 χρόνια σινεμά».
Ο Γιάγκος Δράκος της Λάμψης
Η τηλεόραση τον έβαλε σε κάθε σπίτι. Από το 1973 έως το 2005, πρωταγωνίστησε σε οκτώ σειρές, αλλά ο ρόλος του Γιάγκου Δράκου στη «Λάμψη» του Νίκου Φώσκολου για 14 χρόνια απογείωσε το όνομά του, αλλά όχι τον ίδιο. Ο σκληρός, αλλά ευάλωτος πλούσιος έγινε εμμονή του κοινού. Για την απήχηση είχε εξομολογηθεί: «Χαμός γινόταν, δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω. Από την αρχή κατάλαβα ότι θα γίνει φαινόμενο».

Με την Κάτια Δανδουλάκη στην «Λάμψη»
Δεν δίστασε όμως να μιλήσει ανοιχτά για τις δυσκολίες. Στη συνέντευξη του 2022 στο the magazine, δήλωσε για τον Φώσκολο: «Η συνεργασία μας ήταν…καμία. Τους δύο πρώτους μήνες που σκηνοθετούσε, έδειχνε τη Βίρνα ακόμη και σε πλάνα που μιλούσα εγώ. Κάποια στιγμή τον παίρνω τηλέφωνο και του λέω ότι παραιτούμαι. Γιατί; μου λέει. Γιατί μιλάω και δείχνεις μόνο τη Δανδουλάκη. Ναι, λέει, αλλά έχεις μια φωνή που δεσπόζει. Τότε ηχογράφησε τη φωνή μου να τελειώνουμε, του λέω. Πάνω στο κοντρόλ ήταν συνήθως η Βουγιουκλάκη, ο Πλωρίτης και ο Χρονόπουλος, οι οποίοι είχαν συναντήσεις δυο-τρεις φορές την εβδομάδα με τον Φώσκολο για να ελέγχουν τους προστατευόμενούς τους. Ο Γιάγκος Δράκος λοιπόν ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος».
Ο ίδιος είχε παραδεχτεί πως οι λόγοι που τον έκαναν να πει «ναι» στην Λάμψη, ήταν καθαρά οικονομικοί. «Προφανώς το έκανα για τα λεφτά. Δεν είχα μία γιατί τα είχα ρίξει όλα στο Απλό Θέατρο που τότε ήταν πίσω από το Πάντειο, όπου ανέβαζα ποιοτικά έργα. Έφτασα όμως να παίρνω από τη μάνα μου χρήματα για τσιγάρα και βενζίνη. Και υποτίθεται ότι ήμουν γνωστός πρωταγωνιστής. Αποφασίζω λοιπόν να κάνω τη Λάμψη. “Χρήστο, παραπάνω από 1.100.000 δρχ δεν μπορούμε να σου δώσουμε”, μου λένε. “Μάλλον με δουλεύουν”, σκέφτηκα, όταν άκουσα το ποσό. Ήταν αστρονομικό για μένα. Δηλαδή αν μου έλεγαν 100.000 το μήνα πάλι θα μου φαίνονταν πολλά».
Έχοντας ερμηνεύσει στο θέατρο κείμενα των σημαντικότερων θεατρικών συγγραφέων τα κείμενα της Λάμψης δεν ήταν απλά ασήμαντα, για τον ίδιο, ήταν κάτι χειρότερο.
«Παίρναμε το σενάριο το βράδυ και γυρίζαμε την επομένη. Κάθε πρωινό μου ήταν τραγικό. Έβριζα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι μ@λ@κίες έγραφαν. Εγώ και η Δανδουλάκη είχαμε δικαίωμα να διορθώνουμε το κείμενο. Εκείνη ερχόταν στο γύρισμα και το κείμενο της ήταν όλο γεμάτο blanco. Εγώ από την αρχή είπα ότι δεν θα αλλάξω ούτε ένα «και». Είμαι ηθοποιός, όχι σεναριογράφος, δεν θα κάνω και αυτή τη δουλειά. Ο αγώνας μου λοιπόν ήταν να κάνω ό,τι μπορούσα για αυτό το ρόλο. Ένα στοιχείο που έβαλα στον Γιάγκο Δράκο ήταν το ερωτικό. Δεν εννοώ σεξουαλικό, αλλά το πώς βλέπεις τον κόσμο».
Η απομόνωση και οι τελευταίες στιγμές
Τα τελευταία χρόνια, ο Χρήστος Πολίτης τα τελευταία χρόνια της ζωής του επέλεξε την απομόνωση. Σε σπάνια δημόσια εμφάνιση το 2022 σε εκδήλωση είχε δηλώσει: «Η πραγματικότητα που ζούμε είναι άθλια και δεν θέλω να συμμετέχω πουθενά». Ζούσε μοναχικά, μακριά από φλας και συνεντεύξεις, απολαμβάνοντας την ησυχία.
Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση καταγράφηκε εκείνες τις μέρες, όπου φαινόταν εύθραυστος αλλά αξιοπρεπής. Όπως είχε πει παλαιότερα: «Έχω αποχωρήσει από τη δημόσια ζωή».
Ο Χρήστος Πολίτης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών, αφήνοντας πίσω μια κληρονομιά που ξεπερνά τα 150 θεατρικά έργα, 19 ταινίες και αμέτρητες τηλεοπτικές ώρες. Η Finos Film τον αποχαιρέτισε: «Έζησε με αξιοπρέπεια εντός κι εκτός σκηνής».
Διαβάστε επίσης