Ινστιτούτο Τσίπρα: Τρεις «μύθοι και αλήθειες» για τη ΔΕΗ

Επιμένει στην ανάδειξη του θέματος της Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου της ΔΕΗ ο πρώην πρωθυπουργός

Ινστιτούτο Τσίπρα: Τρεις «μύθοι και αλήθειες» για τη ΔΕΗ

Ο Αλέξης Τσίπρας / INTIME NEWS

Για «μύθους» που επιστρατεύτηκαν από αναφορές στα ΜΜΕ και από κυβερνητικά στελέχη προκειμένου να απαντήσουν στα όσα είχε αναφέρει σε ανάρτησή του πριν λίγες μέρες ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας για τις επενδύσεις και την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, κάνει λόγο σε νέα αναφορά του το Ινστιτούτο Τσίπρα.

Το Ινστιτούτου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πολιτικό δίλημμα είναι ξεκάθαρο και δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από υψηλά EBITDA και χρηματιστηριακές επιδόσεις: Το Δημόσιο συμμετέχει σε μια στρατηγική επιχείρηση ενέργειας για να μεγιστοποιούνται οι αποδόσεις των μετόχων ή για να διασφαλίζεται προσιτή ενέργεια, κοινωνική ευημερία και μια δίκαιη ενεργειακή μετάβαση;

Γιατί όταν η κερδοφορία αρχίζει να εξαρτάται από τη διατήρηση υψηλών τιμών ενέργειας, τότε η σύγκρουση ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στη χρηματοοικονομική μεγέθυνση γίνεται πραγματική και άμεσα αισθητή σε κάθε νοικοκυριό και επιχείρηση.

Και όταν αυτά τα δύο συγκρούονται, η επιλογή οφείλει να είναι ξεκάθαρα υπέρ της κοινωνίας».

Τσίπρας: Το μεγάλο κόλπο με τη ΔΕΗ

Στην αρχική του ανάρτηση στις 27 Απριλίου, ο πρώην πρωθυπουργός κάνει λόγο για «μεγάλο κόλπο» και κατηγορεί την κυβέρνηση για σοβαρά οικονομικά εγκλήματα, τονίζοντας ότι στην ΑΜΚ το Δημόσιο θα καταβάλει ως συμμετοχή 1,3 δις ευρώ, που εντούτοις δε θα διατηρήσουν στο ίδιο ποσοστό τις μετοχές του στην εταιρεία.

«Θυμίζω ότι στην προηγούμενη ΑΜΚ το δημόσιο δεν είχε καν συμμετάσχει με την αιτιολογία ότι θα αποτελούσε μεγάλη σπατάλη η απώλεια 650 εκατομμυρίων €.
Έτσι χάθηκε βέβαια η πλειοψηφία του στη ΔΕΗ, ώστε να μπορεί πλέον η επιχείρησή να λειτουργεί με αποκλειστικό κριτήριο της την αύξηση της κερδοφορίας της και την τιμή της μετοχής της.
Τότε τα 650 εκατομμύρια ήταν σπατάλη, σήμερα το 1,3 δις είναι επένδυση στο μέλλον. Δεν μας χρειάζονται άλλα νοσοκομεία και σχολεία, ή δημόσιες επενδύσεις για να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση στην πατρίδα μας. Προτεραιότητά μας είναι οι επενδύσεις Στάση-Μητσοτάκη στη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Ένα επενδυτικό ρίσκο χωρίς κανένα εχέγγυο ανταπόδοσης για τους έλληνες καταναλωτές», ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ. Τσίπρας στην αρχική του ανάρτηση.

Μύθοι και αλήθειες από το Ινστιτούτο Τσίπρα

Απαντώντας στα όσα ακούστηκαν μέσα στην εβδομάδα θα το θέμα, το Ινστιτούτο τονίζει ότι «οι αναφορές επανέλαβαν ένα πλέγμα μύθων και στηρίχτηκαν στην επιλεκτική παρουσίαση λογιστικών καταστάσεων και στοιχείων της επιχείρησης, αποσιωπώντας οτιδήποτε αφορά τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και τον στρατηγικό στόχο που πρέπει να υπηρετεί η συμμετοχή του Δημοσίου στη ΔΕΗ».

Σε αυτό το πλαίσιο αναφέρεται αναλυτικά σε τρεις «μύθους», τους οποίους το Ινστιτούτο επιχειρεί να διαψεύσει.

Mύθος 1: «Το επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ 24 δισ. ευρώ έως το 2030 διασφαλίζει και ικανοποιεί τους στρατηγικούς στόχους του Δημοσίου»

Αλήθεια: Η ΔΕΗ ορθώς διαθέτει επενδυτική πολιτική, δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν διανύουμε περίοδο οικονομικής κρίσης. Βασική προϋπόθεση όμως για συμμετοχή και χρηματοδοτική στήριξη του Δημοσίου σε οποιοδήποτε επενδυτικό πρόγραμμα οφείλει να είναι η επιστροφή αξίας προς την κοινωνία. Ειδικότερα, πρέπει να είναι κοινός τόπος ότι το Δημόσιο δεν συμμετέχει στην Εταιρεία ως παθητικός χρηματοδότης ιδιωτικών αποδόσεων, αλλά ως στρατηγικός επενδυτής σκοπού, ο οποίος οφείλει να εξασφαλίζει μετρήσιμη κοινωνική ανταπόδοση όταν αναλαμβάνει επενδυτικό ρίσκο – διαφορετικά πρόκειται για κοινωνικοποίηση του ρίσκου και ιδιωτικοποίηση της απόδοσης.

Μύθος 2: «Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019 οδήγησε στη χρεοκοπία της ΔΕΗ και την εκτίναξη του καθαρού χρέους της»

Αλήθεια: To καθαρό χρέος της ΔΕΗ το 2014 ήταν 4,9 δισ. ευρώ και το 2019 μειώθηκε στα 3,6 δισ. ευρώ. Αυτή η μείωση επιτεύχθηκε ενώ παράλληλα στηρίχτηκαν αποτελεσματικά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις από πρόσθετη ενεργειακή επιβάρυνση, διατηρώντας τους λογαριασμούς ρεύματος σε βιώσιμα για τους καταναλωτές επίπεδα, με αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών αλλά και τη μείωση της ενεργειακής φτώχειας. Σήμερα η ΔΕΗ με την επενδυτική της στρατηγική καταγράφει σχεδόν διπλάσιο καθαρό χρέος, 6,5 δισ. ευρώ) σε απόλυτα μεγέθη σε σχέση με το 2019.

Το 2019 η ΔΕΗ ήταν μια εταιρεία που έβγαινε από μια βαθιά κρίση πολλών ετών (κρίση που ξεκινάει πολύ πριν το 2015), αλλά όχι μια τυπικά χρεοκοπημένη επιχείρηση. Παρά τις μεγάλες ζημιές, τη στενότητα ρευστότητας και την πίεση από το κόστος των δικαιωμάτων CO₂ και τον λιγνίτη, διατηρούσε θετική καθαρή θέση άνω των 3 δισ. ευρώ, συνολικό ενεργητικό περίπου 13,6 δισ. ευρώ και μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές και ενεργειακές υποδομές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η διατήρηση της δημόσιας πλειοψηφίας σε καμία περίπτωση δεν ήταν ασύμβατη με την εξυγίανση και τον μετασχηματισμό της επιχείρησης. Άλλωστε, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι δημόσιες ενεργειακές εταιρείες μπορούν να είναι επενδυτικά δυναμικές και κερδοφόρες, λειτουργώντας ταυτόχρονα με όρους κοινωνικής ανταπόδοσης. Το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν αν θα υπάρξει εξυγίανση και αναδιάρθρωση της εταιρείας, αλλά ο ρυθμός, η ένταση και ο τρόπος εφαρμογής της εξυγίανσης μέσω της πράσινης μετάβασης με ευρεία διάχυση των ωφελειών της μετάβασης (θέσεις εργασίας, θωράκιση απέναντι σε κρίσεις).Έτσι κι αλλιώς, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη πριν από τις εκλογές του 2019 θέσει ως στρατηγικό στόχο για τη ΔΕΗ τον πράσινο μετασχηματισμό, με έμφαση στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και των δικτύων διανομής του ΔΕΔΔΗΕ.

[...] Στην πραγματικότητα, η ΔΕΗ δεν φαίνεται πλέον να κινείται με βασικό στόχο τη σταθεροποίηση και τη μακροπρόθεσμη ισορροπία της εταιρείας, αλλά με τη λογική μιας επιθετικής χρηματοοικονομικής μεγέθυνσης, που στηρίζεται σε αυξανόμενο δανεισμό και διαρκή ανάληψη νέου επιχειρηματικού ρίσκου. Και όλα αυτά, χωρίς να προκύπτει μέχρι σήμερα μια αντίστοιχα σαφής και μετρήσιμη κοινωνική ανταπόδοση για τα νοικοκυριά και την πραγματική οικονομία.

Μύθος 3: «Το μεγάλος όφελος του Δημοσίου από τη νέα επένδυση της ΔΕΗ είναι η είσπραξη υψηλών μερισμάτων μέσα στα επόμενα χρόνια»

Αλήθεια: Η ΔΕΗ, στο επενδυτικό πλάνο των 24 δισ. ευρώ που παρουσίασε στις 23 Απριλίου, υπόσχεται μερίσματα ύψους 1,4 ευρώ ανά μετοχή. Θυμίζουμε ότι η ΔΕΗ μοίρασε το 2025 μέρισμα 0,4 ευρώ ανά μετοχή. Στο σημείο αυτό μπορούν να γίνουν διάφοροι υπολογισμοί για την εκτίμηση του χρόνου απόσβεσης της δημόσιας συμμετοχής αλλά για μας η ουσία βρίσκεται αλλού. Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο σε πόσα χρόνια μπορεί λογιστικά να αποσβεστεί η συμμετοχή του Δημοσίου στη νέα ΑΜΚ, αλλά αν το Δημόσιο πρέπει να περιορίζεται στον ρόλο του μετόχου που προσδοκά μερίσματα ή αν οφείλει να διασφαλίζει χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και στρατηγικό έλεγχο.

Η στρατηγική επιλογή της ΔΕΗ να λειτουργεί με μοναδικό γνώμονα την αύξηση της χρηματιστηριακής της αξίας και της υψηλής κερδοφορίας όχι μόνο δεν ωφελεί το Δημόσιο αλλά συχνά μιλάμε για αντικρουόμενα συμφέροντα. Και αυτό συμβαίνει γιατί εδώ εντοπίζεται μια δομική αντίφαση: η μετοχική αξία και τα μερίσματα της εταιρείας τείνουν να αυξάνονται σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης, όταν την ίδια στιγμή οι συνθήκες αυτές οδηγούν σε ασφυξία με τους υψηλούς λογαριασμούς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Ολόκληρη η ανάλυση του ΙΝΑΤ είναι διαθέσιμη εδώ.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή