Ποιος είναι ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος της ΝΔ;
Ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ΝΔ δεν είναι ούτε ο Τσίπρας ούτε ο Σαμαράς. Είναι ο κακός της εαυτός
Snapshot
- Ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι οι πολιτικοί αντίπαλοι Τσίπρας ή Σαμαράς, αλλά τα εσωτερικά προβλήματα και η αδυναμία της ίδιας της κυβέρνησης.
- Η Νέα Δημοκρατία χάνει έδαφος επειδή δεν πείθει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την οικονομική δυσκολία και την ακρίβεια που επηρεάζουν τα νοικοκυριά.
- Συνεχείς μικροσκάνδαλα και αχρείαστες γκάφες στελεχών επιδεινώνουν την εικόνα φθοράς της κυβέρνησης και αναγκάζουν τον πρωθυπουργό σε συχνές παρεμβάσεις.
- Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μείωση της εμπιστοσύνης προς τη Νέα Δημοκρατία, με πολλούς ψηφοφόρους να επιλέγουν αποχή ή να δηλώνουν αναποφάσιστοι.
- Η απώλεια της μεταρρυθμιστικής ορμής της δεύτερης κυβερνητικής θητείας έχει μειώσει το πολιτικό κεφάλαιο της Νέας Δημοκρατίας και απαιτείται ανασύνταξη και αυτοκριτική για να επανέλθει δυναμικά.
Η συζήτηση στο κυβερνητικό στρατόπεδο περιστρέφεται γύρω από το ποιος θα αποτελέσει τον βασικό αντίπαλο στις επόμενες εκλογές. Όμως η πραγματική απειλή για τη Νέα Δημοκρατία δεν βρίσκεται απέναντι, αλλά μέσα στην ίδια την κυβερνητική της λειτουργία.
Στη Νέα Δημοκρατία έχουν ανοίξει δύο διαφορετικές σχολές σκέψης για το ποιος θα είναι ο μεγάλος αντίπαλος στις επόμενες εθνικές εκλογές. Κάποιοι θεωρούν ότι ο Αλέξης Τσίπρας, μπορεί να ανατρέψει τις ισορροπίες στον χώρο της Κεντροαριστεράς και να εξελιχθεί στον βασικό διεκδικητή της εξουσίας. Άλλοι εκτιμούν ότι μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να προκαλέσει ο Αντώνης Σαμαράς, εάν τελικά αποφασίσει να ιδρύσει νέο κόμμα και να αποσπάσει κρίσιμες δυνάμεις από τη δεξιά πολυκατοικία.
Και οι δύο αναλύσεις, όμως, χάνουν την ουσία.
Ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι ούτε ο Τσίπρας ούτε ο Σαμαράς. Είναι ο κακός της εαυτός.
Η κυβέρνηση δεν χάνει πολιτικό έδαφος επειδή υπάρχει σήμερα ένας πανίσχυρος αντίπαλος απέναντί της. Χάνει έδαφος επειδή αδυνατεί να πείσει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το μεγαλύτερο πρόβλημα των πολιτών: την οικονομική δυστοκία και την ακρίβεια που εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά.
Παράλληλα, σχεδόν κάθε εβδομάδα η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από μικρά ή μεσαίου μεγέθους σκάνδαλα στα οποία εμφανίζονται να εμπλέκονται γαλάζια στελέχη. Μπορεί το καθένα ξεχωριστά να μην έχει τη δυναμική να προκαλέσει πολιτικό σεισμό, όμως όλα μαζί δημιουργούν μια σωρευτική εικόνα φθοράς. Και όταν η πρώτη αντίδραση είναι η υποβάθμιση ή η επικοινωνιακή διαχείριση, αντί της άμεσης πολιτικής αντιμετώπισης, το πρόβλημα δεν λύνεται. Μεγαλώνει.
Οι αχρείαστες γκάφες
Σαν να μην έφτανε αυτό, αρκετοί υπουργοί και βουλευτές πέφτουν συχνά σε αχρείαστες γκάφες, ατυχείς δηλώσεις ή λανθασμένους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης να παρεμβαίνει για να διορθώσει τις εντυπώσεις και να δώσει διευκρινίσεις. Μια κυβέρνηση, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί με τον πρωθυπουργό σε μόνιμο ρόλο... πυροσβέστη.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών αποτυπώνεται πλέον και στις δημοσκοπήσεις. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί προβάδισμα, αλλά απέχει αισθητά από τα ποσοστά που της χάρισαν την άνετη αυτοδυναμία του 2023. Ένα σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων που την εμπιστεύθηκαν τότε, σήμερα επιλέγει την αποχή ή δηλώνει αναποφάσιστο, περιμένοντας να δει αν η κυβέρνηση μπορεί να διορθώσει την πορεία της.
Γιατί «έκατσαν» οι μεταρρυθμίσεις;
Υπάρχει και μία ακόμη παράμετρος. Η δεύτερη κυβερνητική θητεία δεν θυμίζει σε τίποτα τη μεταρρυθμιστική ορμή της πρώτης. Το στοιχείο που το 2019 και το 2023 έδινε στη Νέα Δημοκρατία το συγκριτικό της πλεονέκτημα απέναντι στους αντιπάλους της δείχνει σήμερα να έχει εξασθενήσει. Και όταν μια κυβέρνηση παύει να εκπέμπει την εικόνα ότι αλλάζει τη χώρα, αρχίζει σταδιακά να χάνει και το πολιτικό της κεφάλαιο.
Αν η Νέα Δημοκρατία θέλει πραγματικά να διεκδικήσει εκ νέου την αυτοδυναμία, οφείλει πρώτα να κοιτάξει στον καθρέφτη. Να κάνει ουσιαστική ομφαλοσκόπηση, να αναγνωρίσει τα λάθη, να διορθώσει τις παθογένειες και να επαναφέρει στο προσκήνιο το μεταρρυθμιστικό της στίγμα.
Διότι στην πολιτική, όταν δεν εντοπίζεις εγκαίρως το πραγματικό πρόβλημα, συνήθως δεν προλαβαίνεις ούτε να το λύσεις. Και ο πολιτικός χρόνος, όπως έχει αποδείξει πολλές φορές η ιστορία, είναι πάντοτε αμείλικτος.