Η θάλασσα ως δείκτης του μέλλοντος

Η θάλασσα απαιτεί πλέον σοβαρή διακυβέρνηση

Η θάλασσα ως δείκτης του μέλλοντος

Για δεκαετίες, η δημόσια συζήτηση γύρω από τη θάλασσα περιοριζόταν σε μια γνώριμη τριπλέτα: τουρισμός, αλιεία, ρύπανση. Σαν να επρόκειτο για τρεις ξεχωριστούς κόσμους, με ανεξάρτητα προβλήματα και λύσεις. Όμως η πραγματικότητα του 21ου αιώνα δεν επιτρέπει πλέον τέτοιες απλουστεύσεις.

Η θάλασσα δεν είναι απλώς ένας φυσικός χώρος που οφείλουμε να προστατεύσουμε για ηθικούς ή αισθητικούς λόγους, είναι μια κρίσιμη υποδομή από την οποία εξαρτάται η οικονομία, η επισιτιστική ασφάλεια, η κλιματική σταθερότητα, η γεωπολιτική ισορροπία και όλο και περισσότερο η ίδια η κοινωνική ανθεκτικότητα.

Αρκεί να σκεφτούμε πόσο «θαλάσσια» είναι η καθημερινότητά μας, ακόμη κι όταν δεν την αντιλαμβανόμαστε. Η συντριπτική πλειονότητα του διεθνούς εμπορίου μετακινείται δια θαλάσσης. Κάτω από την επιφάνειά της βρίσκονται τα τηλεπικοινωνιακά καλώδια που στηρίζουν την ψηφιακή λειτουργία του πλανήτη. Πάνω της αναπτύσσονται νέες μορφές παραγωγής ενέργειας, νέα δίκτυα διασύνδεσης και νέες οικονομικές διεκδικήσεις. Στις ακτές της, οι κοινωνίες συγκεντρώνουν πληθυσμούς και κεφάλαιο. Και μέσα της εξελίσσεται μια σιωπηλή, αλλά δραματική, αναδιάταξη της ζωής, που επιταχύνεται από την κλιματική αλλαγή.

Η θάλασσα, με άλλα λόγια, έχει περάσει από τη σφαίρα του «περιβάλλοντος» στη σφαίρα της «ασφάλειας». Όχι με τη στενή στρατιωτική έννοια, αλλά με την ευρύτερη έννοια της διατήρησης των βασικών λειτουργιών που επιτρέπουν στις κοινωνίες να επιβιώνουν και να αναπτύσσονται. Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «αγαπάμε τη θάλασσα», αλλά αν μπορούμε να τη διαχειριστούμε με επάρκεια σε μια εποχή ταυτόχρονων και αθροιστικών πιέσεων.

Η κλιματική κρίση, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς μια σταδιακή αύξηση της θερμοκρασίας. Στον θαλάσσιο χώρο μεταφράζεται σε αλλαγές στη στρωμάτωση των υδάτων, στην κυκλοφορία, στη διαθεσιμότητα οξυγόνου, στην οξίνιση, στα ακραία φαινόμενα και στις μεταβολές των βιολογικών κύκλων. Οι επιπτώσεις δεν εμφανίζονται πάντα θεαματικά. Συχνά εκδηλώνονται ως μετατοπίσεις: είδη που αλλάζουν κατανομή, αλιεύματα που μειώνονται ή εμφανίζονται σε απρόσμενα σημεία, τροφικά πλέγματα που γίνονται ασταθή. Η θάλασσα δεν «καταρρέει» με έναν θόρυβο. Απορρυθμίζεται με τρόπο που γίνεται κατανοητός μόνο όταν η ζημιά έχει ήδη συσσωρευτεί.

Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη δυσκολία, οι κοινωνίες μας είναι εκπαιδευμένες να αντιδρούν στο ορατό. Όμως τα θαλάσσια οικοσυστήματα λειτουργούν σε βάθος χρόνου και κάτω από την επιφάνεια. Η υποβάθμισή τους γίνεται αργά, με μικρές αλλαγές που δεν χωρούν εύκολα σε τίτλους ή τηλεοπτικά πλάνα. Όταν ένα οικοσύστημα φτάσει σε κρίσιμο σημείο, η ανάκαμψη μπορεί να απαιτεί δεκαετίες αν είναι καν δυνατή. Αυτό κάνει τη θάλασσα ένα πεδίο στο οποίο η πολιτική της πρόληψης δεν είναι απλώς «καλή πρακτική», αλλά ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος.

Η ρύπανση αποτελεί ένα δεύτερο πεδίο, συχνά παρεξηγημένο. Εδώ και χρόνια, η συζήτηση εξαντλείται στα πλαστικά μιας χρήσης και στις εικόνες παραλιών γεμάτων απορρίμματα. Όμως η σημερινή πρόκληση είναι βαθύτερη και πιο πολύπλοκη: τα μικροπλαστικά, οι χημικοί ρύποι, τα φαρμακευτικά κατάλοιπα, τα βαρέα μέταλλα και οι οργανικοί ρυπαντές συνιστούν ένα μίγμα αόρατων επιβαρύνσεων που δεν αντιμετωπίζονται με μια απλή καμπάνια καθαρισμού. Η θάλασσα δεν «λερώνεται» μόνο. Μετατρέπεται σταδιακά σε χώρο όπου αποθηκεύονται και ανακυκλώνονται ουσίες με μακροχρόνιες επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και στη δημόσια υγεία. Η είσοδός τους στην τροφική αλυσίδα δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας· είναι μια πραγματικότητα που απαιτεί σοβαρή παρακολούθηση, ρύθμιση και έλεγχο.

Παράλληλα, η υπεραλίευση και η μη βιώσιμη εκμετάλλευση των θαλάσσιων πόρων δεν αποτελούν μόνο οικολογικό πρόβλημα. Αποτελούν οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα, γιατί διαβρώνουν το μέλλον των παράκτιων κοινοτήτων, πιέζουν τις τοπικές αγορές και παράγουν αβεβαιότητα. Σε μια εποχή όπου η επισιτιστική ασφάλεια επιστρέφει ως κεντρικός όρος διεθνών συζητήσεων, η απώλεια της παραγωγικής ικανότητας της θάλασσας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «παράπλευρη απώλεια». Είναι στρατηγικό ρίσκο.

Ωστόσο, ίσως η πιο ανησυχητική παράμετρος είναι ότι οι πιέσεις δεν λειτουργούν αθροιστικά απλώς ως αριθμητική πρόσθεση, αλλά συνεργιστικά. Ένα οικοσύστημα που έχει ήδη αποδυναμωθεί από ρύπανση μπορεί να γίνει πολύ πιο ευάλωτο σε θερμικά κύματα. Ένας πληθυσμός που έχει πιεστεί από υπεραλίευση μπορεί να μην αντέξει την επιπλέον πίεση της κλιματικής μεταβολής. Οι κρίσεις δεν διαδέχονται η μία την άλλη· συνυπάρχουν και ενισχύονται. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο καταρρέει η παλιά λογική της διαχείρισης, που αντιμετωπίζει κάθε πρόβλημα σαν να έχει ένα «αρμόδιο υπουργείο» και μια ξεχωριστή διοικητική λύση.

Η Μεσόγειος αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας. Είναι μια σχεδόν κλειστή θάλασσα, με υψηλή βιοποικιλότητα αλλά και υψηλό επίπεδο ανθρωπογενών πιέσεων. Εκεί συμπυκνώνονται λιμάνια, ναυτιλία, τουρισμός, παράκτια δόμηση, αλιεία και ενεργειακές διεκδικήσεις, μέσα σε έναν χώρο περιορισμένο και ευαίσθητο. Όταν μιλάμε για τη Μεσόγειο, δεν μιλάμε για ένα «ειδικό» περιβαλλοντικό ζήτημα. Μιλάμε για ένα γεωγραφικό πεδίο όπου δοκιμάζεται η δυνατότητά μας να σχεδιάσουμε το μέλλον με όρους βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι κάνουμε. Και εδώ είναι που πρέπει να ειπωθεί κάτι καθαρά: δεν χρειαζόμαστε άλλη μία γενική προτροπή για «περισσότερη ευαισθητοποίηση». Η ευαισθητοποίηση είναι απαραίτητη, αλλά δεν είναι πολιτική. Δεν αποτελεί μηχανισμό εφαρμογής, ούτε εργαλείο λογοδοσίας. Αυτό που απαιτείται είναι μια μετάβαση από την αποσπασματική διαχείριση σε ένα μοντέλο σοβαρής θαλάσσιας διακυβέρνησης: με συστηματική παρακολούθηση, με δεδομένα προσβάσιμα, με στόχους που αξιολογούνται, με μέτρα που εφαρμόζονται και ελέγχονται, με σχέδια που λαμβάνουν υπόψη τις αθροιστικές επιπτώσεις.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει να αντιμετωπίζουμε τη θάλασσα όχι ως το «υπόλοιπο» της ξηράς αλλά ως πεδίο στρατηγικού σχεδιασμού. Σημαίνει να επενδύουμε στην επιστημονική γνώση και να τη μεταφράζουμε σε πολιτική: όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά, αλλά θεσμικά. Σημαίνει να δίνουμε στις υπηρεσίες ελέγχου τα εργαλεία και τους πόρους να κάνουν τη δουλειά τους. Και σημαίνει να αναγνωρίζουμε ότι η προστασία της θάλασσας δεν έρχεται σε σύγκρουση με την οικονομία· έρχεται σε σύγκρουση με το βραχυπρόθεσμο κέρδος που αγνοεί το πραγματικό κόστος.

Η θάλασσα είναι το κοινό μας κεφάλαιο, αλλά δεν είναι ανεξάντλητη. Η εποχή μας δεν ζητά απλώς να την «αγαπάμε». Ζητά να τη διαχειριστούμε με σοβαρότητα, γιατί πάνω της χτίζεται ένα μεγάλο μέρος του μέλλοντός μας. Και αν αποτύχουμε, το κόστος δεν θα είναι θεωρητικό, ούτε συμβολικό. Θα είναι μετρήσιμο σε λιγότερη τροφή, σε μεγαλύτερους κινδύνους, σε πιο ασταθή οικοσυστήματα, σε πιο ευάλωτες κοινωνίες.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή