Μπαμπάδες, η μάστιγα των γηπέδων στα παιδικά πρωταθλήματα: Ο περίφημος «Φάτον» και ο «Σκίστιτς»

Κάθε Σαββατοκύριακο τα γήπεδα γεμίζουν με γονείς που πιστεύουν ότι έχουν τους νέους αστέρες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου και οι συνομήλικοι αντίπαλοι είναι εχθροί των παιδιών τους

Μπαμπάδες, η μάστιγα των γηπέδων στα παιδικά πρωταθλήματα: Ο περίφημος «Φάτον» και ο «Σκίστιτς»
Freepik Company S.L. - www.freepik.com

Κάθε Σαββατοκύριακο, τα γήπεδα των ποδοσφαιρικών ακαδημιών μετατρέπονται σε μικρά, αυτοσχέδια στάδια του Champions League. Εκεί, ανάμεσα σε πλαστικά καθίσματα, μπουφάν και χάρτινα ποτήρια καφέ, αναδεικνύεται μια ιδιαίτερη κατηγορία προπονητών της εξέδρας.

Είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν το άθλημα καλύτερα από τον Γκουαρντιόλα, βλέπουν παγκόσμιες συνομωσίες σε κάθε σφύριγμα του διαιτητή και θεωρούν με απόλυτη βεβαιότητα πως το παιδί τους είναι το επόμενο μεγάλο αστέρι του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Πίσω όμως από αυτή τη γραφική εικόνα, κρύβεται μια πιο σοβαρή προέκταση. Τα συνεχή φαινόμενα οπαδικής βίας που αμαυρώνουν δυστυχώς την εποχή μας αποτελούν πλέον μια επικίνδυνη πραγματικότητα, την οποία ως κοινωνία μοιάζουμε να συνηθίζουμε.

Θύτες και θύματα μοιάζουν να εναλλάσσουν ρόλους ανάλογα με το χρώμα της φανέλας τους, ενώ η πολιτεία μένει συνήθως στα ευχολόγια, στις τηρήσεις ενός λεπτού σιγής και στις εξαγγελίες μέτρων που ποτέ δεν γίνονται πράξη. Πολλοί πιστεύουν ότι όλα αυτά αφορούν μεμονωμένα περιστατικά και άλλοι ότι πρόκειται για ένα βαθύτερο κοινωνικό φαινόμενο. Ωστόσο, κανείς δεν στέκεται στις ευθύνες της ίδιας της οικογένειας, η οποία, αντί να στέλνει τα μικρά παιδιά στον αθλητισμό για το «ευ αγωνίζεσαι», τα στέλνει με κεντρικό σύνθημα το «Φάτον».

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν πρόκειται για κάποιο νέο ξένο ίνδαλμα των γηπέδων, ίσως γαλλικής καταγωγής. Ακριβώς όπως δεν υπήρξαν ποτέ τα παλαιότερα χρόνια στα ξερά γήπεδα του Αγρινίου οι φανταστικοί Γιουγκοσλάβοι «Σκίστιτς» και «Πελεκίστιτς».

Ο «Φάτον» είναι απλώς η πιο συχνή επωδός αρκετών μπαμπάδων στα γήπεδα, στην προσπάθειά τους να εμψυχώσουν τα βλαστάρια τους για να αντιμετωπίσουν τον συνομήλικο «εχθρό» της αντίπαλης ομάδας.

Όσοι βρίσκονται τα Σαββατοκύριακα στα γήπεδα για να παρακολουθήσουν τα παιδικά πρωταθλήματα, κυρίως του ποδοσφαίρου, έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με αυτή τη μάστιγα. Αντικρίζουν μπαμπάδες, αλλά πολλές φορές και μαμάδες, που πιστεύουν ακράδαντα ότι τα παιδιά τους είναι ο νέος Ρονάλντο, Μέσι, Μουζακίτης, Κωστούλας ή Κωνσταντέλιας. Σε αυτή τη στρεβλή οπτική, οι αντίπαλοι φαντάζουν εχθροί και ο (ταλαίπωρος) διαιτητής θεωρείται πάντα... στημένος με σκοπό να τους αδικήσει.

Πρόκειται συχνά για ανθρώπους της λογικής «ξέρεις ποιος είμαι εγώ» και φιγούρες που διατείνονται με στόμφο «πόσα χρόνια έπαιζα μπάλα στην Κωνωπίνα». Μέσα από τα πρόσωπα των παιδιών τους βλέπουν όλα αυτά που οι ίδιοι δεν έγιναν ποτέ. Πλέον με τον φραπέ στο χέρι και το τσιγάρο στο στόμα δίνουν τα φώτα τους.

Δεν σκέφτονται ότι στα γήπεδα αυτά βρισκόμαστε πρωτίστως για την υγεία των παιδιών και τη (σωστή) διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους και όχι για το ποιος θα επιβιώσει σε μια αρένα με λιοντάρια.

Αγνοούν το γεγονός ότι από τα χιλιάδες παιδιά που αγωνίζονται κάθε Σαββατοκύριακο, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού θα μπορέσουν πιθανόν να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα. Θα είναι ίσως τα πιο ικανά, ίσως τα πιο τυχερά, αλλά σίγουρα όχι εκείνα των οποίων ο μπαμπάς φωνάζει πιο δυνατά. Μιλάμε για ανθρώπους που, αν τους δώσεις μια μπάλα, θα την πάνε στο αστυνομικό τμήμα περνώντας την για βόμβα. Ή στην καλύτερη περίπτωση, θα απαντήσουν ως άλλος Γιάννης Ζουγανέλης στην ερώτηση της συζύγου τους για ένα φάουλ στο κέντρο του γηπέδου: «Ήταν πέναλτι; Ο ορισμός του πέναλτι γυναίκα!».

Και εκεί δίπλα στους μπαμπάδες που εξηγούν τα μυστικά τους αθλήματος στέκουν αγέρωχες και κάποιες μητέρες, οι οποίες μπορεί να μην καταλαβαίνουν τι βλέπουν αλλά είναι σίγουρες ότι πίσω από κάθε φάουλ εις βάρος του γιου τους υπάρχει σκοπιμότητα. Δεν είναι σπάνιες οι φορές που μπορεί ακόμα και να βρίσουν ή να μειώσουν φραστικά ένα άλλο παιδί, απλώς και μόνο επειδή τόλμησε να ακουμπήσει τον κανακάρη τους.

Εκτός από τη συλλογική ευθύνη αυτών των (λίγων ή πολλών) γονέων, υπάρχει και η σημαντική ευθύνη των προπονητών. Παρότι αποτελούν μειονότητα, είναι υπαρκτοί. Είναι εκείνοι που επιλέγουν να μην κάνουν παρατηρήσεις στους γονείς για να μην δυσαρεστήσουν τον πελάτη και αυτοί που ανεβάζουν ή κατεβάζουν παιδιά στις ενδεκάδες ανάλογα με τις παρέες των γονιών και τη «δύναμή» τους. Για κάποιους, αρκεί να πέφτουν κανονικά οι συνδρομές και όλα τα υπόλοιπα θεωρούνται καλώς καμωμένα.

Οι μεγάλες ΠΑΕ απαγορεύουν στους γονείς να παρακολουθήσουν τις προπονήσεις ή τους αγώνες των παιδιών και όσο κι αν είναι κάτι που ορισμένους από εμάς μας δυσαρεστεί είναι πλέον απολύτως κατανοητό.

Άλλωστε, για όσους από εμάς μεγαλώσαμε στις αλάνες της επαρχίας, στήνοντας το δικό μας «Μαρακανά» στους δρόμους και στα χωράφια με τις καπνόριζες για τέρματα, όλα αυτά φαντάζουν εντελώς ξένα. Τότε, αν πήγαινες στο σπίτι με ματωμένα γόνατα, έψαχνες να βρεις δικαιολογίες για να μην αρπάξεις και καμιά ψιλή από τους γονείς σου, ενώ τώρα το μόνο που ακούγεται από την κερκίδα είναι το... εμψυχωτικό «Φάτον».

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή