Το σχολείο που έχουμε δεν αρκεί για τον κόσμο που έρχεται
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους μιας άλλης εποχής, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών, της κοινωνίας και της σύγχρονης πραγματικότητας
Μαθητές σε σχολείο
Η συζήτηση για την εκπαίδευση στην Ελλάδα παραμένει εδώ και χρόνια εγκλωβισμένη στα ίδια ερωτήματα: εξετάσεις, ύλη, βάσεις, εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κι όμως, το πραγματικό πρόβλημα είναι βαθύτερο. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους μιας άλλης εποχής, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών, της κοινωνίας και της σύγχρονης πραγματικότητας.
Στην πράξη, πρόκειται για ένα μοντέλο που εξακολουθεί να δίνει σχεδόν αποκλειστική έμφαση στη γνώση, συχνά με τη μορφή αποστήθισης, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο δεξιότητες, αξίες, στάσεις ζωής και ουσιαστική κοινωνική καλλιέργεια. Το σχολείο, αντί να αποτελεί χώρο διαμόρφωσης προσωπικοτήτων, συνεργασίας, υπευθυνότητας, σεβασμού και κριτικής σκέψης, περιορίζεται πολλές φορές σε έναν μηχανισμό αξιολόγησης της επίδοσης.
Από πολύ νωρίς, το Δημοτικό και το Γυμνάσιο παύουν να αντιμετωπίζονται ως βαθμίδες ουσιαστικής παιδείας και μετατρέπονται σταδιακά σε στάδια μιας προδιαγεγραμμένης διαδρομής προς το Λύκειο. Και το Λύκειο, με τη σειρά του, συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο σε έναν προθάλαμο των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Έτσι, η εκπαιδευτική πορεία του παιδιού δεν οργανώνεται γύρω από την ολόπλευρη ανάπτυξή του, αλλά γύρω από έναν εξεταστικό στόχο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι βλέπουμε όλο και συχνότερα συμπεριφορές έντασης, απαξίωσης και έλλειψης ορίων μέσα στη σχολική κοινότητα από μαθητές προς εκπαιδευτικούς, από γονείς προς το σχολείο, αλλά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αντίστροφα. Όταν ένα σύστημα μαθαίνει στα παιδιά κυρίως να ανταγωνίζονται και όχι να συνυπάρχουν, να αποδίδουν και όχι να ωριμάζουν, τότε δεν διαμορφώνει ολοκληρωμένες προσωπικότητες, αλλά νέους ανθρώπους με ελλιπή κοινωνικά και παιδαγωγικά εφόδια.
Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μια ακόμη αποσπασματική αλλαγή στην ύλη, στις εξετάσεις ή στη μορφή του σχολικού προγράμματος. Είναι η ανάγκη για μια βαθιά και ουσιαστική επαναθεμελίωση του ίδιου του ρόλου του σχολείου. Αν θέλουμε να μιλήσουμε ειλικρινά για την εκπαίδευση στην Ελλάδα, οφείλουμε να δούμε το πρόβλημα στη ρίζα του: στη φιλοσοφία, τη δομή και τον προσανατολισμό ενός συστήματος που σε πολλά επίπεδα δείχνει να έχει μείνει πίσω από την εποχή του. Και αυτή η αναγκαία αλλαγή δεν μπορεί να αφορά μόνο το τέλος της εκπαιδευτικής διαδρομής, αλλά οφείλει να ξεκινά από τα θεμέλιά της: την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και το Γυμνάσιο. Μόνο έτσι μπορεί να οδηγήσει και σε έναν ουσιαστικό επανασχεδιασμό του τρόπου εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο οποίος είναι πλέον επιβεβλημένος.
Το Δημοτικό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή εισαγωγική βαθμίδα προς τα επόμενα στάδια της σχολικής πορείας. Είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο για τη διαμόρφωση της σχέσης του παιδιού με τη μάθηση, τον εαυτό του και τους άλλους. Γι’ αυτό και χρειάζονται προγράμματα σπουδών που να συνδυάζουν τη γνώση με δεξιότητες, στάσεις και έννοιες απολύτως απαραίτητες για τη ζωή. Ένα σχολείο που δεν θα διδάσκει μόνο γλώσσα, μαθηματικά ή ιστορία, αλλά και συνεργασία, υπευθυνότητα, σεβασμό, συναισθηματική διαχείριση, αυτογνωσία και επικοινωνία. Η εκπαίδευση οφείλει να προετοιμάζει το παιδί όχι μόνο για την επόμενη τάξη ή βαθμίδα, αλλά για την ίδια τη ζωή.
Αντίστοιχα, στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι αναγκαία μια ουσιαστική αναδιάρθρωση των προγραμμάτων σπουδών, ώστε το σχολείο να ξαναγίνει χώρος ενεργής συμμετοχής και ουσιαστικού ενδιαφέροντος για τους μαθητές. Δεν αρκεί να μιλάμε για αλλαγή περιεχομένου· χρειάζεται αλλαγή προσέγγισης. Περισσότερες εργασίες, ερευνητικές δραστηριότητες και βιωματικές μορφές μάθησης μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να καλλιεργήσουν δεξιότητες όπως η συνεργασία, η έρευνα, η δημιουργικότητα, η επίλυση προβλημάτων και η κριτική σκέψη.
Καμία όμως ουσιαστική αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την ενίσχυση του ίδιου του εκπαιδευτικού. Η διαρκής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τυπική υποχρέωση, αλλά ως βασικός πυλώνας ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος. Ο εκπαιδευτικός του σήμερα καλείται να διαχειριστεί πολύ περισσότερα από τη διδασκαλία ενός μαθήματος: νέα παιδαγωγικά δεδομένα, τεχνολογικά εργαλεία, σύνθετες συμπεριφορές και διαφορετικά μαθησιακά προφίλ. Για να μπορέσει να ανταποκριθεί ουσιαστικά σε αυτόν τον ρόλο, χρειάζεται υποστήριξη, εργαλεία και ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης. Και αυτό προϋποθέτει μια πιο ώριμη συνεργασία ανάμεσα στην Πολιτεία, την εκπαιδευτική κοινότητα και τους γονείς.
Ταυτόχρονα, είναι αδύνατον να μιλάμε για σύγχρονη εκπαίδευση χωρίς ουσιαστική σύνδεση με την αγορά εργασίας και τις πραγματικές προοπτικές του σήμερα και του αύριο. Η Πολιτεία οφείλει να παρακολουθεί συστηματικά τις μεταβολές και τις ανάγκες της οικονομίας, να αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό και να δίνει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στην επαγγελματική κατάρτιση τη δυνατότητα να προσαρμόζονται ουσιαστικά σε αυτές. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ευελιξία για τα πανεπιστήμια και τα δημόσια Σ.Α.Ε.Κ. , ώστε να μπορούν, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να αναπτύσσουν ή να ανανεώνουν προγράμματα σπουδών που να ανταποκρίνονται σε σύγχρονες και πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, προσφέροντας τον αναγκαίο αριθμό αποφοίτων σε τομείς όπου υπάρχουν ουσιαστικές προοπτικές απορρόφησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το σχολείο ή το πανεπιστήμιο πρέπει να μετατραπούν σε έναν στενό μηχανισμό επαγγελματικής εξειδίκευσης. Σημαίνει, όμως, ότι οφείλουν να βοηθούν τους νέους να κατανοούν καλύτερα τον κόσμο των σπουδών, των επαγγελμάτων, των δεξιοτήτων και των επιλογών τους.
Στην πραγματικότητα, ο μεγάλος στόχος θα έπρεπε να είναι πολύ πιο φιλόδοξος: να δημιουργήσουμε ένα σχολείο στο οποίο τα ίδια τα παιδιά θα ήθελαν πραγματικά να φοιτούν. Ένα σχολείο που δεν θα βιώνεται ως ένα περιβάλλον συνεχούς πίεσης και εξάντλησης αλλά ως χώρος ανάπτυξης, συμμετοχής, δημιουργίας, σχέσης και προοπτικής. Ένα σχολείο που θα εμπνέει αντί να βαραίνει, που θα κινητοποιεί αντί να απομακρύνει, που θα καλλιεργεί ουσιαστικά την προσωπικότητα και όχι μόνο την επίδοση.
Και για να γίνει αυτό, χρειάζεται κάτι που στην Ελλάδα συχνά απουσιάζει: μακροπρόθεσμος εθνικός σχεδιασμός. Η εκπαίδευση δεν μπορεί να αλλάζει αποσπασματικά ανά κυβερνητική θητεία, ούτε να εξαρτάται κάθε φορά από διαφορετικές πολιτικές λογικές και προσωρινές παρεμβάσεις. Αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι ένα δωδεκαετές εθνικό πλάνο για την εκπαίδευση, σχεδιασμένο με σοβαρότητα, συνέχεια και συναίνεση από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς: την Πολιτεία, την εκπαιδευτική κοινότητα, τα πανεπιστήμια, τους επιστημονικούς φορείς, αλλά κυρίως τους μαθητές. Ένα σχέδιο που δεν θα αφορά μόνο το σχολείο, αλλά και τον συνολικό επανασχεδιασμό της μετάβασης προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την αγορά εργασίας , με ένα νέο, δικαιότερο και ουσιαστικότερο πλαίσιο εισαγωγής που θα υπηρετεί τη μάθηση και όχι μόνο την εξέταση.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς ένα «καλύτερο σχολείο». Χρειάζεται ένα νέο εκπαιδευτικό συμβόλαιο με τα παιδιά της. Ένα σύστημα που θα τα προετοιμάζει όχι μόνο για να περάσουν σε μια σχολή, αλλά για να σταθούν με γνώση, δεξιότητες, αξίες, κρίση και αυτοπεποίθηση μέσα στον κόσμο που έρχεται. Και αυτή η αλλαγή δεν είναι πια μια θεωρητική συζήτηση. Είναι μια εθνική ανάγκη που δεν μπορεί να περιμένει άλλο.