Παραγραφή αδικημάτων: Πότε σβήνει το αξιόποινο και ποιες πράξεις εξαιρούνται
Η χρονική απομάκρυνση από το έγκλημα υποβαθμίζει την ανάγκη εκδήλωσης αντίδρασης και κολασμού της εκάστοτε εγκληματικής πράξης από το κράτος
*Γράφει η Χρυσούλα Τσιώτση, νομικός, δικαστική υπάλληλος
Πολύ συχνά αναφέρεται στο ποινικό δίκαιο, ο λόγος παραγραφής αξιοποίνου ή η παραγραφή ποινής ενός αδικήματος. Ας δούμε όμως τον βασικό λόγο που δικαιολογεί τη θεσμοθέτηση της παραγραφής.
Ένας λοιπόν βασικός λόγος που επέβαλε τη θεσμοθέτηση της παραγραφής είναι το γεγονός ότι η χρονική απομάκρυνση από το έγκλημα υποβαθμίζει την ανάγκη εκδήλωσης αντίδρασης και κολασμού της εκάστοτε εγκληματικής πράξης από το κράτος .Δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ο κολασμός του δράστη, ειδικά όταν ο τελευταίος έχει επιδείξει σύννομη συμπεριφορά ως ότου διαπιστωθεί η εγκληματική του πράξη, εφόσον η μεταγενέστερη σύννομη συμπεριφορά του σε σχέση με τα έννομα αγαθά στερεί από την μεταγενέστερη επιβολή της ποινής, κάθε πρακτική χρησιμότητα.
Από νομική σκοπιά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παραγραφή έχει θετικό πρόσημο, καθώς η ορθότητα της δικαιοδοτικής κρίσης , υποβαθμίζεται όταν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη της εγκληματικής ενέργειας κι έτσι αλλοιώνονται ή και εξαφανίζονται τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
Φυσικά, υπάρχουν ορισμένα απαράγραπτα αδικήματα, όπως μπορούμε να δούμε στη Διεθνή Σύμβαση για το απαράγραπτο των εγκλημάτων πολέμου και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας .Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΔΔΑ) δέχεται περιορισμούς στο θεσμό της παραγραφής , όταν π.χ πρόκειται να προστατευθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια για παράδειγμα το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η χορήγηση αμνηστίας σε υπαλλήλους που κατηγορούνται για τέλεση βασανιστηρίων είναι αποδοκιμαστέα ενέργεια.
Στην ελληνική έννομη τάξη διαχωρίζεται η παραγραφή του αξιοποίνου (άρθρο 111 παρ.1 Π.Κ) από την παραγραφή των ποινών που προβλέπεται στα άρθρα 114 επ. του ΠΚ διότι σε αυτή την περίπτωση δεν παρεμποδίζεται η επιβολή της ποινής, αλλά δεν εκτελείται η επιβληθείσα ποινή.Η παραγραφή των ποινών αρχίζει από την ημέρα που η καταδικαστική απόφαση έγινε αμετάκλητη.
Δυνάμει του Ν. 4689/20 έγινε προσπάθεια αποσυμφόρησης των δικαστηρίων από ποινικές υποθέσεις με μικρή απαξία.
Στα αδικήματα που παραγράφονται ανήκουν αυτά για τα οποία προβλέπεται ποινή έως ένα έτος ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Τέτοια αδικήματα που παραγράφονται είναι η απείθεια (άρθρο 169 ΠΚ), ελαφρά σωματική βλάβη (308 ΠΚ), Απειλή ( 333 ΠΚ), Εξύβριση ( 361 ΠΚ), Κλοπή και υπεξαίρεση μικρής αξίας (Άρθρο 377 ΠΚ), Φθορά ξένης ιδιοκτησίας μικρής αξίας ( 378 ΠΚ).
Περαιτέρω, προβλέπεται και παραγραφή των ποινών έως 6 μηνών, των χρηματικών ποινών και ποινών κοινωφελούς εργασίας που έχουν επιβληθεί αυτοτελώς κι όχι κατά μετατροπή ποινής φυλάκισης κατά τον παλαιό Ποινικό Κώδικα.
Ωστόσο, προβλέπονται και αρκετές εξαιρέσεις για αδικήματα που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγραφής, καθώς και η ρήτρα ότι η παραγραφή δεν ισχύει και η ποινική δίωξη ή η εκτέλεση της ποινής εξακολουθεί να ισχύει αν ο καταδικασθείς υποπέσει μέσα σε δύο χρόνια από τη δημοσίευση του Νόμου 4689/2020 (δηλαδή μέχρι τις 27/5/2022) σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών.
Η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (άρθρο 112 ΠΚ).
Σε περιπτώσεις συμμετοχής (ήτοι συνέργεια, ηθική αυτουργία) η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο τέλεσης της πράξης του φυσικού αυτουργού.
Σε περιπτώσεις διαρκών εγκλημάτων (όπως παράνομη οπλοφορία, αρπαγή), ο χρόνος αρχίζει από τη στιγμή που παύει να υφίσταται η παράνομη κατάσταση.
Επίσης, σε εγκλήματα κατά ανηλίκων η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι την ενηλικίωση του εκάστοτε θύματος.
Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται κατ’ άρθρο 113 ΠΚ για όσο χρόνο δεν μπορεί ν’ αρχίσει η ποινική δίωξη, καθώς και για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία.
Η αναστολή της παραγραφής δεν μπορεί να διαρκέσει για περισσότερο από πέντε (5) χρόνια για κακούργημα ή περισσότερο από τρία ( 3 ) χρόνια για πλημμέλημα.
Τ’ αδικήματα αυτά παραγράφονται ως εξής :
Α) τα πλημμελήματα μετά από πέντε (5) έτη σε περίπτωση που δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και μετά από οκτώ (8) έτη σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη
Β) τα κακουργήματα παραγράφονται μετά από δεκαπέντε ( 15 ) έτη σε περίπτωση που δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και μετά είκοσι (20) χρόνια σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Οι προαναφερθείσες προθεσμίες αρχίζουν την ημέρα τέλεσης του αδικήματος.
Συνεπώς, τεκμαίρεται ότι ο απώτατος χρόνος παραγραφής ενός κακουργήματος το οποίο απειλείται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης είναι τα είκοσι χρόνια μετά την τέλεση της πράξης, ενώ στα πλημμελήματα ο χρόνος παραγραφής είναι οκτώ χρόνια από την τέλεση της πράξης.
Βάσει των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι εάν δυνάμει κάποιου νόμου αλλάξει ο υπολογισμός του χρόνου τέλεσης ενός αδικήματος, αυτό θα έχει άμεση συνέπεια στο χρόνο που υπολείπεται για την παραγραφή του εν λόγω αδικήματος, οπότε σε αυτή την περίπτωση μπορεί να προκύψει άμεση ή συντομότερη παραγραφή των αδικημάτων.
Aναφορικά με την παραγραφή της ποινής, αυτή αφορά τις ποινές που επιβλήθηκαν αμετάκλητα, αλά δεν εκτελέστηκαν.Έτσι, παραγράφονται ως εξής :
1) Η ισόβια κάθειρξη μετά από 30 έτη
2) Η πρόσκαιρη κάθειρξη (5-15 έτη)μετά από 20 έτη
3) Η φυλάκιση και οι χρηματικές ποινές μετά από δέκα (10) έτη
4) Η παροχή κοινωφελούς εργασίας μετά από πέντε (5) έτη.
Οι παραγραφές ποινών αρχίζουν από την ημέρα, που κατέστησαν αμετάκλητες, δηλαδή όταν δεν υπάρχει πλέον κανένα περιθώριο προσφυγής στα δικαστήρια προκειμένου αυτή ν’ ανατραπεί. Οι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου εισαγγελέα.
Δέον ν’ αναφερθεί ότι η παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της ποινικής δίωξης δεν ισχύει για τα κάτωθι αδικήματα:
Εγκλήματα ρατσιστικού χαρακτήρα (άρθρ. 82Α ΠΚ), έκθεση σε κίνδυνο αντιποίνων από αμέλεια (142 ΠΚ), προσβολή συμβόλων του κράτους (άρθρο 155 ΠΚ), Νόθευση Εκλογής ή ψηφοφορίας Περιφερειακής ή Τοπικής αυτοδιοίκησης( 158 παρ. 2 ΠΚ), αντιποίηση πολιτικού αξιώματος( 160 ΠΚ), παραβίαση μυστικότητας ψηφοφορίας ( άρθρ. 163 ΠΚ) , Διατάραξη εκλογικής διαδικασίας ( 166 παρ. 1 ΠΚ), διατάραξη πλειστηριασμού (168 παρ 3 ΠΚ), παραβίαση δικαστικής απόφασης (169 Α ΠΚ), απόδραση κρατουμένου (άρθρο 173 παρ. 1 ΠΚ) , αντιποίηση (175 ΠΚ) , παραβίαση σφραγίδων ( 178 ΠΚ), διέγερση σε ανυπακοή ( 183 ΠΚ) , διέγερση σε διάπραξη εγκλημάτων (184 παρ. 1ΠΚ), δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικού πιστοποιητικού (άρθρ. 222 παρ. 1 εδ. α’), ψευδής καταγγελία ( άρθρο 230 ΠΚ) , παραβίαση μέτρων για πρόληψη ασθενειών από αμέλεια (285 παρ. 4 περ. α΄ΠΚ), σωματική βλάβη εμβρύου ή νεογνού από αμέλεια ( 304 Α παρ. 1 εδ. β’) , προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας (337 ΠΚ), παραβίαση υποχρέωσης σε διατροφή ( 358 ΠΚ), , κλοπή και υπεξαίρεση μικρής αξίας για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση (377 ΠΚ) , καθώς και του άρθρου 10 (διατάραξη κοινής ησυχίας) του Ν. 4637/2019) .
Χρυσούλα Τσιώτση
ΝΟΜΙΚΟΣ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
LL.B (Athens Law School) ;
LL.M in Information Technology and Telecoms Law (U.K-Glasgow)