Ένα Γράμ­μα στον Α­λέ­ξαν­δρο Πα­πα­δι­α­μάν­τη από τον Βασίλη Βασιλικό

Ο σπουδαίος, πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών.

Βασίλης Βασιλικός
Ο Βασίλης Βασιλικός έλαβε δεκάδες σημαντικές διακρίσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό
Eurokinissi/ Φωτογραφία Αρχείου
20'

Φτωχότερος είναι από σήμερα ο κόσμος των ελληνικών γραμμάτων και του πνεύματος. Ο Βασίλης Βασιλικός, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους και ο περισσότερο μεταφρασμένος μετά τον Νίκο Καζαντζάκη, «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών.

Συγγραφέας εκατό περίπου βιβλίων, αναγνωρισμένος και πολυβραβευμένος εντός και εκτός συνόρων θα αποτελεί πάντοτε μεγάλη μορφή και κομμάτι αναπόσπαστο των ελληνικών γραμμάτων και της νεότερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Kάνοντας μια έρευνα στο διαδίκτυο τις τελευταίες αυτές ώρες, θα βρει κανείς πληθώρα αφιερωμάτων, συνεντεύξεων, κειμένων, αναλύσεων και πολλών ακόμα άρθρων που τον αφορούν.

Εμείς θέλουμε να μοιραστούμε μαζί σας, ένα «Γράμμα στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη», όπως το βρίσκουμε στον Τό­μο Β’ «Mε­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’­40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’­67», από τις Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη (1989).

«Πό­λη τῆς Κα­γι­ούγ­κα

Δε­κέμ­βριος 1960

ΑΓΑΠΗΤΕ μου Ἀ­λέ­ξαν­δρε,

στὴν πό­λη αὐ­τὴ ἀ­π’ ὅ­που σοῦ γρά­φω τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ γράμ­μα, καὶ δέ­ξου το σὲ πα­ρα­κα­λῶ σὰν μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη ἔκ­φρα­ση εὐ­γνω­μο­σύ­νης γιὰ τὸ ἔρ­γο σου πού, ἐ­δῶ στὴν ξε­νι­τιά, εἶ­ναι ἡ μό­νη πα­τρί­δα ποὺ ἔ­χω καὶ περ­νῶ ἀ­πὸ τὸ ἕ­να δι­ή­γη­μα στὸ ἄλ­λο ὅ­πως ἐ­σὺ περ­νοῦ­σες ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο ἀ­κρο­γιά­λι τοῦ νη­σιοῦ σου, λοι­πὸν στὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τὴ λὲν Κα­γι­ούγ­κα, ἕ­ξι ὧ­ρες μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ἔ­φτα­σα προ­χτές. Τα­ξι­δεύ­α­με νύ­χτα καὶ σ’ ὅ­λο τὸ δρό­μο ἐ­νῶ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἔ­παι­ζε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κους ὕ­μνους, με­ρι­κοὺς τοὺς ἤ­ξε­ρα, κι ἔ­β­λε­πα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὰ μι­κρὰ σπί­τια τῆς ἐ­ξο­χῆς, ὅ­λα φω­τι­σμέ­να μὲ γιρ­λάν­τες ἀ­πὸ φῶ­τα, μὲ δέν­τρα χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα στὰ κά­δρα τῶν πα­ρα­θυ­ρι­ῶν. Με­ρι­κὰ εἶ­χαν ὁ­λό­κλη­ρη τὴ σκη­νὴ τῆς Γέν­νη­σης ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς πόρ­τες τους. Εἶ­χε χι­ο­νί­σει, μὲς στὸ πυ­κνὸ σκο­τά­δι τοῦ πα­γε­τώ­να, μοιά­ζαν πα­ρα­μυ­θέ­νια. Μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ νο­σταλ­γοῦ­σα τὰ κά­λαν­τά σου: «Χρι­στού­γεν­να, πρω­τούγεν­να, πρώ­τη γι­ορ­τὴ τοῦ χρό­νου, ἐ­βγᾶ­τε, ἀ­κοῦ­στε, μά­θε­τε τώ­ρα ὁ Χρι­στὸς γεν­νι­έ­ται».

Ἡ πό­λη «εἶ­ναι ἄ­σπρη σὰν τὸν Ἔ­λυμ­πο, σὰν τ’ ἄ­σπρο πε­ρι­στέ­ρι». Μι­κρή, σπι­τί­σια, ἴ­σως καὶ μι­κρό­χα­ρη, εἶ­ναι «ὁ­λό­γυ­ρα στὴ λί­μνη» ποὺ ὅ­μως δὲν ἔ­χει κα­μιὰ σχέ­ση μὲ τὴ λί­μνη ποὺ πε­ρι­γρά­φεις ἐ­σὺ στὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μά σου. Τού­τη ἡ λί­μνη ἡ Κα­γι­ούγ­κα, ἀ­π’ ὅ­που κι ἡ πό­λη τρά­βη­ξε τ’ ὄ­νο­μά της, δὲν ἔ­χει δυὸ οὐ­ρα­νοὺς οὔ­τε «κα­λα­μώ­νας σει­ό­με­νους ὑ­πὸ τοῦ ἀ­νέ­μου», οὔ­τε καὶ «βρύ­α, λύ­γους καὶ ἀ­σφό­δε­λους ποὺ ἀ­πέ­ζουν ἐκ τοῦ ἕ­λους τῆς λί­μνης καὶ ἐκ τοῦ λί­πους τοῦ βάλ­του κλί­νον­τα τὰς χθα­μα­λὰς κορυ­φάς των πρὸς τὸ ὕ­δωρ, ὡς ν’ ἀ­πέ­δι­δον εἰς τὴν λί­μνην τὴν ὀ­φει­λο­μέ­νην εὐ­γνώ­μο­να ὑ­πό­κλι­σιν». Τού­τη ἡ λί­μνη εἶ­ναι ἕ­να ἀ­δά­μα­στο θε­ριὸ καὶ τὰ λι­γο­στὰ σπί­τια τῆς πό­λης μιὰ χα­ψιὰ μπρο­στὰ στὸ ἀ­δη­φά­γο στό­μα της. Εἶ­ναι μιὰ προ­έ­κτα­ση ἄλ­λων λι­μνῶν ποὺ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν ὅ­λες με­τα­ξύ τους ὑ­πο­γεί­ως κι αὐ­τὸ τὸ συμ­πε­ραί­νουν ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι δὲ βρί­σκον­ται πο­τὲ στὸν πυθ­μέ­να τους τὰ πτώ­μα­τα τῶν πνιγ­μέ­νων. Τὴν εἶ­δα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πα­γω­μέ­νη. Πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ κα­θρέ­φτη της εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ γιὰ πάν­τα τὰ τε­λευ­ταῖ­α ρεύ­μα­τα τῶν νε­ρῶν. Κι ὡ­στό­σο ἡ ἀ­πά­τη φά­νη­κε ὅ­ταν πῆ­γα νὰ πα­τή­σω ἐ­πά­νω του, ἐμ­πι­στευ­ό­με­νος, εὐ­τυ­χῶς, πρῶ­τα τὸ ἕ­να μου πό­δι: ὁ πά­γος τό­τε ὑ­πο­χώ­ρη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ βρέ­θη­κα μὲ τὴν ἁρ­πά­γη ἑ­νὸς βάρ­βα­ρου θε­ριοῦ στὸν ἀ­στρά­γα­λο ποὺ ζη­τοῦ­σε νὰ μὲ ρου­φή­ξει ὅ­λον μέ­σα. Πιὸ πέ­ρα, μὲς στοὺς βρά­χους τῶν βου­νῶν καὶ τὰ πα­νύ­ψη­λα δέν­τρα τους, ἦ­ταν οἱ κα­ταρ­ρά­χτες. Ὁ κα­ταρ­ρά­χτης ἀ­πὸ μα­κριὰ ἔ­χει τὴν ὀ­μορ­φιά του. Ἀλ­λὰ ἀ­πὸ κον­τὰ δέ­χε­σαι τὴ βου­ή του σὰν μιὰ μπου­νιὰ στὸ στο­μά­χι σου καὶ θέ­λεις νὰ τὸν κλο­τσή­σεις μὲ τὸ πό­δι σου. Τὰ τύμ­πα­νά σου ὁ­λό­κλη­ρα δὲν τὸ χω­ρᾶν, ὅ­πως ἕ­να ἐκ­κλη­σά­κι, Ἀ­λέ­ξαν­δρε, δὲ δέ­χε­ται ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο χω­ριὸ κά­τω ἀπ’ τὶς στε­νὲς κα­μά­ρες του. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Κι ἔ­νι­ω­θα στε­γνός, πα­ρ’ ­ὅ­λο ποὺ βρε­χό­μου­να καὶ τὰ κό­κα­λά μου γί­ναν εὔ­θραυ­στα, σὰν ξε­ρό­κλα­δα κι εἶ­δα τὸ κορ­μί μου λί­πα­σμα γιὰ τὴν ἀ­νύ­παρ­κτη γῆ. Ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νο ποὺ μὲ τρό­μα­ξε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἦ­ταν κά­τι γι­γάν­τιοι στα­λα­κτί­τες ποὺ κρε­μό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὶς σπη­λι­ές, μὲ φόν­το τὸ μαῦ­ρο. Μοῦ φά­νη­καν ξαφ­νι­κὰ σὰν λα­ξευ­τι­κὰ σύ­νερ­γα κυ­κλώ­πων, σὰν μπρά­τσα σοῦ­περ μί­στερ ἀ­μέ­ρι­κα ποὺ ἀ­τρό­φη­σαν στὰ δά­χτυ­λα ἀλ­λὰ ποὺ κρά­τη­σαν ὅ­λη τὴν ἀρ­χι­κή τους δύ­να­μη στὰ πον­τί­κια.

Ὅ­ταν σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ μπαί­νον­τας τυ­χαῖ­α σ’ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο γιὰ νὰ φᾶ­με, μα­ζὶ μὲ τὴν Πό­πη, τὴν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου, γνώ­ρι­σα Ἀ­λέ­ξαν­δρε, ποι­ὸν νὰ φαν­τα­στεῖς, ναὶ τὸ Χρι­στο­δου­λή, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο παι­δὶ ποὺ λὲς στὸ δι­ή­γη­μά σου «Ὁ­λό­γυ­ρα στὴ Λί­μνη» ὅ­τι ἔ­πε­σε δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ νε­ρό της, τὴ μιὰ γιὰ νὰ σκα­λώ­σει σ’ ἕ­να νι­ο­βά­φτι­στο κα­ρά­βι «δὶς καὶ τρὶς τὸν ἐμ­πό­δι­σαν με­τ’ αὐ­στη­ρό­τη­τος πό­τε ὁ πρω­το­μά­στο­ρης, πό­τε εἷς τῶν μα­ραγ­κῶν» ὁ­πό­τε «τί νὰ κά­μῃ τό­τε καὶ αὐ­τός, ἀ­φοῦ δὲν ἠ­ξι­ώ­θη ν’ ἀ­να­βῇ ἐγ­καί­ρως εἰς τὸ πλοῖ­ον, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος ρι­φθεὶς εἰς τὴν θά­λασ­σαν, ἀ­κο­λου­θή­σας τὸ σκά­φος καὶ ἡ καρ­δί­α σου» λὲς σ’ αὐ­τὸν ποὺ ἀ­πευ­θύ­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μά σου, «ἠ­σθάν­θης πι­κρὸν νυγ­μὸν ζη­λο­τυ­πί­ας καὶ ἡ καρ­δί­α σου ἐ­πλη­γώ­θη ἀ­πὸ τὸ παι­δα­ρι­ῶ­δες τοῦ­το κα­τόρ­θω­μα τοῦ πτω­χοῦ Χρι­στο­δου­λῆ» κα­θὼς τὴν ἄλ­λη φο­ρὰ ποὺ ρί­χτη­κε πά­λι στὸ νε­ρὸ «χω­ρὶς νὰ δι­στά­σει, μὲ τὸ ὑ­πο­κά­μι­σον καὶ τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα, τὰ ὁ­ποί­α ἀ­πε­τέ­λουν πάν­το­τε ὅ­λην τὴν ἐν­δυ­μα­σί­αν του, ἐκ­πη­δή­σας ἀ­πὸ τὸν κα­λα­μῶ­να ἀ­προσ­δο­κή­τως, θαυ­μα­σί­ως γιὰ νὰ σώ­σει τὴ βάρ­κα τῆς ὡ­ραί­ας Πο­λυ­μνί­ας». Καὶ τε­λει­ώ­νεις τὸ δι­ή­γη­μα μὲ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μές. «Καὶ ὁ Χρι­στο­δου­λής; Ἔ­γι­νε ναυ­τι­κὸς πε­ρί­φη­μος, ἀλ­λ’ ἀ­πὸ ἐ­τῶν δὲν ἤ­κου­σες τί πε­ρὶ αὐ­τοῦ. Ἴ­σως νὰ ἐ­πῆ­γεν εἰς τὴν Ἀ­με­ρι­κήν, κα­θὼς τό­σοι ἄλ­λοι». Κι ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς Ἀ­λέ­ξαν­δρε, τὸν βρῆ­κα καὶ νὰ πῶς.

Τὸ γκαρ­σό­νι τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου ἀ­κού­γον­τάς μας νὰ μι­λᾶ­με μὲ τὴν Πό­πη ἑλ­λη­νι­κά, μᾶς εἶ­πε ὅ­τι ὁ «μπό­σης» ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας, ἀ­πὸ τὴ Σκιά­θο. Κα­θό­ταν στὸ γκι­σέ, ἕ­νας κο­τσο­νά­τος γέ­ρος, ἀ­χέ­πας, καὶ μοῦ μι­λοῦ­σε χω­ρὶς νὰ στα­μα­τή­σει νὰ χτυ­πᾶ στὸ μη­χά­νη­μα νού­με­ρα φαν­τα­στι­κά. Τὸν ρώ­τη­σα πῶς λε­γό­τα­νε καὶ μοῦ εἶ­πε Χρι­στο­δου­λὴς Πα­πα­δό­που­λος, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ γιὰ λό­γους συν­το­μί­ας τὸ ἔ­κα­νε Κρὶς Πά­πας. Στὴν ἀρ­χή, γιὰ νά­ ‘μαι εἰ­λι­κρι­νής, δὲ σὲ σκέ­φτη­κα. Ἀλ­λὰ ἔ­πει­τα φω­τί­στη­κε τὸ μυα­λό μου. Τὸν ρώ­τη­σα ἂν σὲ ἤ­ξε­ρε καὶ μοῦ ἀ­πάν­τη­σε πὼς βέ­βαι­α σὲ θυ­μό­ταν ἀ­χνὰ «κα­λὸς ψάλ­της ὁ Ἄ­λεξ». Θυ­μό­ταν καὶ τὶς ἀ­δελ­φές σου ποὺ τοῦ δί­να­νε πάν­το­τε φρέ­σκα κα­ρύ­δια μέ­σα ἀ­π’ τὶς με­γά­λες τσέ­πες τους. Τὸν ρώ­τη­σα γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θῶ ἂν ἦ­ταν πο­τὲ ναυ­τι­κός. Ναί, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, ἀ­πὸ ναυ­τι­κὸς ξε­κί­νη­σε, ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα βα­ρέ­θη­κε τὶς θά­λασ­σες καὶ πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸ κα­ρά­βι. Σκα­στὸς καὶ λα­θραῖ­ος γιὰ πο­λὺ και­ρὸ κα­τά­φε­ρε νὰ κά­νει ἕ­ναν εἰ­κο­νι­κὸ γά­μο γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ὑ­πη­κο­ό­τη­τα. Με­τὰ κά­λε­σε τὴν κο­πέ­λα ἀ­π’ τὸ χω­ριό του καὶ παν­τρευ­τή­κα­νε ἐ­δῶ. Δού­λε­ψαν κι οἱ δυ­ὸ σκλη­ρά. «Στὰ χρό­νια τοῦ ντι­πρέ­σιο» μοῦ εἶ­πε «πε­ρά­σα­με με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ θα­νά­του». Που­λοῦ­σε σάν­του­ιτς στὴν ἀρ­χὴ σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη καὶ μὲ τὰ σάν­του­ιτς ἔ­πια­σε λε­φτὰ καὶ μ’ αὐ­τὰ τὰ λε­φτὰ ἄ­νοι­ξε ἕ­να μι­κρὸ μα­γα­ζά­κι κι ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζά­κι ἔ­φτα­σε τώ­ρα νά ‘χει καὶ τὰ τρί­α ἑ­στι­α­τό­ρια στὴν Κα­γι­ούγ­κα δι­κά του. Κι εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρή­φα­νος γιὰ τὰ λε­φτά του. Σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο τοῦ μα­γα­ζιοῦ κρέ­με­ται ἕ­να με­γά­λο ρο­λό­ι ποὺ οἱ δεῖ­χτες του δὲ δεί­χνουν ἀ­ριθ­μοὺς ἀλ­λὰ τὸ δω­δε­κά­θε­ο τῶν γραμ­μά­των τοῦ ἐ­κλα­τι­νι­σμέ­νου ὀ­νό­μα­τός του: C­h­r­i­ss P­a­p­p­as. Μοῦ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε ἔ­πει­τα ὅ­τι οἱ συγ­γε­νεῖς του ἀ­π’ τὸ νη­σὶ δὲ μέ­νουν πο­τὲ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ τὰ λε­φτὰ καὶ τὰ δέ­μα­τα ποὺ τοὺς στέλ­νει κι ὅ­λο τοῦ ζη­τοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρα. «Νο­μί­ζουν ἐ­κεῖ κά­τω», μοῦ εἶ­πε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, «ὅ­τι ἐ­δῶ τὰ ντό­λαρς πέ­φτουν ἀ­π’ τὸ σκά­ι. Δὲν ξέ­ρουν ὅ­τι δου­λεύ­ου­με ὂλ ντέ­ι λόγκ, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι κά­θον­ται στοὺς κα­φε­νέ­δες.­.­.­». Τὸ νη­σί του τὸ φαν­τα­ζό­ταν ἀ­κό­μα χω­ρὶς ἠ­λε­κτρι­σμό. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μί­σε­ψε δὲν ξα­να­πῆ­γε. «Θά ‘θε­λα νὰ ξα­να­πά­ω», πρό­σθε­σε «ἀλ­λὰ μο­νά­χα γιὰ βί­ζιτ. Ἐ­δῶ ἡ δου­λειὰ μᾶς χρει­ά­ζε­ται ὂλ ντέ­ι λόγκ». Κι ὕ­στε­ρα μᾶς προ­σκά­λε­σε νὰ πᾶ­με στὸ σπί­τι του τὴν ἄλ­λη μέ­ρα. Πρὶν φύ­γου­με μὲ ρώ­τη­σε τί σπου­δά­ζω ἐ­δῶ στὴν Ἀ­με­ρι­κή. «Τη­λε­ό­ρα­ση», εἶ­πα κι ὅ­πως δὲν ἔ­δει­ξε ὅ­τι κα­τα­λά­βαι­νε γιὰ τί πράγ­μα τοῦ μι­λοῦ­σα, δι­όρ­θω­σα: «Τε­λε­βί­ζιον». «Ὢ γκούντ, γκούντ» ἀ­να­φώ­νη­σε κι ἡ μη­χα­νὴ ση­μά­δε­ψε δε­κα­πέν­τε δο­λά­ρια. «Γκοὺντ νά­ιτ» εἶ­πα καὶ μὲ τὴν Πό­πη βγή­κα­με ἔ­ξω στὴν πα­γε­ρὴ νύ­χτα τῆς ἄ­γνω­στης αὐ­τῆς πό­λης, ἐ­νῶ θυ­μό­μου­να τὸν ἄλ­λον Χρι­στο­δου­λή, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο παι­δὶ ποὺ πε­ρι­γρά­φεις στὸ δι­ή­γη­μά σου, μὴν μπο­ρών­τας νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι ἔ­γι­νε αὐ­τὸς ὁ γέ­ρος, ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δὶ «ἐκ­πη­δή­σαν ἀ­πὸ τὸν κα­λα­μώ­να ἀ­προσ­δο­κή­τως, θαυ­μα­σί­ως, ὡς τε­λευ­ταῖ­ον ἀ­πο­μει­νά­ριον ἀρ­χαί­ας θε­ότη­τος, λι­μναί­ας καὶ ὑ­δρο­βί­ου ἄ­γνω­στον καὶ νο­θο­γε­νές, δι­αι­τώ­με­νον ἐ­κεῖ εἰς τοὺς κα­λα­μώ­νας, δι­α­φυ­γὸν τὴν προ­σο­χὴν τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κό­σμου, ποὺ ἐρ­ρί­φθη κο­λυμ­βῶν εἰς τὴν λί­μνην καὶ μὲ δέ­κα εἰ­ρε­σί­ας τῶν χει­ρῶν, μὲ ἄλ­λα τό­σα λα­κτί­σμα­τα τῶν πο­δῶν, μὲ τὴν κοι­λί­αν θί­γου­σαν κά­πο­τε εἰς τοὺς βάλ­τους, ἔ­φθα­σεν εἰς τὸ μέ­ρος ὅ­που εἶ­χε ἐμ­πλα­κεῖ ἡ βάρ­κα τῆς Πο­λυ­μνί­ας».

Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα πή­γα­με στὸ σπί­τι του. Τὸ σπί­τι εἶ­ναι στὴν ἀ­νη­φο­ριά, μὲ θέ­α πά­νω στὴν πα­γω­μέ­νη λί­μνη. Ἔ­χει ὅ­λα τὰ κομ­φόρ: πι­κὰπ καὶ ἔγ­χρω­μη τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἕ­να τρί­πα­το ψυ­γεῖο. Ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­πὸ τὴ Σκιά­θο κι αὐ­τή, εἶ­ναι ἐγ­γο­νὴ τοῦ μπαρ­μπα-Λού­κα, καὶ τρί­τη ξα­δέλ­φη τῆς Πο­λυ­μνί­ας. Θὰ τὴ θυ­μᾶ­σαι. Τώ­ρα βέ­βαι­α εἶ­ναι μιὰ συμ­πα­θέ­στα­τη ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα, μὲ με­γά­λα λυ­πη­μέ­να μά­τια καὶ μὲ γκρί­ζα μαλ­λιά. Καὶ ζεῖ ὁ­λο­μό­να­χη στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι κα­θὼς τὰ παι­διά της παν­τρεύ­τη­καν, δυ­ὸ κό­ρες κι ἕ­νας γιὸς καὶ ζοῦν σὲ ἄλ­λες πο­λι­τεῖ­ες. Μο­νά­χα ἡ μιὰ κό­ρη τους πῆ­ρε ἕ­να βέ­ρο Ἀ­με­ρι­κά­νο καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν τὴ συγ­χώ­ρε­σε ἀ­κό­μα ὁ Κρίς. Ἡ μά­να ὅ­μως ἔ­χει τὴ φω­το­γρα­φί­α της μὲς στὸ σα­λό­νι. Ἡ ἴ­δια περ­νά­ει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες της βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση, κα­θὼς τὸ κρύ­ο τῆς ἀ­πα­γο­ρεύ­ει νὰ βγεῖ. «Ξέ­ρε­τε» μᾶς λέ­ει «χι­ο­νί­ζει πο­λὺ ἐ­δῶ στὴν Κα­γι­ούγ­κα». Τὴ ρώ­τη­σα ἂν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σει πί­σω στὸ νη­σί. Ἤ­θε­λε ναί, ἀλ­λὰ ὄ­χι γιὰ πάν­τα. Ἀ­κό­μα κι ἡ Ἀ­θή­να δὲν τῆς ἄ­ρε­σε. Ἔ­χει ἄλ­λω­στε ἀ­γα­πή­σει τὸ μέ­ρος. «Κι ἔ­χει ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις». Μᾶς πρό­σφε­ρε κυ­δώ­νι γλυ­κὸ καὶ ρα­κὶ ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα.

Καὶ σύ, Ἀ­λέ­ξαν­δρε, «φι­λο­σο­φεῖς ὡς ἐ­γὼ καὶ οὐ­δὲν πράτ­τεις».

*Πρώτη δημοσίευση: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὸν Χεί­ρω­να, Δι­η­γή­μα­τα, Βιβλιοπωλεῖο τῆς «Ἑστίας», Ἰ.Δ. Κολλάρου, Ἀ­θή­να 1974. Μέσω του bonsai stories flash fiction, ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα, από το λογοτεχνικό περιοδικό Πλανόδιον.

Διαβάστε επίσης

Βασίλης Βασιλικός: Τι σημαίνει «Ζ» - Το βιβλίο που έγραψε Iστορία

Βασίλης Βασιλικός: Οι διακρίσεις και το έργο του

Βασίλης Βασιλικός: Ο συγγραφέας του «Ζ» που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο

Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή