«Θερμικές νησίδες»: Γιατί ορισμένες γειτονιές της Αθήνας είναι έως και 10 βαθμούς θερμότερες

Μια γειτονιά με δέντρα, σκιά και ανοιχτούς χώρους μπορεί να βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικό θερμικό περιβάλλον από μια περιοχή με πυκνή δόμηση, άσφαλτο, έντονη κυκλοφορία και ελάχιστο πράσινο

«Θερμικές νησίδες»: Γιατί ορισμένες γειτονιές της Αθήνας είναι έως και 10 βαθμούς θερμότερες

Καύσωνας ή έστω «πολλή ζέστη» στις γειτονιές της Αθήνας: Μια κατάσταση, τουλάχιστον, δύσκολη. Κι όμως, δεν είναι η ίδια ακριβώς παντού, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι τιμές της ατμοσφαιρικής θερμοκρασίας είναι το ίδιο υψηλές.

Μια γειτονιά με δέντρα, σκιά και ανοιχτούς χώρους μπορεί να βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικό θερμικό περιβάλλον από μια περιοχή με πυκνή δόμηση, άσφαλτο, έντονη κυκλοφορία και ελάχιστο πράσινο. Και οι διαφορές δεν είναι απλώς αισθητές: έχουν καταγραφεί από μετεωρολογικούς σταθμούς, επιτόπιες μετρήσεις αλλά και από δορυφόρους που εδώ και χρόνια χαρτογραφούν τη «γεωγραφία της ζέστης» στο Λεκανοπέδιο.

Σε μία από τις μεγαλύτερες δορυφορικές μελέτες για την Αττική, η διευθύντρια ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (ΕΑΑ) και επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας SENSE-NOA (Satellite-derived Environmental Services), Ιφιγένεια Κεραμιτσόγλου και οι συνεργάτες της ανέλυσαν περισσότερες από 3.000 εικόνες του δορυφορικού αισθητήρα MODIS σε βάθος δεκαετίας. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Remote Sensing of Environment το 2011, εντόπισε ημερήσια θερμά σημεία με ένταση 9-10 βαθμών Κελσίου σε σχέση με περιοχή αναφοράς. Η συγκεκριμένη τιμή, βέβαια, αφορά στις θερμοκρασίες επιφάνειας – Land Surface Temperature – και όχι κατ' ανάγκη τη θερμοκρασία του αέρα που θα έδειχναν δύο θερμόμετρα σε διαφορετικές γειτονιές.

1787907667261-84528691-picture1.jpg

Οι επιτόπιες μετρήσεις, πάντως, επιβεβαιώνουν ότι και στη θερμοκρασία του αέρα οι αποκλίσεις μέσα στην Αθήνα μπορεί να είναι πολύ μεγάλες. Μελέτη του ΕΚΠΑ στο κέντρο της πρωτεύουσας κατέγραψε μετά το μεσημέρι θερμοκρασίες έως 5°C υψηλότερες από την περιαστική περιοχή. Τις πρωινές ώρες, αντίθετα, κοντά σε μια μεγάλη πράσινη έκταση όπως ο Εθνικός Κήπος καταγράφηκαν θερμοκρασίες έως 2°C χαμηλότερες.

Πρόκειται για το αποτύπωμα της αστικής θερμικής νησίδας – ή, ακριβέστερα πλέον, των πολλών ενδοαστικών θερμικών νησίδων που έχουν σχηματιστεί στο λεκανοπέδιο της Αττικής.

Από την Ομόνοια και τον Ελαιώνα μέχρι τη Νίκαια και τον Πειραιά

Νεότερη έρευνα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία παρουσίασε το ΕΚΠΑ τον Ιούλιο του 2025, εντοπίζει εννέα χαρακτηριστικές θερμές αστικές ενότητες στον άξονα Αθήνας-Πειραιά: Ομόνοια, Κεραμεικός, Ελαιώνας, ΚΤΕΛ Κηφισού, Περιστέρι, Πετράλωνα, Λαχαναγορά Ρέντη, Νίκαια και λιμάνι Πειραιά. Το Πανεπιστήμιο επισημαίνει ότι υπάρχουν και πολλές άλλες αστικές ενότητες με υψηλές θερμοκρασίες.

1787907754596-602805852-picture2.jpg

Ο καθηγητής του ΕΚΠΑ και μέλος της Ευρωπαϊκής Επιστημονικής Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή Κωνσταντίνος Καρτάλης προχωρά μάλιστα ένα βήμα παραπέρα: Θεωρεί ότι η παραδοσιακή έννοια μιας ενιαίας αστικής θερμικής νησίδας για ολόκληρη την πόλη δεν αρκεί πλέον επιστημονικά. Όπως εξηγεί, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Αθηνών εστιάζουν στις «ενδοαστικές θερμικές νησίδες», δηλαδή τις περιοχές μέσα στην ίδια την Αθήνα που εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερες θερμοκρασίες από τις γειτονικές τους και, επομένως, μεγαλύτερη ευπάθεια στους καύσωνες. Σύμφωνα με τον ίδιο, έχουν και ένα κοινό «προφίλ», που χαρακτηρίζεται από πυκνή δόμηση, περιορισμένους διαδρόμους κυκλοφορίας του αέρα, εκτεταμένες επιφάνειες κατασκευαστικών υλικών, λιγοστό πράσινο και πρόσθετη θερμότητα από κτίρια και οχήματα, ιδιαίτερα κατά μήκος μεγάλων οδικών αξόνων.

Με απλά λόγια, το πού «βράζει» περισσότερο η Αθήνα δεν είναι τυχαίο. Συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με το πώς έχει χτιστεί.

Τι αποκάλυψαν 3.000 δορυφορικές εικόνες

Το πόσο διαφορετικά θερμαίνονται οι επιφάνειες της Αττικής αποτυπώθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια στη μελέτη «Identification and analysis of urban surface temperature patterns in Greater Athens, Greece, using MODIS imagery», που δημοσιεύθηκε στο Remote Sensing of Environment. Η ομάδαπου εργάστηκε στη μελέτη επεξεργάστηκε περισσότερες από 3.000 δορυφορικές εικόνες θερμοκρασίας επιφάνειας, οι οποίες κάλυπταν περίπου μία δεκαετία.

Την ημέρα εντοπίστηκαν τρία ιδιαίτερα ισχυρά hot spots: Μέγαρα, Ελευσίνα-Ασπρόπυργο καιΜεσόγεια. Η έντασή τους σε σχέση με την περιοχή αναφοράς έφτανε τους 9-10°C, ενώ οιυψηλότερες τιμές εμφανίζονταν περίπου στα μέσα Ιουλίου.

1787908010517-177595124-picture3.jpg

Τη νύχτα η εικόνα αντιστρεφόταν. Η χαρακτηριστική θερμική νησίδα εμφανιζόταν πλέον πάνω από το πυκνοδομημένο κέντρο της Αθήνας. Η ίδια μελέτη υπολόγισε τη μέση ένταση της νυχτερινής επιφανειακής θερμικής νησίδας στους 5,6°C και τη μέση έκτασή της στα 55,2 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Η άσφαλτος, το σκυρόδεμα και οι υπόλοιπες δομημένες επιφάνειες αποθηκεύουν ενέργεια όσο υπάρχει ήλιος και την αποδίδουν σταδιακά όταν νυχτώνει. Έτσι, όταν λιγότερο δομημένες περιοχές αρχίζουν να ψύχονται, το κέντρο της πόλης εξακολουθεί να εκπέμπει θερμότητα.

Το ΕΚΠΑ χαρτογράφησε τα μόνιμα hot spots

Το 2018, ερευνητές του ΕΚΠΑ υπό τον καθηγητή στο Τμήμα Φυσικής Ματθαίο Σανταμούρη, δημοσίευσαν το 2017 στο περιοδικό Climate τη μελέτη «Recognition of Thermal Hot and Cold Spotsin Urban Areas in Support of Mitigation Plans to Counteract Overheating: Application for Athens».

Η λογική της μελέτης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον σχεδιασμό της πόλης. Οι επιστήμονες δεν αναζήτησαν απλώς ποια περιοχή ήταν θερμότερη μια συγκεκριμένη ημέρα. Επιδίωξαν να αναγνωρίσουν περιοχές που εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερες ή χαμηλότερες θερμοκρασίες επιφάνειας, ώστε να προσδιοριστούν οι ζώνες στις οποίες χρειάζονται κατά προτεραιότητα μέτρα αντιμετώπισης της υπερθέρμανσης.

Οι ερευνητές πραγματοποίησαν εκτεταμένη εκστρατεία μετρήσεων στο κέντρο της Αθήνας από τις 22 Μαΐου έως τις 17 Ιουνίου, καταγράφοντας θερμοκρασίες και ροές αέρα σε διαφορετικά σημεία και συγκρίνοντάς τες με μετεωρολογικά δεδομένα αναφοράς.

1787908084726-336333783-picture4.jpg

Στις απογευματινές μετρήσεις, σημεία κοντά στην Ομόνοια και την Πατησίων παρουσίαζαν υψηλότερη θερμοκρασία αέρα από την περιαστική περιοχή. Συνολικά, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στις πυκνότερα δομημένες περιοχές του κέντρου, μετά το μεσημέρι, η διαφορά μπορούσε να φτάσει τους 5°C. Το πρωί συνέβαινε κάτι εντελώς διαφορετικό. Στα σημεία κοντά στον Εθνικό Κήπο και στη Βουλή καταγράφηκαν χαμηλότερες θερμοκρασίες, με τη διαφορά στην πράσινη ζώνη να φτάνει έως περίπου 2°C κάτω από την περιοχή αναφοράς.

Στην ίδια έρευνα καταγράφηκε ακόμη μία εντυπωσιακή διαφορά: Ανάμεσα σε ηλιοφώτιστη και σκιασμένη άσφαλτο η θερμοκρασία επιφάνειας μπορούσε να διαφέρει ακόμη και κατά 16°C. Μια ένδειξη, που αποτελεί ταυτόχρονα την πιο παραστατική απάντηση στο γιατί η σκιά ενός δέντρου δεν αποτελεί απλώς στοιχείο αισθητικής μέσα σε μια πόλη.

Τα στοιχεία της έρευνας του ΕΚΠΑ για την εξέλιξη της δόμησης είναι ενδεικτικά. Μεταξύ 2011 και2021 στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών μειώθηκαν κατά 3.429 οι μονοκατοικίες και κατά 7.020 οι διπλοκατοικίες, ενώ προστέθηκαν 30.160 κατοικίες σε νέες πολυκατοικίες. Στον Δυτικό Τομέα χάθηκαν 5.632 μονοκατοικίες και 6.400 διπλοκατοικίες, ενώ προστέθηκαν 22.203 κατοικίες σε πολυκατοικίες.

Η ίδια ανάλυση διαπιστώνει παράλληλα ότι η μέση μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία τη δεκαετία2011-2020 ήταν 1,6°C υψηλότερη από τη δεκαετία 1971-1980, ενώ στη μέση ελάχιστη θερμοκρασία η διαφορά ήταν 1,13°C. Η τάση αποδίδεται από τους ερευνητές στον συνδυασμό αστικοποίησης και κλιματικής αλλαγής.

1787908160360-697085058-picture5.jpg

Σε άλλη μελέτη του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, η ερευνήτρια Δήμητρα Φούντα και ο Ματθαίος Σανταμούρης εξέτασαν τη σχέση καύσωνα - θερμικών νησίδων στη μελέτη «Synergies between Urban Heat Island and Heat Waves in Athens (Greece), during an extremely hot summer(2012)», η οποία δημοσιεύθηκε το 2017 στο Scientific Reports.

Αναλύοντας πέντε επεισόδια καύσωνα το καλοκαίρι του 2012, οι δύο επιστήμονες εντόπισαν θετική ανάδραση μεταξύ καύσωνα και θερμικής νησίδας. Η μέση ένταση της UHI ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια των επεισοδίων έως και κατά 3,5°C σε σχέση με τις συνήθεις θερινές συνθήκες. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι αυτή η συνέργεια αυξάνει σημαντικά τον θερμικό κίνδυνο για τον αστικό πληθυσμό. Πρόκειται για ένα κρίσιμο συμπέρασμα: ο καύσωνας δεν προστίθεται απλώς πάνω στη ζέστη της πόλης. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες, τα δύο φαινόμενα μπορούν να ενισχύσουν το ένα το άλλο.

Πόσο πραγματικά δροσίζει ένα δέντρο

Για το πράσινο υπάρχουν πλέον και μετρήσεις σε επίπεδο δρόμου. Ο Ιωάννης Τσίρος, καθηγητής στο τμήμα Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών πραγματοποίησε μετρήσεις κάτω από τις κόμες δέντρων σε πέντε δρόμους στο Χαλάνδρι, κατά τη διάρκεια της εξαιρετικά θερμής περιόδου του 2007. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε το 2010 στο Renewable Energy, έδειξε ότι στις 14:00 η μέση μείωση της θερμοκρασίας του αέρα κάτω από τα δέντρα κυμαινόταν από 0,5 έως 1,6°C, ενώ στις 17:00 από 0,4 έως 2,2°C. Η μεγαλύτερη διαφορά 2,2°C, καταγράφηκε σε δρόμο με μεγάλη σκιασμένη από δέντρα επιφάνεια και περιορισμένη κυκλοφορία. Ο ίδιος υπολόγισε ακόμη, με απλοποιημένες παραδοχές, ότι το επίπεδο δενδροκάλυψης στους δρόμους που εξετάστηκαν μπορούσε να περιορίσει τη θερινή κατανάλωση ενέργειας για κλιματισμό κατά 2,6%-8,6% στη διάρκεια της ημέρας και κατά 2,9%-9,7% στις ώρες αιχμής.

1787908257188-692484331-picture6.jpg

Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν από σειρά ελληνικών ερευνών για αστικούς χώρους πρασίνου. Ανασκόπηση ερευνητών του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ το 2022 επισημαίνει ότι προηγούμενες μελέτες στην Αθήνα είχαν βρει υψηλότερες θερμοκρασίες στο δυτικό βιομηχανικό τμήμα και στο κέντρο και χαμηλότερες στα βόρεια και ανατολικά, ενώ έρευνες σε πάρκα, αυλές και δενδροφυτεμένους δρόμους επιβεβαιώνουν την τοπική ψυκτική επίδραση της βλάστησης.

Το υλικό του δρόμου επηρεάζει τις συνθήκες ζέστης

Η ιδιότητα μιας επιφάνειας να απορροφά ή να ανακλά την ηλιακή ακτινοβολία επίσης καθορίζει το πόσο θα θερμανθεί. Γι' αυτό οι επιστήμονες μελετούν τα λεγόμενα «ψυχρά υλικά», τα οποία έχουν μεγαλύτερη ανακλαστικότητα από τις συμβατικές σκούρες επιστρώσεις.

Η παρέμβαση, όμως, χρειάζεται να γίνεται με συνδυασμό μέτρων. Ο Κωνσταντίνος Καρτάλης υποστηρίζει ότι στις θερμικά επιβαρυμένες περιοχές απαιτούνται σχέδια προσαρμογής που θα περιλαμβάνουν πράσινες υποδομές, ψυχρά υλικά, σκίαση, ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων και περιορισμό πηγών θερμότητας όπως η κυκλοφορία των οχημάτων.

1787908306783-405326172-picture7.jpg

Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι ένα μέρος του προβλήματος μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα στην ίδια την πόλη. Περισσότερα δέντρα και συνεχείς πράσινες διαδρομές, σκιασμένα πεζοδρόμια και στάσεις, κατάλληλα υλικά στις επιφάνειες, μικρότερη παραγωγή ανθρωπογενούς θερμότητας και πολεοδομικός σχεδιασμός που δεν εμποδίζει τον αέρα μπορούν να περιορίσουν την έκθεση των κατοίκων σε συνθήκες υψηλής ζέστης, κάνοντας την πόλη περισσότερο βιώσιμη.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή