Άνω Λιόσια: Η στιγμή που τα ΕΚΑΜ εισβάλλουν στο «άνδρο» συμμορίας
αιφνιδιαστική επιχείρηση του Τ.Δ.Ε.Ε. Μεγαρέων και της ΟΠΚΕ στα Άνω Λιόσια έβαλε τέλος στην πολυεπίπεδη δράση 14μελούς οργάνωσης που λυμαινόταν την Αττική
Snapshot
- Η αστυνομική επιχείρηση στα Άνω Λιόσια οδήγησε στη σύλληψη 14 μελών εγκληματικής οργάνωσης με δράση από τον Ιανουάριο του 2026 και λεία άνω των 380.000 ευρώ.
- Η συμμορία διέπραττε κλοπές καταλυτών, διαρρήξεις κατοικιών, ληστείες και τηλεφωνικές απάτες με τη μέθοδο ψευδών τεχνικών ΔΕΔΔΗΕ και φοροτεχνικών.
- Κατασχέθηκαν επτά επιχειρησιακά οχήματα, οπλισμός, κάρτες SIM, κοσμήματα, ναρκωτικά και μετρητά κατά τις αιφνιδιαστικές έρευνες σε έξι σπίτια.
- Τα μέλη χρησιμοποιούσαν ψεύτικες πινακίδες, καλυμμένα πρόσωπα και συνεργούς-τσιλιαδόρους για να εκτελούν τις κλοπές και να αποφεύγουν τη σύλληψη.
- Οι τηλεφωνικές απάτες απέφεραν πάνω από 300.000 ευρώ, με τα θύματα να πείθονται να παραδώσουν χρήματα και κοσμήματα σε συνεργούς που εμφανίζονταν στα σπίτια τους.
Πάνοπλοι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ιδιοκτησίας Μεγαρέων και δυνάμεις της Ο.Π.Κ.Ε., με τη συνδρομή της Υ.Δ.Ε.Ε. Δυτικής Αττικής και παρουσία δικαστικών λειτουργών, περικύκλωσαν τα ξημερώματα της 9ης Οκτωβρίου 2026 τα σπίτια των βασικών υπόπτων στα Άνω Λιόσια.
Οι αιφνιδιαστικές έρευνες στις κατοικίες έξι κατηγορουμένων έφεραν στο φως ένα ολόκληρο εγκληματικό οπλοστάσιο και τα πειστήρια μιας καλοκουρδισμένης μηχανής παραγωγής μαύρου χρήματος. Οι αστυνομικοί εντόπισαν και κατάσχεσαν επτά επιχειρησιακά οχήματα από τα έντεκα που χρησιμοποιούσε η ομάδα, ειδικές λεπίδες για σπαθόσεγες κοπής καταλυτών, δεκάδες κάρτες SIM, σελίδες τηλεφωνικών καταλόγων, ηλεκτρικά πιεσόμετρα, κοσμήματα, ρούχα που ταυτοποιήθηκαν από κάμερες ασφαλείας, 26 γραμμάρια κάνναβης και μετρητά ύψους 2.915 ευρώ.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στις 10 Οκτωβρίου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και στις 14 Οκτωβρίου απολογήθηκαν ενώπιον του 14ου Τακτικού Ανακριτή. Η δικογραφία που έχει σχηματιστεί σε βάρος 14 ταυτοποιημένων μελών αποκαλύπτει μια ενιαία εγκληματική δομή που δρούσε αδιάλειπτα από τις αρχές Ιανουαρίου 2026, έχοντας αποκομίσει λεία άνω των 380.000 ευρώ μέσα από τέσσερις διαφορετικούς τομείς δράσης.
Νυχτερινές επιδρομές
Το πρώτο πεδίο δράσης της σπείρας αναπτύχθηκε μεταξύ Ιανουαρίου και αρχών Μαρτίου 2026, με στόχο παλαιότερα σταθμευμένα αυτοκίνητα στην περιοχή των Μεγάρων. Καταγράφηκαν τουλάχιστον 17 κλοπές καταλυτών και μία κλοπή πινακίδας κυκλοφορίας, προκαλώντας ζημιές 9.850 ευρώ. Οι δράστες ξεκινούσαν μεταμεσονύκτια από τα Άνω Λιόσια μέσα σε νοικιασμένα ή δανεικά αυτοκίνητα, στα οποία είχαν τοποθετήσει κλεμμένες πινακίδες. Η ομάδα κρούσης απαρτιζόταν από τρία άτομα με καλυμμένα πρόσωπα που έκοβαν τους καταλύτες σε ελάχιστα λεπτά, ενώ ένας τέταρτος συνεργός κρατούσε τον ρόλο του οδηγού και τσιλιαδόρου.
Η συμμορία δεν δίστασε να καταφύγει σε ακραία βία. Στις 16 Ιουνίου 2026 τα μέλη της διέπραξαν ληστεία, αποσπώντας από το θύμα τους με σωματική βία και απειλές το ποσό των 2.000 ευρώ.
Το τηλεφωνικό κέντρο, ο ψεύτικος «Μουρτζής» και το τέχνασμα του ΔΕΔΔΗΕ
Η πλέον κερδοφόρα δραστηριότητα της οργάνωσης ήταν οι τηλεφωνικές απάτες, οι οποίες απέφεραν ποσό άνω των 300.000 ευρώ μέσα από τουλάχιστον 40 καταγεγραμμένες υποθέσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Οι απάτες εκτελέστηκαν σε δύο φάσεις, από τον Μάρτιο έως τον Ιούλιο και από τα μέσα Αυγούστου και έπειτα. Βάση του τηλεφωνικού κέντρου ήταν τα Άνω Λιόσια, όπου τα μέλη λειτουργούσαν με επιχειρησιακές συνδέσεις καταχωρημένες σε στοιχεία τρίτων.
Τα μέλη της πρώτης γραμμής πραγματοποιούσαν διερευνητικές κλήσεις για να εντοπίσουν ηλικιωμένους ή ευάλωτους πολίτες. Μόλις διαπίστωναν πρόσφορο έδαφος, περνούσαν τη γραμμή στον κεντρικό τηλεφωνητή, ο οποίος συστηνόταν σταθερά ως «Αλέξης ΜΟΥΡΤΖΗΣ».
Στο βασικό τους σενάριο παρίσταναν τους τεχνικούς του ΔΕΔΔΗΕ. Προειδοποιούσαν για διαρροή ρεύματος, υπερκατανάλωση ή κίνδυνο άμεσης πυρκαγιάς στο ακίνητο, βάζοντας ταυτόχρονα ηχογραφημένα μηνύματα τηλεφωνικής εξυπηρέτησης για να πείσουν τα θύματα. Με το πρόσχημα της αποτροπής έκρηξης, έπειθαν τους πολίτες να μαζέψουν κοσμήματα και μετρητά σε συγκεκριμένο σημείο. Την ώρα που το θύμα βρισκόταν ακόμη στη γραμμή, κατέφθανε στο σπίτι ο «εισπράκτορας» και άρπαζε τα τιμαλφή. Αμέσως μετά την κλοπή, άλλο μέλος καλούσε ξανά υποδυόμενο τον αστυνομικό για να καταγράψει τι δηλώθηκε και αν ειδοποιήθηκαν οι αρχές.
Οι ψευτολογιστές με τις χειρουργικές μάσκες
Στο δεύτερο σενάριο απάτης, τα μέλη της οργάνωσης εμφανίζονταν ως βοηθοί των πραγματικών φοροτεχνικών με τους οποίους συνεργάζονταν τα θύματα. Ισχυρίζονταν ότι εκκρεμούσε βαρύ φορολογικό πρόστιμο λόγω αδήλωτων περιουσιακών στοιχείων, το οποίο δήθεν είχαν καταφέρει να παγώσουν προσωρινά.
Ζητούσαν από τους πολίτες να συγκεντρώσουν άμεσα χρήματα και χρυσαφικά ώστε να τα παραδώσουν σε απεσταλμένο, ο οποίος θα τα φωτογράφιζε και θα τα καταχωρούσε στο σύστημα για να αποφευχθεί η δέσμευσή τους. Ο συνεργός-εισπράκτορας εμφανιζόταν στο συμφωνημένο σημείο φορώντας χειρουργική μάσκα για να μην αναγνωρίζεται, παραλάμβανε τα τιμαλφή και εξαφανιζόταν πριν γίνει αντιληπτή η πλεκτάνη.
Μπαράζ διαρρήξεων σε έξι δήμους της Αττικής
Κατά το διάστημα από τα μέσα Ιουλίου έως τις αρχές Αυγούστου 2026, η συμμορία έστρεψε τη δράση της στις εισβολές σε σπίτια. Καταγράφηκαν 14 διαρρήξεις κατοικιών και πέντε κλοπές πινακίδων κυκλοφορίας σε Ελευσίνα, Μαγούλα, Μάνδρα, Νίκαια, Κερατσίνι και Χαϊδάρι, με λεία αντικείμενα αξίας 70.000 ευρώ και 2.600 ευρώ σε μετρητά.
Οι δράστες επέλεγαν μεσημβρινές ή βραδινές ώρες, επιβεβαιώνοντας πρώτα την απουσία των ενοίκων. Κινούνταν με επιχειρησιακά οχήματα που έφεραν κλεμμένες πινακίδες, ενώ κατά την εισβολή συμμετείχαν συνήθως τέσσερα άτομα με καλυμμένα χαρακτηριστικά. Οι τσιλιαδόροι διατηρούσαν διαρκή τηλεφωνική σύνδεση με τα μέλη στο εσωτερικό του σπιτιού, παρενέβαιναν στους συναγερμούς και, όταν συναντούσαν γείτονες ή ενοίκους, δεν δίσταζαν να εκτοξεύσουν απειλές για να εξασφαλίσουν τη διαφυγή τους με τα κλοπιμαία.