Το «αγαπημένο παιδί» στην οικογένεια - Μύθος ή επιστημονικά τεκμηριωμένη πραγματικότητα;
Μελέτη δείχνει ότι η γονεϊκή προτίμηση αφήνει αποτύπωμα τόσο σε όσους νιώθουν παραγκωνισμένοι όσο και στους «εκλεκτούς»
Η ιδέα ότι οι γονείς έχουν «αγαπημένα» παιδιά αντιμετωπιζόταν ως ταμπού για δεκαετίες. Κι όμως, η επιστήμη έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί νιώθουν αλλά σπάνια παραδέχονται: η άνιση μεταχείριση μέσα στην οικογένεια είναι πιο συχνή απ’ όσο πιστεύουμε - και αφήνει βαθιά αποτυπώματα.
Μεγάλη μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Psychological Bulletin της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, βασισμένη σε δεδομένα δεκαετιών και σχεδόν 20.000 συμμετέχοντες, δείχνει ότι οι γονείς τείνουν συχνότερα να ευνοούν συγκεκριμένα παιδιά, με βάση το φύλο, την ηλικία και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους. Οι συνέπειες αυτής της εύνοιας ή της έλλειψής της, δεν σταματούν στην παιδική ηλικία, αλλά ακολουθούν τα παιδιά και στην ενήλικη ζωή.
Ποιο είναι τελικά το «αγαπημένο» παιδί;
Μεγάλη μακροχρόνια έρευνα στις ΗΠΑ έδειξε ότι σχεδόν τα δύο τρίτα των γονέων έχουν - συνειδητά ή ασυνείδητα - ένα παιδί που προτιμούν. Μάλιστα, το «αγαπημένο παιδί» συχνά παραμένει το ίδιο για δεκαετίες.
Οι ερευνητές δεν ρωτούν ευθέως τους γονείς αν έχουν αδυναμία σε κάποιο παιδί. Αντ’ αυτού, εξετάζουν:
σε ποιο παιδί αφιερώνουν περισσότερο χρόνο ή πόρους
με ποιο νιώθουν μεγαλύτερη συναισθηματική εγγύτητα
από ποιο απογοητεύονται περισσότερο
Οι απαντήσεις, με την πάροδο των ετών, σκιαγραφούν ένα ξεκάθαρο μοτίβο.
Ποια παιδιά ευνοούνται συστηματικά
Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός λόγος που κάνει ένα παιδί «αγαπημένο». Ωστόσο, οι έρευνες δείχνουν ότι:
οι κόρες και τα νεότερα παιδιά τείνουν να ευνοούνται περισσότερο
τα παιδιά με ήπιο, συνεργάσιμο χαρακτήρα συχνά αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη επιείκεια
στην ενήλικη ζωή, οι κοινές αξίες (πολιτικές, θρησκευτικές, τρόπος ζωής) παίζουν καθοριστικό ρόλο
Αντίθετα, παράγοντες που πολλοί θεωρούν κρίσιμους, όπως η επαγγελματική αποκατάσταση, τα οικονομικά ή ακόμη και σοβαρά λάθη ζωής, φαίνεται να επηρεάζουν λιγότερο τη στάση των γονιών απ’ όσο νομίζουν οι περισσότεροι.
Το σημαντικό δεν είναι τι πιστεύουν οι γονείς αλλά τι νιώθουν τα παιδιά
Σε περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις, γονείς και παιδιά διαφωνούν πλήρως ως προς το αν υπήρξε άνιση μεταχείριση μέσα στην οικογένεια, ποιος τελικά ωφελήθηκε από αυτήν και αν η διαφορά στη συμπεριφορά ήταν πράγματι «δίκαιη».
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τους ειδικούς, επιτείνεται από τη σιωπή που περιβάλλει τέτοια ζητήματα. «Όλοι το σκέφτονται, αλλά κανείς δεν μιλάει γι’ αυτό», σημειώνουν χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η έλλειψη ανοιχτής συζήτησης αφήνει τις εντάσεις να συσσωρεύονται και να βαθαίνουν με την πάροδο του χρόνου.
Οι ψυχολογικές συνέπειες που δεν ξεθωριάζουν
Τα παιδιά που νιώθουν λιγότερο αγαπημένα εμφανίζουν συχνότερα:
άγχος και κατάθλιψη
δυσκολίες στις οικογενειακές σχέσεις
χαμηλότερη αυτοεκτίμηση
αυξημένες ριψοκίνδυνες συμπεριφορές στην εφηβεία
Και το πιο ανησυχητικό: οι επιπτώσεις αυτές δεν εξασθενούν με τον χρόνο.
Έρευνες δείχνουν ότι η αίσθηση απόρριψης παραμένει εξίσου έντονη στα 60 όσο και στα 40 έτη.
Μια γυναίκα εξομολογήθηκε ότι, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της, εξακολουθεί να τη στοιχειώνει η εξομολόγηση της λίγο πριν πεθάνει:
«Πάντα αγαπούσα περισσότερο την αδελφή σου».
Η «σκοτεινή πλευρά» του αγαπημένου παιδιού
Η εύνοια δεν αφήνει ανεπηρέαστους ούτε τους ίδιους τους «εκλεκτούς».
Πολλοί νιώθουν ενοχές, πίεση ή την ανάγκη να δικαιολογήσουν τη θέση τους, ειδικά όταν οι διαφορές στη μεταχείριση είναι εμφανείς. «Τα παιδιά ακόμη και ως ενήλικες, έχουν έντονη αίσθηση δικαιοσύνης», επισημαίνουν οι ειδικοί. «Οι ανισότητες διαβρώνουν τις σχέσεις, απ’ όπου κι αν προέρχονται».
Οι ειδικοί συνδέουν αυτή την προτίμηση με το λεγόμενο «σύνδρομο του καλού παιδιού». Τα «αγαπημένα» παιδιά συχνά δεν ανταγωνίζονται τους άλλους, αλλά τον ίδιο τους τον εαυτό: θέτουν διαρκώς υψηλούς στόχους, όχι επειδή το επιθυμούν πραγματικά, αλλά επειδή νιώθουν ότι πρέπει να ανταποκριθούν στις προσδοκίες που τους έχουν αποδοθεί. Μεγαλώνοντας, τείνουν να μεταφέρουν ασυνείδητα αυτόν τον ρόλο σε κάθε περιβάλλον - το παιδί που δεν δημιουργεί προβλήματα, που φροντίζει τους άλλους, που βάζει τις ανάγκες των γύρω του πάνω από τις δικές του.
Μπορεί να αλλάξει κάτι;
Οι ειδικοί συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: όταν η διαφορετική μεταχείριση είναι αναπόφευκτη, η εξήγηση και ο ανοιχτός διάλογος μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
Ένα παιδί που κατανοεί γιατί ο αδελφός ή η αδελφή του χρειάζεται περισσότερη βοήθεια ή προσοχή είναι λιγότερο πιθανό να βιώσει αυτή τη διαφοροποίηση ως απόρριψη. Η σιωπή, αντίθετα, αφήνει χώρο σε παρεξηγήσεις και συναισθηματικές πληγές που δύσκολα επουλώνονται με τον χρόνο.
Την ίδια στιγμή, ο διάλογος είναι εξίσου απαραίτητος και με το «αγαπημένο» παιδί - χωρίς φυσικά να του αποδίδεται αυτός ο χαρακτηρισμός. Στόχος είναι να αντιληφθεί ότι δεν διαφέρει από τα υπόλοιπα παιδιά και ότι η αγάπη δεν συνοδεύεται από ρόλους ή συγκρίσεις. Ο ρόλος των γονέων αποδεικνύεται καθοριστικός, καθώς οι όποιες διακρίσεις απαιτούν λεπτό χειρισμό, ενσυναίσθηση και δικαιοσύνη.
Η οικογένεια αποτελεί τον πρώτο και βαθύτερο δεσμό αγάπης στη ζωή μας. Ίσως γι’ αυτό, όταν αυτός ο δεσμός βιώνεται ως άνισος, ο πόνος δύσκολα ξεπερνιέται.