Είπε στην αστυνομία πριν από 55 χρόνια ότι σκότωσε ένα νήπιο - Γιατί ο νόμος δεν τον αγγίζει σήμερα
Μια ιστορία που για χρόνια «στοιχειώνει» την αυστραλιανή εγκληματολογία
Για δεκαετίες, η οικογένεια Γκρίμερ δεν μιλούσε ποτέ για τη Σέριλ.
«Δεν μας επιτρεπόταν ούτε να αναφέρουμε το όνομά της», λέει ο Πολ Γκρίμερ, που ήταν μόλις τεσσάρων ετών όταν η μικρή του αδελφή εξαφανίστηκε.
Η εξαφάνιση της Σέριλ το 1970, κατά τη διάρκεια οικογενειακής εκδρομής σε παραλία της Αυστραλίας, πυροδότησε τεράστια επιχείρηση αναζήτησης, εκκλήσεις για μάρτυρες και πρωτοσέλιδα ακόμη και στη Βρετανία, από όπου η οικογένεια είχε μετακομίσει πρόσφατα. Το σώμα της δεν βρέθηκε ποτέ.
Χωρίς απαντήσεις, ο αβάσταχτος πόνος των γονιών της μετατράπηκε σε σιωπή και τα τρία της αδέλφια μεγάλωσαν χωρίς να γνωρίζουν τι συνέβη στην τρίχρονη αδελφή τους.
Την τελευταία δεκαετία, η οικογένεια ανακάλυψε σοκαριστικές λεπτομέρειες για την εξαφάνιση της Σέριλ – ανάμεσά τους και το γεγονός ότι ένας 17χρονος είχε ομολογήσει τη δολοφονία της 15 μήνες μετά την εξαφάνισή της, χωρίς ωστόσο να του απαγγελθούν κατηγορίες. Το 2017, η αστυνομία επανεξέτασε την υπόθεση, τον ανέκρινε εκ νέου και του απήγγειλε κατηγορία για φόνο, όμως η υπόθεση κατέρρευσε και αφέθηκε ξανά ελεύθερος.
Σύμφωνα με τον αυστραλιανό νόμο, το όνομά του δεν μπορεί να δημοσιοποιηθεί, καθώς την εποχή του φερόμενου εγκλήματος ήταν ανήλικος. Δημόσια είναι γνωστός ως «Μέρκιουρι», το ψευδώνυμο που του έδωσε η αστυνομία όταν τον ταυτοποίησε ως τον συντάκτη της ομολογίας.
Ο ίδιος επιμένει ότι είναι αθώος, όμως η οικογένεια της Σέριλ είναι πεπεισμένη ότι εκείνος σκότωσε την αδελφή τους και ζητά δικαιοσύνη.
«Θέλουμε να εμφανιστεί και είτε να δηλώσει ένοχος είτε να μας εξηγήσει γιατί ομολόγησε», λέει ο Πολ Γκρίμερ.

Τους τελευταίους μήνες, ένας τοπικός βουλευτής ήρθε στο πλευρό τους, χρησιμοποιώντας το κοινοβουλευτικό προνόμιο για να αποκαλύψει το πραγματικό όνομα του Μέρκιουρι, την ομολογία του και το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε επί χρόνια.
Το CNN επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον άνδρα που κατονομάστηκε στο Κοινοβούλιο. Επιβεβαίωσε το όνομά του, αλλά όταν ρωτήθηκε για τη Σέριλ Γκρίμερ, απάντησε ότι «δεν θέλει να μιλήσει» και έκλεισε το τηλέφωνο.
Η μέρα που χάθηκε η Σέριλ
Ήταν μια καυτή μέρα του Ιανουαρίου του 1970, όταν η Κάρολ Γκρίμερ πήρε τα τέσσερα μικρά παιδιά της για μπάνιο στην παραλία Fairy Meadow, στο Γουλονγκόνγκ, μια παραθαλάσσια πόλη λίγο περισσότερο από μία ώρα νότια του Σίδνεϊ.
Η Κάρολ πήγε τα παιδιά για κολύμπι, όμως μετά το μεσημεριανό, ένας δυνατός νότιος άνεμος σηκώθηκε απότομα και αποφάσισε να μαζέψουν τα πράγματά τους. Ο μεγαλύτερος γιος της, ο Ρίκι, καθοδήγησε τα μικρότερα αδέλφια του – τον Στίβεν, τον Πολ και τη Σέριλ – προς τα ντους για να ξεπλύνουν το αλάτι και την άμμο. Ο Ρίκι ήταν επτά ετών, σχεδόν οκτώ, και είχε αναλάβει ρόλο «μικρού αρχηγού», κάτι που η ζωηρή μικρή αδελφή του δεν φαινόταν να παίρνει πολύ στα σοβαρά.
Σε μια σκηνή που αναπαράγει αμέτρητες φορές στο μυαλό του, ο Ρίκι θυμάται τη Σέριλ να τον πειράζει από το εσωτερικό του γυναικείου αποδυτηρίου, ενώ εκείνος στεκόταν στην είσοδο και της ζητούσε να βγει. Εκείνη γελούσε, εκείνος επέμενε πως έπρεπε να επιστρέψουν στη μητέρα τους και τελικά πήρε τα άλλα δύο αγόρια πίσω στην παραλία, για να αφήσει τη μητέρα τους να «συμμαζέψει» τη μικρή.
Όταν όμως επέστρεψαν στα ντους, η Σέριλ είχε εξαφανιστεί.
Μια μέρα που έπρεπε να είναι χαρούμενη μετατράπηκε σε έναν εφιάλτη που στοιχειώνει τα αδέλφια της μέχρι σήμερα. Ενήλικες πια, αμφισβητούν κάθε απόφαση που πήραν τότε ως παιδιά, αλλά και όλες εκείνες που ακολούθησαν από αστυνομικούς, ντετέκτιβ και δικηγόρους.
Πάνω απ’ όλα, αναρωτιούνται γιατί η ευκαιρία να δουν τον Μέρκιουρι να λογοδοτεί το 2019 χάθηκε μέσα από μια δικαστική απόφαση, που τους άφησε με οργή και αβάσταχτη θλίψη.

Πού είναι η Σέριλ;
Εκείνο το απόγευμα, η Κάρολ Γκρίμερ ειδοποίησε τους ναυαγοσώστες λίγο μετά τις 2 μ.μ. ότι η Σέριλ είχε χαθεί. Όταν δεν υπήρχε κανένα ίχνος της, κάλεσαν την αστυνομία. Μέσα σε λίγες ώρες, περίπου 1.000 άνθρωποι έψαχναν πυκνή βλάστηση και ρηχά ρυάκια. Η περιγραφή της αστυνομίας ήταν λεπτομερής: «Ύψος περίπου 1,15 μ., μικροκαμωμένη, κοντά ξανθά μαλλιά κομμένα ίσια πίσω, αφέλειες μπροστά, ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, γαλανά μάτια».
Η Σέριλ φορούσε βασιλικό μπλε μαγιό, ενώ το δέρμα στη μύτη της ξεφλούδιζε από τον ήλιο.
Τρεις ημέρες αργότερα, οι εφημερίδες μιλούσαν για «το πρώτο ουσιαστικό στοιχείο». Δύο αγόρια είπαν πως είδαν έναν «μελαψό, κοντό άνδρα με φαρδύ καπέλο» να σηκώνει ένα κορίτσι που ταίριαζε στην περιγραφή της Σέριλ και να το απομακρύνει. Την επόμενη μέρα, ένα σημείωμα λύτρων στάλθηκε στην αστυνομία, ζητώντας 10.000 αυστραλιανά δολάρια για την ασφαλή επιστροφή της, αλλιώς «θα απαγαγόταν άλλο παιδί». Η γραφολογική ανάλυση έδειξε πως πιθανότατα είχε γραφτεί από έφηβο και οι αρχές το θεώρησαν φάρσα.
Η Σέριλ δεν βρέθηκε ποτέ. Οι έρευνες περιορίστηκαν και οι συντετριμμένοι γονείς της επέστρεψαν στο σπίτι με τα τρία τους αγόρια.
Η ομολογία που αγνοήθηκε
Περισσότερο από έναν χρόνο αργότερα, ένας έφηβος εμφανίστηκε στην αστυνομία με μια ιστορία που πάγωσε το αίμα των ερευνητών. Ο Μέρκιουρι ομολόγησε ότι το πρωί της εξαφάνισης βρισκόταν στην παραλία Fairy Meadow και είδε μια ομάδα παιδιών κοντά στα ντους.
«Μερικά παιδιά άρχισαν να φεύγουν και αυτό το μικρό κορίτσι έμεινε πίσω. Πλησίασα από πίσω και την άρπαξα», είπε στην ομολογία του.
Ανέφερε ότι της κάλυψε το στόμα, της έδεσε τα χέρια με κορδόνια παπουτσιών, την οδήγησε σε απομονωμένο σημείο και όταν άρχισε να ουρλιάζει, της έπιασε τον λαιμό. «Μάλλον τη στραγγάλισα», κατέθεσε.
Ισχυρίστηκε ότι σκέπασε το σώμα της με φύλλα, χώμα και θάμνους και ότι έκαψε το μαγιό της σε αποτεφρωτήρα παραλίας, φοβούμενος μήπως τα βρει η μητέρα του. Λίγες μέρες αργότερα, οδήγησε τους αστυνομικούς στο σημείο που είπε πως είχε αφήσει το σώμα της, όμως τα στοιχεία που περιέγραφε δεν μπόρεσαν τότε να επιβεβαιωθούν.
Η αστυνομία θεώρησε ότι επρόκειτο για έναν προβληματικό έφηβο, επιρρεπή στην αναζήτηση προσοχής, επηρεασμένο από την τοξικομανία, και αποφάσισε να μην του απαγγείλει κατηγορίες. Η υπόθεση μπήκε στο αρχείο, χωρίς ποτέ να κλείσει.
Τέσσερις δεκαετίες μετά, κανένα ίχνος της Σέριλ δεν είχε εντοπιστεί. Το 2011, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ιατροδικαστική έρευνα, όμως η ομολογία σχεδόν δεν αναφέρθηκε. Η μητέρα της Σέριλ δεν έμαθε ποτέ ότι κάποιος είχε παραδεχτεί πως σκότωσε το παιδί της.
Η ανατροπή και η δικαστική κατάρρευση
Το 2016, δύο ντετέκτιβ της Νέας Νότιας Ουαλίας, ο Ντάμιαν Λουν και ο Φρανκ Σανβιτάλε, άρχισαν να ξεσκονίζουν χιλιάδες σελίδες φακέλων. Εκεί ανακάλυψαν ξανά την ξεχασμένη ομολογία. Η έρευνά τους αποκάλυψε ότι πολλά από τα στοιχεία που είχε δώσει ο Μέρκιουρι μπορούσαν πλέον να επιβεβαιωθούν.
Το 2017, ο άνδρας εντοπίστηκε, ανακρίθηκε εκ νέου και κατηγορήθηκε για φόνο. Έμεινε δύο χρόνια στη φυλακή εν αναμονή της δίκης. Όμως το 2019, λίγο πριν ξεκινήσει η διαδικασία, το δικαστήριο έκρινε πως η αρχική ομολογία ήταν νομικά απαράδεκτη, καθώς κατά την ανάκρισή του ως ανήλικος δεν παρευρισκόταν ενήλικας, όπως απαιτεί νόμος που θεσπίστηκε το 1987. Ο δικαστής αποφάσισε ότι ο νόμος ίσχυε αναδρομικά και έτσι η υπόθεση κατέρρευσε. Ο Μέρκιουρι αφέθηκε ελεύθερος.
Για την οικογένεια, ήταν ένα δεύτερο χτύπημα. Ο Πολ Γκρίμερ θυμάται το βλέμμα και το ειρωνικό χαμόγελο του άνδρα την ώρα που έβγαινε από την αίθουσα. Ο αδελφός του, Ρίκι, τόσο εξοργισμένος, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα και να μετακομίσει στις Φιλιππίνες, φοβούμενος πως δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του.
«Αν δεν είχα φύγει, εκείνος θα ήταν νεκρός και εγώ στη φυλακή», λέει.
Πενήντα έξι χρόνια μετά, η Σέριλ Γκρίμερ παραμένει αγνοούμενη. Η οικογένειά της συνεχίζει να ζητά δικαιοσύνη, επιμένοντας πως η αλήθεια έχει ήδη ειπωθεί, αλλά κανείς δεν την άκουσε εγκαίρως.