Αυτοσαρκασμός: Πότε μας κάνει καλό και πότε μπορεί να μας βλάψει

Πόσο υγιές είναι τελικά να γελάμε με τον εαυτό μας;

Αυτοσαρκασμός: Πότε μας κάνει καλό και πότε μπορεί να μας βλάψει
Snapshot
  • Ο αυτοσαρκασμός μπορεί να βελτιώσει την ψυχική υγεία, τις σχέσεις και την ικανότητα αντιμετώπισης δυσκολιών όταν γίνεται με υγιή τρόπο.
  • Η gelotophobia είναι ο φόβος ή η ευαισθησία στο γέλιο των άλλων και συνδέεται με χειρότερα ψυχολογικά και κοινωνικά αποτελέσματα.
  • Το αυτοϋπονομευτικό χιούμορ δεν είναι απαραίτητα επιβλαβές και μπορεί να συνυπάρχει με υψηλή αυτοεκτίμηση και καλές σχέσεις, ειδικά όταν συνδυάζεται με άλλες μορφές χιούμορ.
  • Ο αυτοσαρκασμός λειτουργεί ως ασφαλές εργαλείο κοινωνικής σύνδεσης, ειδικά σε νέες ή άνισες σχέσεις εξουσίας.
  • Η ανάπτυξη παιχνιδιάρικης και χιουμοριστικής στάσης μέσω απλών καθημερινών πρακτικών μπορεί να μειώσει την καταθλιπτική διάθεση και να αυξήσει την ευτυχία.
Snapshot powered by AI

Οι ερευνητές αρχίζουν επιτέλους να κατανοούν τις πραγματικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει ο αυτοσαρκασμός – αλλά και πώς μπορούμε να αποφύγουμε τις παγίδες του.

Γιατί ορισμένα παιδιά στο σχολείο καταλήγουν στο περιθώριο;

Τη δεκαετία του 1990, ψυχολόγοι επιχείρησαν να διερευνήσουν γιατί κάποια παιδιά αποκλείονται από τις παρέες των συνομηλίκων τους. Εντόπισαν δύο βασικούς τύπους συμπεριφοράς. Ορισμένα από τα παιδιά που βίωναν απόρριψη ήταν επιθετικά και εκφοβιστικά. Άλλα ήταν πιο συνεσταλμένα, παθητικά και υποχωρητικά. Και οι δύο ομάδες, ωστόσο, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δυσκολεύονταν να δεχθούν ένα αστείο.

Η πρώτη ομάδα αντιδρούσε στα πειράγματα με θυμό ή ακόμη και βία, ενώ η δεύτερη πληγωνόταν και αποσυρόταν. Και στις δύο περιπτώσεις, το χιούμορ εκλαμβανόταν ως προσβολή, σαν κάτι που δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να έχει καλή πρόθεση. Αντίθετα, τα παιδιά που ένιωθαν μεγαλύτερη κοινωνική ασφάλεια συνήθως αγνοούσαν τα πειράγματα ή ακόμη και γελούσαν με αυτά.

Το αν μπορούμε να γελάσουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό φαίνεται, λοιπόν, ότι μπορεί να έχει συνέπειες ήδη από πολύ μικρή ηλικία.

Μελέτες δείχνουν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, μια πιο ανάλαφρη και χιουμοριστική στάση απέναντι στα πράγματα συνδέεται με καλύτερη ψυχική υγεία, πιο υγιείς σχέσεις και γενικότερα καλύτερες προοπτικές. Ωστόσο, οι απόψεις σχετικά με το αν είναι πράγματι καλό να γελάμε ειδικά με τον εαυτό μας παραμένουν εδώ και χρόνια διχασμένες.

Τώρα, όμως, οι ερευνητές αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τις λεπτές διαφορές που κρύβονται πίσω από τον αυτοσαρκασμό – τι πραγματικά σημαίνει να κάνουμε χιούμορ με τον εαυτό μας και πότε, αλλά και με ποιον τρόπο, μπορεί να μας ωφελεί.

1788552578386-201434423-gelio-5.jpg

Unsplash

Ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα

Είναι άραγε πραγματικά δυνατό να γελάσουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό;

Ο Πλάτωνας δεν το πίστευε. Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος θεωρούσε ότι το χιούμορ γεννιέται από ένα αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στους άλλους – ιδιαίτερα απέναντι σε ανθρώπους που αυταπατώνται πιστεύοντας ότι είναι πιο όμορφοι ή πιο σοφοί απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Περισσότερα από 1.000 χρόνια αργότερα, το 1651, ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς εξέφρασε σε μεγάλο βαθμό την ίδια άποψη. Η εξαίρεση, κατά τη γνώμη του, ήταν οι περιπτώσεις στις οποίες οι άνθρωποι μπορούσαν περιστασιακά να γελάσουν με τον εαυτό τους αναλογιζόμενοι κάποια παλαιότερη ανοησία τους, επειδή αυτό αποδείκνυε πόσο πιο ώριμοι και έμπειροι είχαν γίνει στο μεταξύ.

Με τον καιρό, οι φιλόσοφοι άρχισαν να αποδέχονται ότι δεν πηγάζει όλο το χιούμορ από κακεντρέχεια ή διάθεση υποτίμησης. Τον 18ο αιώνα, για παράδειγμα, έγινε δημοφιλής η λεγόμενη «θεωρία της ασυμφωνίας», σύμφωνα με την οποία το χιούμορ συχνά προκύπτει όταν κάτι παραβιάζει απροσδόκητα τις κοινωνικές νόρμες ή τις προσδοκίες μας.

Παρόλα αυτά, το αν οι άνθρωποι μπορούν πράγματι να γελούν με τον ίδιο τους τον εαυτό παρέμεινε ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα μέχρι και σχετικά πρόσφατα.

Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας για το χιούμορ τα τελευταία 50 χρόνια βασίστηκε σε ερωτήσεις προς τους ίδιους τους ανθρώπους σχετικά με το αν μπορούν να αυτοσαρκάζονται, αποδεχόμενο ουσιαστικά τις απαντήσεις τους ως δεδομένες.

1788552554794-674874496-gelio-2.jpg

Unsplash

Όμως, όπως συμβαίνει και με την ποσότητα αλκοόλ που δηλώνουν οι άνθρωποι στα ιατρικά ερωτηματολόγια, υπήρχε πάντα η πιθανότητα οι απαντήσεις αυτές να είναι λίγο πιο «ιδανικές» απ’ ό,τι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ίσως, τελικά, οι άνθρωποι να μην ήταν τόσο άνετοι με τον αυτοσαρκασμό όσο υποστήριζαν.

Το 2011, ωστόσο, Ευρωπαίοι ερευνητές αποφάσισαν να εξετάσουν την ικανότητα του αυτοσαρκασμού με ένα πείραμα και όχι απλώς μέσα από ερωτηματολόγια.

Κάλεσαν εθελοντές στο εργαστήριο και βιντεοσκόπησαν κρυφά τις εκφράσεις του προσώπου τους. Όταν επέστρεψαν αργότερα, οι συμμετέχοντες είδαν παραμορφωμένες εικόνες του προσώπου τους, σαν εκείνες που δημιουργούν οι καθρέφτες σε λούνα παρκ, ενώ οι αντιδράσεις τους καταγράφονταν.

Δεν διασκέδασαν όλοι, όμως το 80% τουλάχιστον χαμογέλασε όταν αντίκρισε απροσδόκητα την εικόνα του, ενώ το 40% γέλασε δυνατά.

«Πλέον η επιστήμη έχει καταλήξει αρκετά ξεκάθαρα ότι, ναι, είναι δυνατό να γελάμε με τον εαυτό μας και μάλιστα υπάρχουν αρκετά οφέλη που συνδέονται με αυτό», λέει η Sonja Heintz, λέκτορας Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πλίμουθ στη Βρετανία, η οποία μελετά το χιούμορ.

Οι άνθρωποι που φοβούνται το γέλιο

Το να μπορεί κανείς να γελά με τον εαυτό του είναι μία από τις πιο δύσκολες μορφές χιούμορ που μπορεί να κατακτήσει, είχε υποστηρίξει το 2010 ο σημαντικός Αμερικανός ερευνητής του χιούμορ Paul McGhee.

Στο επταβήματο πρόγραμμα χιούμορ που είχε δημιουργήσει ο McGhee —και απευθυνόταν σε ανθρώπους που υπέφεραν από «ανίατη σοβαρότητα»— το να μάθει κάποιος να γελά με τον εαυτό του αποτελούσε το προτελευταίο και σχεδόν πιο δύσκολο βήμα. Πιο δύσκολο θεωρούσε μόνο το «να βρίσκεις χιούμορ σε αγχωτικές καταστάσεις».

Ο McGhee θεωρούσε τον αυτοσαρκασμό ως μια πύλη προς άλλες μορφές χιούμορ, ένα «βασικό συστατικό» μιας πιο ανάλαφρης και ευχάριστης ζωής.

«Γιατί αν κάποιος παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά σοβαρά, είναι δύσκολο να εμπλακεί γενικότερα στο χιούμορ», εξηγεί η Heintz.

Για ορισμένους ανθρώπους, πάντως, ο αυτοσαρκασμός είναι πολύ πιο δύσκολος.

Εάν κάποιος ενοχλείται έντονα όταν οι άλλοι γελούν μαζί του ή πιστεύει εύκολα ότι γελούν εις βάρος του, μπορεί να παρουσιάζει αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν gelotophobia, δηλαδή έντονο φόβο ή ευαισθησία απέναντι στο γέλιο των άλλων.

«Μπορεί να κάθεσαι σε ένα καφέ και να αστειεύεσαι με τους φίλους σου και κάποιος να έρθει και να σε ρωτήσει: “Γιατί γελούσες μαζί μου;”», λέει ο René Proyer, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Martin Luther Halle-Wittenberg στη Γερμανία.

Για τους ανθρώπους με gelotophobia, ακόμη και ένα απλό χαμόγελο μπορεί να ερμηνευτεί ως ένδειξη ότι ο συνομιλητής τους τούς θεωρεί γελοίους.

Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός λόγος που εξηγεί γιατί κάποιος μπορεί να αναπτύξει αυτή την έντονη ευαισθησία. Ο Proyer αναφέρει ότι ένας πολύ αυστηρός και τιμωρητικός τρόπος ανατροφής αποτελεί έναν πιθανό παράγοντα κινδύνου.

Ένας ακόμη παράγοντας μπορεί να είναι μια πρώιμη τραυματική εμπειρία κατά την οποία το άτομο αποτέλεσε αντικείμενο χλευασμού.

«Για παράδειγμα, μια πραγματικά ντροπιαστική κατάσταση στο σχολείο», εξηγεί ο Proyer, «όπου γίνεσαι το επίκεντρο των αστείων για εβδομάδες, μήνες ή ακόμη και χρόνια».

Ο αυτισμός φαίνεται επίσης να αποτελεί έναν ακόμη πιθανό παράγοντα κινδύνου.

Υπάρχει, παράλληλα, και μια πολιτισμική διάσταση. Οι χώρες της Ανατολικής Ασίας εμφανίζουν γενικά υψηλότερα επίπεδα gelotophobia σε σύγκριση με τις δυτικές χώρες. Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτό μπορεί να σχετίζεται με το γεγονός ότι στις περισσότερο συλλογικές κοινωνίες οι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό να τραβούν την προσοχή πάνω τους ή να χρησιμοποιούν το χιούμορ ως μηχανισμό αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων.

Σε αυτές τις κοινωνίες υπάρχει επίσης συχνά η αντίληψη ότι το χιούμορ «ανήκει» περισσότερο στους επαγγελματίες. Στην Κίνα, για παράδειγμα, οι άνθρωποι είναι πιθανότερο να συνδέουν το χιούμορ με «ειδικούς», όπως οι κωμικοί, παρά με τους απλούς ανθρώπους στην καθημερινή ζωή.

Όπως και τα παιδιά που δυσκολεύονται να δεχθούν το πείραγμα, έτσι και οι άνθρωποι με gelotophobia τείνουν να εμφανίζουν χειρότερα ψυχολογικά και διαπροσωπικά αποτελέσματα.

gelio-4.jpg

Unsplash

Το χαρακτηριστικό αυτό έχει συνδεθεί με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή, μεγαλύτερη αποφυγή φιλικών σχέσεων, αυξημένη μοναξιά και περισσότερα συμπτώματα κατάθλιψης.

Το αντίθετο χαρακτηριστικό είναι η gelotophilia, δηλαδή η ευχαρίστηση που νιώθει κάποιος όταν οι άλλοι γελούν μαζί του ή ακόμη και εις βάρος του. Η τάση αυτή έχει συνδεθεί με ισχυρότερη κοινωνική σύνδεση. Ένας τρόπος με τον οποίο μπορεί να εκδηλωθεί είναι μέσα από την παιχνιδιάρικη διάθεση, την τάση δηλαδή να αντιμετωπίζει κανείς τον εαυτό του και τον κόσμο με περισσότερη ελαφρότητα.

«Οι παιχνιδιάρικοι άνθρωποι μπορούν να πλαισιώσουν ή να επαναπροσδιορίσουν καθημερινές καταστάσεις με τρόπο που να τις βιώνουν ως διασκεδαστικές, πνευματικά διεγερτικές ή προσωπικά ενδιαφέρουσες», εξηγεί ο Proyer. «Ένας ιδιαίτερα παιχνιδιάρικος άνθρωπος μπορεί να κάνει μια βαρετή δουλειά ή αγγαρεία και να την αντιμετωπίσει με τρόπο που να τη μετατρέπει σε κάτι κάπως διασκεδαστικό».

Έρευνες έχουν δείξει ότι η παιχνιδιάρικη διάθεση μπορεί να λειτουργήσει ως δείκτης υψηλότερης αυτοεκτίμησης και μεγαλύτερης ικανοποίησης από τις σχέσεις.

Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι το χιούμορ ωφελεί τις σχέσεις μας. Ωστόσο, σημασία έχει και το είδος του χιούμορ που χρησιμοποιούμε.

Το 2003, Καναδοί ερευνητές ανέπτυξαν το Humor Styles Questionnaire, ένα ερωτηματολόγιο που χωρίζει το κυρίαρχο στιλ χιούμορ των ανθρώπων σε τέσσερις κατηγορίες: το κοινωνικό/συνδετικό χιούμορ, το αυτοενισχυτικό χιούμορ, το επιθετικό χιούμορ και το αυτοϋπονομευτικό χιούμορ.

Το ερωτηματολόγιο απέκτησε σύντομα μεγάλη επιρροή στον επιστημονικό χώρο.

«Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος εξέταζε το ενδεχόμενο το χιούμορ να μπορεί να είναι τόσο προσαρμοστικό όσο και δυσλειτουργικό», λέει η Claire Fox, καθηγήτρια Ψυχολογίας της Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ.

Όσοι χρησιμοποιούν αυτοενισχυτικό χιούμορ τείνουν να αντιλαμβάνονται τις εύθραυστες και παράλογες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης. Συμφωνούν με δηλώσεις όπως: «Αν νιώθω αναστατωμένος ή δυστυχισμένος, συνήθως προσπαθώ να βρω κάτι αστείο στην κατάσταση ώστε να αισθανθώ καλύτερα».

Οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν τα προβλήματά τους με χιούμορ, χρησιμοποιώντας το ως μηχανισμό διαχείρισης των δυσκολιών. Αυτό θεωρήθηκε μια προσαρμοστική και ωφέλιμη μορφή χιούμορ.

Αντίθετα, το «αυτοϋπονομευτικό» χιούμορ θεωρήθηκε αρχικά δυσλειτουργικό. Όσοι το χρησιμοποιούν συχνά συμφωνούν με φράσεις όπως: «Συχνά προσπαθώ να κάνω τους άλλους να με συμπαθήσουν ή να με αποδεχθούν περισσότερο λέγοντας κάτι αστείο για τις αδυναμίες, τις γκάφες ή τα ελαττώματά μου».

Εκείνη την εποχή, αυτού του είδους το χιούμορ θεωρούνταν ένδειξη ανασφάλειας, ανάγκης για αποδοχή και χαμηλής αυτοεκτίμησης.

Αυτοϋπονόμευση ή απλώς αυτοσαρκασμός;

Όταν η Sonja Heintz άρχισε να μελετά το χιούμορ τη δεκαετία του 2010, εξεπλάγη από το γεγονός ότι ο αυτοσαρκασμός αντιμετωπιζόταν τόσο αρνητικά από την επιστημονική κοινότητα.

«Επειδή το προσωπικό μου στιλ χιούμορ είναι ακριβώς αυτό: κοροϊδεύω τον εαυτό μου συνέχεια», λέει. «Δεν παίρνω τον εαυτό μου πολύ στα σοβαρά».

Διαβάζοντας τη σχετική βιβλιογραφία, η Heintz διαπίστωσε με έκπληξη ότι, σύμφωνα με τα τότε δεδομένα, άνθρωποι σαν την ίδια υποτίθεται πως διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο για άγχος, κατάθλιψη ακόμη και αυτοκτονικό ιδεασμό.

Για να εξετάσει αν όσοι χρησιμοποιούν αυτοϋπονομευτικό χιούμορ πράγματι έχουν τόσο αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους, συγκέντρωσε μια ομάδα ανθρώπων με αυτό το στιλ χιούμορ και τους συνέκρινε με άτομα που χρησιμοποιούσαν διαφορετικούς τύπους χιούμορ.

Αν η κυρίαρχη θεωρία ήταν σωστή, «αυτοί οι άνθρωποι θα έπρεπε πραγματικά να αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα ψυχικής υγείας», λέει η Heintz.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε για κανέναν από τους συμμετέχοντες.

Αντίθετα, η έρευνά της έδειξε ότι το αυτοϋπονομευτικό χιούμορ συνδεόταν με υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης και καλύτερες διαπροσωπικές σχέσεις.

«Όλοι έλεγαν: “Ναι, δυσκολεύομαι λίγο με την αυτοεκτίμησή μου. Είμαι κάπως ανασφαλής. Αλλά το να κοροϊδεύω τον εαυτό μου είναι στην πραγματικότητα ένας πολύ καλός τρόπος να διαχειρίζομαι αυτές τις δυσκολίες και παράλληλα μου δίνει έναν τρόπο να συνδέομαι με τους άλλους”», εξηγεί η Heintz.

Οι περισσότερες έρευνες που έχουν εντοπίσει σύνδεση ανάμεσα στο αυτοϋπονομευτικό χιούμορ και σε χειρότερη ψυχική υγεία ή λιγότερο ικανοποιητικές σχέσεις είναι συσχετιστικές, επισημαίνει η Heintz. Με άλλα λόγια, δείχνουν ότι δύο παράγοντες συνυπάρχουν, όχι ότι ο ένας προκαλεί απαραίτητα τον άλλο.

gelio-6.jpg

Unsplash

Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι οι επιπτώσεις του αυτοϋπονομευτικού χιούμορ μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με το πλαίσιο.

Σε έρευνα της Fox το 2014 διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά που είχαν πέσει θύματα bullying χρησιμοποιούσαν περισσότερο αυτοϋπονομευτικό χιούμορ σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους και ότι η τάση αυτή γινόταν εντονότερη με την πάροδο του χρόνου.

Μια επόμενη μελέτη της, το 2016, έδωσε όμως μια πιο σύνθετη εικόνα. Οι ερευνητές κατηγοριοποίησαν τα παιδιά ανάλογα με το είδος χιούμορ που προτιμούσαν. Μία ομάδα, οι λεγόμενοι «self-defeaters», χρησιμοποιούσε αποκλειστικά αυτοϋπονομευτικό χιούμορ. Τα παιδιά αυτά εμφάνιζαν τις χαμηλότερες επιδόσεις ως προς την αυτοεκτίμηση και με την πάροδο του χρόνου ένιωθαν μεγαλύτερη μοναξιά.

Υπήρχαν όμως και παιδιά που χρησιμοποιούσαν το συγκεκριμένο είδος χιούμορ ακόμη περισσότερο, χωρίς να παρουσιάζουν τις ίδιες αρνητικές συνέπειες. Η διαφορά ήταν ότι αυτά τα παιδιά χρησιμοποιούσαν και τα τέσσερα διαφορετικά είδη χιούμορ.

«Αυτό έδειξε ότι στην πραγματικότητα είναι εντάξει να χρησιμοποιεί κανείς αυτοϋπονομευτικό χιούμορ, αρκεί να το συνδυάζει και με άλλες μορφές χιούμορ», εξηγεί η Fox.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το αυτοϋπονομευτικό χιούμορ δεν μπορεί ποτέ να γίνει προβληματικό.

«Αν κοροϊδεύεις τον εαυτό σου και αυτό προέρχεται από πικρία και αυτοαπέχθεια, τότε ναι, πιθανότατα δεν σου κάνει καλό», λέει η Heintz.

Η ίδια θεωρεί πλέον ότι ένα μέρος της αρνητικής εικόνας που έχει δημιουργηθεί γύρω από το συγκεκριμένο είδος χιούμορ μπορεί να οφείλεται και σε ένα μεθοδολογικό πρόβλημα του Humor Styles Questionnaire. Όπως παρατηρεί, αρκετές από τις ερωτήσεις που αφορούν το αυτοϋπονομευτικό χιούμορ περιλαμβάνουν ήδη μια αρνητική αξιολόγηση, με διατυπώσεις όπως «το κάνω υπερβολικά» ή «το κάνω περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε».

Η Heintz εξετάζει τώρα κατά πόσο αυτή η αρνητική αυτοαξιολόγηση μπορεί να επηρεάζει τα αποτελέσματα. Εργάζεται πάνω σε νέα μελέτη που επανεξετάζει τα 25 χρόνια χρήσης του συγκεκριμένου ερωτηματολογίου και προτείνει μια νέα προσέγγιση στην κλίμακα του αυτοϋπονομευτικού χιούμορ.

Παράλληλα, άλλοι ερευνητές δημιουργούν νέες κλίμακες που επιχειρούν να διαχωρίσουν το πραγματικά επιβλαβές αυτοϋπονομευτικό χιούμορ από τις πιο υγιείς μορφές του, όπως ο κλασικός αυτοσαρκασμός.

Πώς να μάθουμε να γελάμε με τον εαυτό μας

Όπως γνωρίζουν καλά οι κωμικοί, είναι προτιμότερο να αστειεύεσαι με ένα ελάττωμα ή ένα λάθος σου μόνο όταν έχεις ήδη συμφιλιωθεί με αυτό.

Εάν το αστείο πηγάζει από πραγματική δυσφορία ή ανασφάλεια, οι άλλοι συνήθως το αντιλαμβάνονται και μπορεί να αισθανθούν αμηχανία.

«Πρέπει να γνωρίζουμε ότι, όταν κάποιος κάνει ένα αστείο, δεν πρέπει να το εκλάβουμε κυριολεκτικά. Πρέπει να υπάρχει αυτή η αίσθηση ασφάλειας ώστε ο άλλος να μπορέσει να ανταποκριθεί στο χιούμορ», εξηγεί η Heintz.

Σημαντικό ρόλο παίζει και το μέτρο. Σύμφωνα με τη Fox, η διαφορά ανάμεσα στον υγιή αυτοσαρκασμό και στο αυτοϋπονομευτικό χιούμορ φαίνεται να βρίσκεται κυρίως στην υπερβολή.

Παρόλα αυτά, τα δεδομένα δείχνουν ότι το να μάθουμε να γελάμε με τον εαυτό μας μπορεί να προσφέρει τόσο ψυχολογικά όσο και κοινωνικά οφέλη.

Το να μην παίρνουμε τον εαυτό μας υπερβολικά σοβαρά φαίνεται να μας βοηθά να αντιμετωπίζουμε καλύτερα τις αναποδιές της ζωής. Όταν κάνουμε ένα λάθος —κάτι αναπόφευκτο για όλους— μπορούμε να επιλέξουμε μια θετική συναισθηματική αντίδραση, όπως το γέλιο, αντί για θυμό ή απογοήτευση.

gelio-1.jpg

Unsplash

«Συνδέεται με την αυτοϋπέρβαση, δηλαδή με την ικανότητα, όταν κάτι πηγαίνει στραβά, να κρατάμε μια απόσταση από το γεγονός, να το βλέπουμε πιο αντικειμενικά και να αναγνωρίζουμε την πιο ανάλαφρη πλευρά του», λέει η Heintz.

Όπως προσθέτει, γνωρίζουμε επίσης ότι υπάρχει αιτιώδης σχέση ανάμεσα σε παράγοντες όπως η ικανοποίηση από τη ζωή, οι δεξιότητες αντιμετώπισης των δυσκολιών και η γενικότερη ευεξία.

Σε κοινωνικό επίπεδο, ο αυτοσαρκασμός μπορεί να αποτελέσει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο «εργαλείο».

«Είναι ένας πολύ ασφαλής τρόπος να χρησιμοποιήσεις το χιούμορ σε νέες καταστάσεις, όταν βρίσκεσαι με αγνώστους και δεν γνωρίζεις ακόμη τι είδους χιούμορ έχουν», εξηγεί η Heintz.

Μπορεί να είναι ακόμη πιο αποτελεσματικός όταν υπάρχει διαφορά εξουσίας ή κύρους μεταξύ των ανθρώπων. Άλλη έρευνα της Fox έδειξε ότι οι πανεπιστημιακοί καθηγητές που χρησιμοποιούσαν αυτοσαρκαστικό χιούμορ αξιολογούνταν πιο θετικά από τους φοιτητές τους.

Παράλληλα, όσοι μπορούν να γελάσουν με μικρά λάθη τους —εφόσον αυτά δεν επηρεάζουν τους άλλους— τείνουν να θεωρούνται πιο προσιτοί, ζεστοί αλλά και ικανοί.

Πώς καλλιεργείται το χιούμορ

Αν ανήκετε στους ανθρώπους που παίρνουν τα πάντα πολύ σοβαρά, πώς μπορείτε να αποκτήσετε μια πιο ανάλαφρη στάση απέναντι στον εαυτό σας;

Ο Paul McGhee πρότεινε να επικεντρωνόμαστε ακριβώς στα σημεία για τα οποία αισθανόμαστε μεγαλύτερη ανασφάλεια — είτε πρόκειται για το ύψος, το βάρος, τη φαλάκρα ή την αδεξιότητά μας — και να αντιμετωπίζουμε σταδιακά αυτές τις «ζώνες όπου απαγορεύεται το γέλιο».

Μπορεί στην αρχή να είναι ιδιαίτερα άβολο, όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, καθώς μαθαίνουμε να αστειευόμαστε με πράγματα που παλαιότερα μας ενοχλούσαν ή μας προκαλούσαν ντροπή, μπορεί να ακολουθήσει μια αίσθηση ελευθερίας.

Το πρώτο βήμα είναι να παραδεχόμαστε στους άλλους κάποια πράγματα που δεν μας αρέσουν στον εαυτό μας, ξεκινώντας από τα λιγότερο σημαντικά. Στη συνέχεια μπορούμε να αρχίσουμε να κάνουμε μικρά αστεία γι’ αυτά.

«Ας πούμε ότι δεν ενδιαφέρεσαι ιδιαίτερα για τη μόδα. Θα μπορούσες να αστειευτείς λέγοντας: “Να, φοράω πάλι το ίδιο παλιό τζιν”», εξηγεί η Heintz. «Ή: “Κοίτα, έκανα πάλι τα ψώνια μου από το Temu”».

Σταδιακά, όταν υπάρχει πλέον μεγαλύτερη αποδοχή και ασφάλεια, μπορεί κανείς να φτάσει στο σημείο να χρησιμοποιεί χιούμορ ακόμη και για τις βαθύτερες ανασφάλειές του.

Αν το να αγγίξετε τα πιο ευαίσθητα σημεία και τις ανασφάλειές σας μοιάζει υπερβολικά δύσκολο, μπορείτε να ξεκινήσετε καλλιεργώντας γενικότερα μια πιο παιχνιδιάρικη και χιουμοριστική στάση απέναντι στη ζωή.

Ο Proyer πραγματοποίησε μελέτη για να εξετάσει αν είναι δυνατό να αυξηθεί η παιχνιδιάρικη διάθεση των συμμετεχόντων μέσα από απλές δραστηριότητες για διάστημα μίας εβδομάδας. Για παράδειγμα, τους ζητήθηκε να αφιερώνουν 10 λεπτά κάθε βράδυ και να καταγράφουν τα τρία πιο παιχνιδιάρικα ή διασκεδαστικά πράγματα που είχαν συμβεί μέσα στην ημέρα.

«Είτε επρόκειτο για μια σκέψη που έκανες είτε για κάτι που παρατήρησες στον δρόμο προς τη δουλειά», εξηγεί ο Proyer.

Σε γενικές γραμμές, οι συμμετέχοντες συνέχισαν να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως πιο παιχνιδιάρικο ακόμη και τρεις μήνες αργότερα, ενώ παράλληλα ανέφεραν χαμηλότερα επίπεδα καταθλιπτικής διάθεσης και μεγαλύτερη ευτυχία.

Ποιο ήταν, λοιπόν, το πιο παιχνιδιάρικο ή αστείο πράγμα που σας συνέβη σήμερα;

Καταγράψτε το — και επιτρέψτε στον εαυτό σας να γελάσει με την καρδιά του.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή