E. Μελέτη: Aλλάζουν οι καιροί...
Πόσο θλιβερό να πεθαίνει ένα νεαρό κορίτσι από αλκοόλ, σκέφτηκα όταν έμαθα Κυριακή του Πάσχα για το θάνατο της 16χρονης.
Πόσο ακόμα πιο θλιβερή γίνεται μία τέτοια είδηση όταν έρχονται στην επιφάνεια στοιχεία που αποδεικνύουν πως το κορίτσι αυτό ναι μεν πέθανε από αλκοόλ, αλλά επειδή νεαρά αγόρια, φίλοι της κοπέλας, την εξανάγκασαν στην κατανάλωση ποτού μέχρι τελικής πτώσης, με στόχο να τη βιάσουν.
Πως νιώθει ένας γονιός σήμερα; Ένας νέος που θέλει να φέρει στον κόσμο ένα παιδί; Και κάνοντας μία αναδρομή στα δικά σου νιάτα, βλέπεις πως τα χρόνια περνάνε και τα πράγματα αλλάζουν. Ο κόσμος όμως γίνεται καλύτερος;
Όταν ήμουν 16 ετών, δεν υπήρχε περίπτωση να βγει έξω το βράδυ ένα κορίτσι, ούτε καν ένα αγόρι. Πόσο μάλλον να πιει ποτό. Στην ηλικία εκείνη, τότε, πριν 15-16 χρόνια, η διασκέδαση που είχαμε το Παρασκευοσαββατοκύριακο μας ήταν η τηλεόραση, τα φασφουντάδικα και το σινεμά. Και αυτό μέχρι τις 11.
Έχω πολύ έντονες αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο. Μεγάλωσα σε μία πολύ ανοιχτόμυαλη και φιλελεύθερη οικογένεια, με ελευθερίες στη σκέψη και στην πράξη. Σε σχέση μάλιστα με τους συμμαθητές μου, ήμουν πολύ «μπροστά» όσον αφορά στις σχέσεις που είχα με τους γονείς μου. Ποτέ δεν άκουσα «μη», «οχι», «δεν», χωρίς να υπάρχει ξεκάθαρα ουσιαστικός λόγος. Αυτό από μόνο του μου δημιουργούσε υποχρέωση σεβασμού απέναντι στους γονείς μου και στην εμπιστοσύνη που μου έδειχναν. Δεν ξέφυγα ποτέ, γιατί δεν μου στέρησαν την ελευθερία στο οτιδήποτε. Και παρά την τόση ελευθερία, 16 ετών όταν ήμουν , τις Παρασκευές μου τις περνούσα βλέποντας στον Αντ1 το «Μονοπάτι της Αγάπης» και τα «Μυστικά της Κρύπτης». Το Σάββατο πάλι, ή θα έβλεπα την ελληνική ταινία των 21:00, ή θα γυρνούσα σπίτι εκείνη την ώρα, από τον απογευματινό καφέ, το τάβλι και το διπλό Lebel με τυρί. Αν είχε καλή ταινία, το σινεμά, ήταν κάτι που μου άρεσε. Μέχρι εκεί. Σε κλαμπ, πήγα το καλοκαίρι της 2ας Λυκείου, παρέα με τον αδελφό μου. Με είχε πάει ο πατέρας μου με το αυτοκίνητο , και ήρθε και με πήρε στις 03:00. Το πρώτο ποτό που ήπια και που έπινα μέχρι τα 18 -19 ήταν KIWI!
Ξενέρωτη; Κάθε άλλο. Οι συμμαθητές μου δεν έκαναν ούτε και αυτά.
Απλά μιλάμε για άλλες εποχές. Ίσως τα τελευταία χρόνια μίας αθωότητας που δεν έχει επιστροφή και μέλλον. Δεν υπήρχε ίντερνετ, δεν υπήρχαν κινητά, δεν υπήρχε Fbook, twitter, δεν μπορούσες να μπεις σε κλαμπ σε ηλικία 14-15 ετών. Αλκοόλ μόνο στα πάρτυ και αυτό που τότε ήταν της μόδας, ήταν το ούζο και η μαυροδάφνη. Τσιγάρα ναι , υπήρχαν, και ήταν μαγκιά να καπνίζεις στις τουαλέτες του σχολείου. Εγώ το θεωρούσα και αυτό βλακεία. Και όμως, θυμάμαι τους γονείς μου, πάντα να ανησυχούν. Να θέλουν διακριτικά και πάντα με φιλική διάθεση να μάθουν με ποιούς κάνω παρέα, ποιός με παίρνει τηλέφωνο, πως λένε το αγόρι που μου αρέσει, τι ώρα θα γυρίσω...Και εγώ τους έλεγα, γιατί ήταν και φίλοι μου οι γονείς μου. Γνωρίζανε τις κολλητές μου, τους έκλαιγα για τον Μπάμπη, αλλά ήμουν πάντα τυπική σε αυτό που μου ζητούσαν προκειμένου να εξακολουθήσουν να μου παρέχουν ελευθερίες.
Σήμερα πόσο δύσκολο είναι για έναν γονιό, να έχει μία τέτοια σχέση με το παιδί του; Τόσοι πολλοί παράγοντες που δεν μπορούν να ελέγξουν... Όση προσπάθεια και αν κάνουν οι γονείς να είναι σωστοί, είναι τόσοι πολλοί οι κίνδυνοι που καραδοκούν...Θέλει προσοχή, θέλει επιφυλακή, θέλει επαφή, θέλει και κουβέντα.
Αν είχα παιδί, εκεί γύρω στα 14 -15 και μου έλεγε ότι θέλει να πάει απόψε στο Villa, δεν ξέρω τι θα έκανα. Με ενοχλεί να βγαίνω έξω και να βλέπω δίπλα μου ανήλικα βαμμένα κορίτσια, ανήλικα αγόρια να κρατούν τσιγάρο και να στέκονται όρθια στα μπαρ. Από την άλλη, αν τους πεις «όχι», τα χειρότερα έρχονται.
Τα σημερινά παιδιά, βιάζονται να μεγαλώσουν. Υιοθετούν ένα ίδιο, μαζικοποιημένο χωρίς προσωπικό στοιχείο, ύφος και στυλ.... Μία μικρομέγαλη συμπεριφορά... Χάνουν τα καλύτερα τους χρόνια, ζώντας τα πρόωρα κατά μία τριετία. Αν το σκεφτείς είναι κουτό. Και για τους γονείς, βασανιστικό.