Η εισαγγελέας προτείνει απαλλαγή για όλους τους κατηγορούμενους στην υπόθεση των «Σπαρτιατών»
Στο εδώλιο βρίσκονται 11 πρώην και νυν βουλευτές του κόμματος, ένας δικηγόρος και ο Ηλίας Κασιδιάρης
Την απαλλαγή και των 13 κατηγορουμένων στην υπόθεση των Σπαρτιατών πρότεινε η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, εκτιμώντας ότι δεν στοιχειοθετείται η κατηγορία της «εξαπάτησης του εκλογικού σώματος».
Στο εδώλιο βρίσκονται έντεκα πρώην και νυν βουλευτές του κόμματος, ένας δικηγόρος και ο Ηλίας Κασιδιάρης, μετά τις καταγγελίες του προέδρου του κόμματος για «Greek mafia πρακτικές» και καθοδήγηση από εξωκοινοβουλευτικά κέντρα.
Στο σκεπτικό της πρότασής της, η εισαγγελέας ανέφερε ότι «δεν προκύπτει κάποια καθοδήγηση» των βουλευτών από τον Ηλία Κασιδιάρη, σημειώνοντας πως η κοινοβουλευτική τους στάση δεν παρουσιάζει στοιχεία ελέγχου ή συντονισμένης δράσης. Όπως υπογράμμισε, σε αρκετές περιπτώσεις οι βουλευτές ψήφισαν με τον ίδιο τρόπο όπως και οι βουλευτές της συμπολίτευσης, γεγονός που, κατά την κρίση της, δεν συνάδει με την εικόνα ενός κόμματος που λειτουργεί υπό εντολές τρίτου προσώπου.
Η εισαγγελική λειτουργός τόνισε ακόμη ότι «δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστικός λόγος και κίνητρο πίσω από όλο αυτό», όπως αυτό περιγράφεται στο κατηγορητήριο, ενώ επισήμανε ότι «δεν έχει αποδειχθεί ότι λάμβαναν οδηγίες» από τον Ηλία Κασιδιάρη. Παράλληλα, υπογράμμισε πως η δημόσια δήλωσή του περί «δικαίωσής» του μέσω της εκλογής των Σπαρτιατών δεν αρκεί από μόνη της για να στηρίξει την κατηγορία.
Αναφερόμενη στα πραγματικά περιστατικά, η εισαγγελέας σημείωσε ότι το κόμμα δέχθηκε προεκλογικά δημόσια στήριξη από τον Ηλία Κασιδιάρη, μέσω δηλώσεων και αναρτήσεων, ενώ ορισμένα στελέχη του κόμματος τον στήριξαν στις δημοτικές εκλογές. Όπως ανέφερε, η στήριξη αυτή συνέβαλε στο να καταγράψει το κόμμα «αναπάντεχο ποσοστό», χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται ότι υπήρξε οργανωμένος μηχανισμός καθοδήγησης ή παραπλάνησης των ψηφοφόρων.
Ιδιαίτερη μνεία έγινε και στις επισκέψεις κατηγορουμένων στις φυλακές Δομοκού, στοιχείο στο οποίο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό το κατηγορητήριο. Όπως επισημάνθηκε, κάποιες από τις επισκέψεις πραγματοποιήθηκαν μετά την προκήρυξη των εκλογών, ωστόσο υπήρχαν επαφές και σε προγενέστερο χρόνο, γεγονός που –κατά την εισαγγελική κρίση– δεν αρκεί για να θεμελιώσει ποινική ευθύνη.
Τέλος, η εισαγγελέας αναφέρθηκε στη σύγκρουση που ξέσπασε μετά τις εκλογές μεταξύ του προέδρου του κόμματος και μέρους των βουλευτών, η οποία οδήγησε σε διαγραφές, αποχή από κοινοβουλευτικές διαδικασίες και δημόσιες καταγγελίες. Όπως σημείωσε, ο ίδιος ο καταγγέλλων στη συνέχεια «ανασκεύασε πλήρως» τις δηλώσεις του, αποδίδοντάς τες σε ταραχή και σε εσωτερική παρεξήγηση, γεγονός που αποδυνάμωσε καθοριστικά το κατηγορητήριο.