Τι απαντούν οι επιστήμονες για τον έρωτα με την πρώτη ματιά – Μύθος ή πραγματικότητα;
Οι επιστήμονες εξερευνούν πώς ο εγκέφαλος και το σώμα σας αντιδρούν στα πρώτα δευτερόλεπτα της έλξης
Οι ρομαντικές κομεντί δεν σας λένε ψέματα: Ο έρωτας με την πρώτη ματιά είναι ένα πραγματικό φαινόμενο. Πρόκειται για μία έντονη –αλλά όχι και τόσο συχνή– αρχική έλξη, η οποία έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε μία σχέση με διάρκεια.
Όμως, η επιστήμη δείχνει ότι δεν είναι η καρδιά που ερωτεύεται γρήγορα, αλλά ο εγκέφαλος, όπως εξηγεί το National Geographic. Μέσα από τη νευροεπιστήμη, πειράματα συμπεριφοράς και ψυχολογική έρευνα, οι επιστήμονες χαρτογραφούν πώς η έλξη μπορεί να «ανάψει» σχεδόν ακαριαία.
Ολόκληρα ερευνητικά εργαστήρια σε πανεπιστήμια είναι αφιερωμένα στην κατανόηση της ρομαντικής αγάπης, αν και η ταχύτητα με την οποία συμβαίνει ο έρωτας με την πρώτη ματιά, τον καθιστά δύσκολο στη μελέτη. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές έχουν μία καλή εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο εγκέφαλός μας –και πώς είμαστε βιολογικά «προγραμματισμένοι» να σχηματίζουμε γρήγορα εντυπώσεις για τους άλλους– βασιζόμενοι στη γνώση τους για τα πρώτα στάδια του έρωτα.
Πώς ο έρωτας επηρεάζει το σώμα σου;
Δεκαετίες ερευνών δείχνουν ότι η έλξη –η παθιασμένη αρχική φάση μίας ρομαντικής σχέσης– συνοδεύεται από ένα μοναδικό «κοκτέιλ» χημικών ουσιών, όπως η αδρεναλίνη και η ντοπαμίνη.
Όπως και αυτή η παθιασμένη φάση, ο έρωτας με την πρώτη ματιά είναι «πιθανότατα ένα έντονα συναισθηματικά διεγερτικό γεγονός, το οποίο ενεργοποιεί το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, δηλαδή την αντίδραση μάχης ή φυγής. Ο καρδιακός ρυθμός αυξάνεται, αρχίζεις να ιδρώνεις ελαφρά, να αναπνέεις ταχύτερα, ίσως να κοκκινίζεις λίγο. Όλα αυτά μας προετοιμάζουν για δράση», εξηγεί η βιολογική ψυχολόγος, Σάντρα Λάνγκεσλαγκ.
Όταν σε «χτυπά» ο έρωτας, ο υποθάλαμος –μία μικρή περιοχή βαθιά στον εγκέφαλο– δίνει σήμα ώστε η αδρεναλίνη να διοχετευτεί στο αίμα, κάτι που κάνει την καρδιά να χτυπά πιο γρήγορα.
Μία κλασσική μελέτη της ανθρωπολόγου, Χέλεν Φίσερ, έδειξε ότι όταν κοιτάζουμε ένα άτομο που αγαπάμε ρομαντικά –και όχι απλώς βρίσκουμε ελκυστικό– ενεργοποιούνται τα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου και γίνονται πιο δραστήρια από το συνηθισμένο. Αυτό υποδηλώνει την παρουσία ντοπαμίνης, της λεγόμενης «ορμόνης της ευχαρίστησης». Η ντοπαμίνη δημιουργεί μία ευχάριστη εμπειρία και μπορεί επίσης να συμβάλλει στη δημιουργία μακροχρόνιων αναμνήσεων, ίσως γι’ αυτό το πρώτο βλέμμα μένει τόσο έντονα χαραγμένο στη μνήμη.
Γιατί μπορούμε να ερωτευτούμε τόσο γρήγορα;
Η ικανότητα να βιώνουμε έρωτα με την πρώτη ματιά βασίζεται σε μία γνωστική δεξιότητα που ίσως δεν συνειδητοποιούμε ότι διαθέτουμε: Οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά ικανοί στη συνθήκη να αξιολογούν γρήγορα τους άλλους.
«Σε λιγότερο από 7 δευτερόλεπτα, μπορούμε να σχηματίσουμε εντυπώσεις που είναι αρκετά ακριβείς», εξηγεί η κοινωνική ψυχολόγος, Γουέντι Γκάρντνερ.
Με αυτό εννοεί ότι είναι «ακριβείς με την έννοια ότι πιθανότατα θα συμμερίζονται από άλλα μέλη της κουλτούρας μας». Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπορεί να γνωρίσει άμεσα τον χαρακτήρα κάποιου. Αυτό απαιτεί χρόνο. Ωστόσο, μπορεί να επεξεργαστεί ταχύτατα φυσικά και μη λεκτικά στοιχεία, ώστε να σχηματίσει μία εντύπωση που, σωστή ή λανθασμένη, είναι κοινωνικά κοινή και μπορεί να μας κάνει να ερωτευτούμε γρήγορα, ειδικά αν κάποιος είναι ελκυστικός.
Ο εγκέφαλος ερμηνεύει μη λεκτικά σήματα, όπως η συμμετρία του προσώπου και το χαμόγελο, για να σχηματίσει θετική εντύπωση. Μπορεί να μην το αντιλαμβανόμαστε, αλλά ο εγκέφαλος «καταγράφει» τα πάντα και κάνει γρήγορους υπολογισμούς για να αξιολογήσει την ελκυστικότητα.
«Δεν χρειάζεται καν να ακούσουμε τι λένε· αρκεί να δούμε πώς συμπεριφέρονται, τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, τη φυσική τους εμφάνιση, τον τρόπο που ντύνονται και τα μη λεκτικά τους σήματα, όπως το βλέμμα και το χαμόγελο», σημειώνει η Γκάρντνερ.
Με λίγα λόγια, «είμαστε εντελώς ευάλωτοι στη φυσική έλξη. Οι άνθρωποι λένε: “Δεν δίνω σημασία στην εμφάνιση”. Μπορεί να το πιστεύεις, αλλά κάνεις λάθος. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην παρατηρεί αυτά τα στοιχεία», προσθέτει.
Ωστόσο, ο στιγμιαίος έρωτας δεν αφορά μόνο τους… πιο εμφανίσιμους. Άλλοι τύποι σύνδεσης μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μίας σχέσης. μία ψυχολογική έννοια που ονομάζεται I–sharing περιγράφει τη στιγμιαία αίσθηση ότι μοιράζεσαι την ίδια υποκειμενική πραγματικότητα με έναν άγνωστο. Αυτό το φαινόμενο δημιουργεί άμεση σύνδεση, μειώνοντας προσωρινά το αίσθημα υπαρξιακής μοναξιάς, κάνοντάς μας να νιώθουμε ότι μας καταλαβαίνουν, ενισχύοντας την τρυφερότητα και την εμπιστοσύνη.
Για παράδειγμα, βρίσκεσαι σε μία καφετέρια και συμβαίνει κάτι αστείο ή γοητευτικό. Σηκώνεις το βλέμμα και βλέπεις κάποιον απέναντι να χαμογελά για τον ίδιο λόγο. Τα μάτια σας συναντιούνται. Αυτό μπορεί να είναι αρκετό.
Μία τόσο απλή στιγμή μπορεί να δημιουργήσει μία ουσιαστική σύνδεση, δείχνοντας ότι ίσως αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο με παρόμοιο τρόπο. Αυτό το βλέμμα όχι μόνο «ανοίγει» την πόρτα για έρωτα με την πρώτη ματιά, αλλά μπορεί να θέσει και τα θεμέλια για μία μακροχρόνια σχέση.
Όσο έντονος κι αν φαίνεται ο έρωτας με την πρώτη ματιά, η αρχική έλξη από μόνη της δεν αποτελεί ένδειξη –ούτε θετική, ούτε αρνητική– για το αν θα υπάρξει συνέχεια.
«Δεν έχει προγνωστική αξία. Φυσικά, είναι ωραίο, ευχάριστο, αλλά δεν σημαίνει τίποτα και δεν καθορίζει πού θα οδηγήσει», εκτιμά ο ψυχολόγος, Πολ Ίστγουϊκ.
Σε μία εποχή όπου εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούν εφαρμογές γνωριμιών και βασίζονται σε γρήγορες κρίσεις έλξης, αυτό ίσως ακούγεται απογοητευτικό. Όμως, έρευνες δείχνουν ότι το γεγονός να παρακάμπτουμε τις επιφανειακές κουβέντες και να προχωράμε σε ουσιαστικές συζητήσεις με αγνώστους, μπορεί να είναι λιγότερο άβολο –αλλά και πιο ανταποδοτικό– απ’ όσο φανταζόμαστε.
Γι’ αυτό, αν ανήκετε στους ρομαντικούς που πιστεύουν στο πρώτο βλέμμα, δώστε χρόνο και κινηθείτε με προσοχή. «Ναι, είναι σύνηθες οι εντυπώσεις μας να αλλάζουν, είναι εντάξει να αποδεχτείτε λίγη αβεβαιότητα. Δεν γνωρίζετε ακόμη πολλά για αυτόν τον νέο άνθρωπο που μόλις γνωρίσατε», τονίζει ο ψυχολόγος.