«Ήταν σαν βιντεοπαιχνίδι»: 31χρονος στραγγάλισε τον πατέρα του επειδή νόμιζε ότι «ήταν θέλημα Θεού»
Ο 31χρονος, ο οποίος έχει διαγνωστεί με σχιζοσυναισθηματική διαταραχή, κρατείται σε ψυχιατρικό νοσοκομείο εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο
Ο 31χρονος Χένρι που δολοφόνησε τον πατέρα του σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στην Ιρλανδία
Ένας άνδρας από την Νέα Υόρκη, ο οποίος κατηγορείται ότι δολοφόνησε τον πατέρα του σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στην Ιρλανδία το 2024, δήλωσε ότι η πράξη του «ήταν θέλημα Θεού» και ως «δύναμη του καλού», όπως ειπώθηκε αυτήν την εβδομάδα ένα ιρλανδικό δικαστήριο.
Ο 31χρονος Χένρι ΜακΓκόουαν, πρόσθεσε ότι βίωνε ένα ψυχωσικό επεισόδιο όταν χτύπησε και στραγγάλισε τον πατέρα του, ο οποίος είχε έρθει μέχρι το Δουβλίνο για να βοηθήσει τον γιο του. «Θα σε αγαπώ πάντα, ό,τι και να συμβεί», είχε πει ο ΜακΓκόουαν στον πατέρα του, Τζον ΜακΓκόουαν, όσο εκείνος ήταν ετοιμοθάνατος στο έδαφος.
Ο 31χρονος, ο οποίος έχει διαγνωστεί με σχιζοσυναισθηματική διαταραχή, κρατείται σε ψυχιατρικό νοσοκομείο εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο. Στην δίκη που διεξάγεται αυτή την εβδομάδα σε δικαστήριο του Δουβλίνου, έχει δηλώσει αθώος λόγω παραφροσύνης.
Οι αιτήσεις για παραφροσύνη είναι σπάνιες στην Ιρλανδία, αλλά οι ένορκοι μπορούν να εκδώσουν μια ειδική ετυμηγορία που κρίνει ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν συνείδηση του εγκλήματος που διέπραξαν, δεν είχαν συνείδηση ότι η πράξη τους ήταν λανθασμένη ή δεν μπορούσαν να συγκρατηθούν.

Ο 31χρονος Χένρι
Το χρονικό της τραγωδίας
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η ιστορία ενός προβληματικού γιου και ενός αφοσιωμένου πατέρα που δολοφονήθηκε καθώς βρισκόταν στο Δουβλίνο για να βοηθήσει τον γιο του.
Την Τρίτη, ο 31χρονος Χένρι — ξυρισμένος και ντυμένος με ένα σκούρο κοστούμι — καθόταν στωικά στην αίθουσα του δικαστηρίου, κοιτάζοντας προς τα κάτω, ενώ οι αστυνομικοί περιέγραφαν την χαοτική άφιξή του στο Δουβλίνο και τον οδυνηρό, βίαιο θάνατο του πατέρα του στο Ballyfin Demesne, ένα πολυτελές ξενοδοχείο κοντά στο Portlaoise, περίπου 60 μίλια νοτιοδυτικά του Δουβλίνου.
Εκεί, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ο Χένρι ΜακΓκόουαν έπνιξε, χτύπησε και στραγγάλισε τον πατέρα του, καθώς ήταν πεπεισμένος ότι ήταν ένας απατεώνας που ενεργούσε για λογαριασμό μιας σατανικής παγκόσμιας οργάνωσης.
Εισαγγελείς ανέφεραν ότι ο Χένρι προσγειώθηκε στην Ιρλανδία με νυχτερινή πτήση από το Λονδίνο στις 11 Νοεμβρίου 2024. Φορούσε ένα φωτεινό ροζ παλτό, το οποίο, όπως αποδείχτηκε αργότερα, ήταν εύκολα αναγνωρίσιμο στα βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας. Ο 31χρονος είπε αργότερα στις Αρχές, ότι πίστευε ότι τον παρακολουθούσαν και ότι κάποιου είδους υπερφυσικές δυνάμεις του έλεγαν τι να κάνει.
«Ήταν σαν βιντεοπαιχνίδι, σαν να βρισκόμουν σε έναν άλλο κόσμο», είπε ο ΜακΓκόουαν στους ανακριτές, σύμφωνα με τους εισαγγελείς.
Η αστυνομία του Λονδίνου είχε ενημερώσει τους ομολόγους της στην Ιρλανδία ότι ο ΜακΓκόουαν βρισκόταν καθ' οδόν προς το Δουβλίνο και χρειαζόταν έλεγχος της ψυχικής κατάστασής του, κατά την άφιξη του. Ωστόσο, η ιρλανδική αστυνομία δήλωσε ότι δεν μπόρεσε να τον εντοπίσει στο αεροδρόμιο και ότι αυτός ξέφυγε.
Στο βίντεο της άφιξης του ΜακΓκόουαν στο αεροδρόμιο του Δουβλίνου που προβλήθηκε στο δικαστήριο, ο 31χρονος φαινόταν να περιφέρεται σε διάφορα σημεία του αεροδρομίου και να πηγαίνει τουλάχιστον δύο φορές σε χώρους στάθμευσης εκτός του αεροδρομίου. Τελικά, πέταξε όλα τα προσωπικά του αντικείμενα στον κάδο και έτρεξε σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό στην αντίθετη πλευρά της πόλης, σύμφωνα με την αστυνομία.
Στη συνέχεια, ένα άλλο βίντεο έδειχνε τον ΜακΓκόουαν να πηδάει πάνω από κάποια κιγκλιδώματα, να μπαίνει σε άδειους συρμούς, πριν τελικά κατευθυνθεί προς το τμήμα επειγόντων περιστατικών του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Mater Misericordiae.
Εκεί συναντήθηκε με τον πατέρα του, ο οποίος είχε έρθει με νυχτερινή πτήση από τη Νέα Υόρκη στο Δουβλίνο σε μια προσπάθεια να σταματήσει τον γιο του, αφού η οικογένειά του είχε αρχίσει να ανησυχεί όλο και περισσότερο για την ψυχική υγεία του Χένρι ΜακΓκόουαν. Ο 66χρονος Τζον ΜακΓκόουαν είχε αναλάβει μια παρόμοια «αποστολή» και στο παρελθόν, φροντίζοντας τον γιο του κατά τη διάρκεια μιας μανιακής κρίσης στο Παρίσι το 2022.

Ο δολοφονημένος 66χρονος Τζον ΜακΓκόουαν
Αλλά εκείνη την ημέρα στο Δουβλίνο, οι γιατροί του νοσοκομείου κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο 31χρονος Χένρι δεν βίωνε ψυχωσικό επεισόδιο και του έδωσαν εξιτήριο, σύμφωνα με τους εισαγγελείς.
Λιγότερες από πέντε ώρες αργότερα, ο 31χρονος βρέθηκε στο υπόγειο του πολυτελούς ξενοδοχείου και βίωνε πάλι ένα επεισόδιο, σύμφωνα με μάρτυρες. Αμέσως στο χώρο έφτασε ο πατέρας του, ο οποίος και ανακάλυψε τον γιο του γυμνό κοντά στην πισίνα του ξενοδοχείου, ξαπλωμένο σε μια ξαπλώστρα.
Λίγα λεπτά αργότερα, οι δύο άνδρες μπήκαν σε ένα κτήριο δίπλα στην πισίνα. Εκεί, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ο 31χρονος χτύπησε το κεφάλι του πατέρα του σε έναν τοίχο, τον στραγγάλισε για περισσότερα από 60 δευτερόλεπτα και έβαλε το χέρι του στο στόμα του πατέρα του μέχρι που σταμάτησε να αναπνέει.
Σε ανάκριση του με ερευνητές μετά το περιστατικό, ο ΜακΓκόουαν είπε ότι σκότωσε τον πατέρα του επειδή πίστευε ότι ήταν απατεώνας και ότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ως ένα είδος «υπερήρωα», μέλος μιας μυστικής αποστολής για την ανατροπή μιας σατανικής οργάνωσης.
Λίγο μετά τη δολοφονία, μέλη του προσωπικού του ξενοδοχείου — που τον είχαν παρατηρήσει γυμνό στην περιοχή της πισίνας — τον συνόδευσαν πίσω στο δωμάτιό του, σύμφωνα με τους εισαγγελείς.
Όταν ο διευθυντής του ξενοδοχείου μίλησε στον 31χρονο για τον πατέρα του, ο ΜακΓκόουαν απάντησε: «Δεν είναι ο πατέρας μου».
Λίγο αργότερα, το προσωπικό ανακάλυψε το πτώμα και ειδοποίησε την αστυνομία. Οι αστυνομικοί έφτασαν και βρήκαν τον 31χρονο να κάθεται στη βιβλιοθήκη, και να κοιτάει το τζάκι.
Η δίκη συνεχίζεται.