Μπόνι Τάιλερ: Από τις εμφανίσεις στα εργατικά κλαμπ για 1 λίρα τη βραδιά, στην κορυφή των charts
Η κόρη του ανθρακωρύχου που αγάπησε τη μουσική του Έλβις Πρίσλεϊ και των Beatles κατάφερε να κάνει την καριέρα που ονειρεύονταν όταν παράτησε το σχολείο σε ηλικία 16 ετών
Η Μπόνι Τάιλερ στη σκηνή της Eurovision
Snapshot
- Η Μπόνι Τάιλερ έγινε παγκοσμίως γνωστή με το τραγούδι «Total Eclipse of the Heart» το 1983, που έφτασε στο Νο 1 σε πολλές χώρες και έχει πάνω από 1 δισεκατομμύριο streams στο Spotify.
- Ξεκίνησε την καριέρα της τραγουδώντας σε εργατικά κλαμπ της Ουαλίας με αμοιβή μόλις μία λίρα τη βραδιά.
- Παρά τις δυσκολίες της παιδικής ηλικίας και την αρχική πτώση στην καριέρα της, επανήλθε με το ροκ στυλ και την συνεργασία με τον παραγωγό Τζιμ Στάινμαν.
- Η Μπόνι Τάιλερ απέκτησε μεγάλη περιουσία από τη μουσική και επενδύσεις σε ακίνητα, ενώ παρέμεινε ενεργή και δημοφιλής έως πρόσφατα.
- Το 2023 τιμήθηκε με το παράσημο MBE για τη συμβολή της στη μουσική και το 2026 νοσηλεύτηκε σε τεχνητό κώμα μετά από επείγουσα επέμβαση στην Πορτογαλία.
Η δεκαετία του 1980 ήταν η εποχή της power ballad, όμως ένα υπερβολικά μεγαλειώδες τραγούδι κατάφερε να επισκιάσει σχεδόν τα πάντα. Η Μπόνι Τάιλερ, που πέθανε σε ηλικία 75 ετών, θα μείνει για πάντα στη μνήμη του κοινού μέσα από το εμβληματικό της κλασικό κομμάτι του 1983, το «Total Eclipse of the Heart».
Το τραγούδι ανέβηκε στην κορυφή των charts σε όλο τον κόσμο και παραμένει μέχρι σήμερα η απόλυτη δοκιμασία για τους επίδοξους τραγουδιστές του καραόκε. Έχει ξεπεράσει το 1 δισεκατομμύριο streams στο Spotify, ενώ το χαρακτηριστικό βίντεο του τραγουδιού έχει συγκεντρώσει 1,3 δισεκατομμύρια προβολές στο YouTube. Και όλα αυτά, από μια τραγουδίστρια που ξεκίνησε από τα δύσκολα εργατικά κλαμπ της Ουαλίας, αμειβόμενη με μόλις μία λίρα τη βραδιά.
Η Μπόνι Τάιλερ γεννήθηκε ως Γκέινορ Χόπκινς στις 8 Ιουνίου 1951 στο Νεθ της Ουαλίας, κόρη της Έλσι και του ανθρακωρύχου Γκλίντουρ. Μεγάλωσε σε κατοικία του δήμου μαζί με τις τρεις αδελφές και τους δύο αδελφούς της και από μικρή ηλικία αγάπησε τη μουσική του Έλβις Πρίσλεϊ και των Beatles.
«Όταν ήμουν έξι ετών, έκανα πως η βούρτσα των μαλλιών μου ήταν μικρόφωνο και τραγουδούσα σε αυτήν», είχε πει το 1983. «Στο σχολείο δεν ήμουν ιδιαίτερα καλή και ανυπομονούσα να φύγω. Απλώς ήθελα να βγάζω χρήματα ως τραγουδίστρια».

Η Μπόνι Τάιλερ
InvisionΗ δύσκολη παιδική ηλικία της Μπόνι Τάιλερ
Η παιδική της ηλικία δεν ήταν εύκολη. Σε συνέντευξή της το 2007 είχε αποκαλύψει ότι δεχόταν εκφοβισμό στο σχολείο, επειδή ήταν η πιο κοντή από τα κορίτσια της τάξης και οι συμμαθήτριές της την αποκαλούσαν «Titch». «Υπήρχε ένα κορίτσι που με εκφόβιζε και με έκανε πολύ δυστυχισμένη για έναν χρόνο περίπου», είχε πει. «Επειδή ο πατέρας μου είχε πρόβλημα στο στήθος από τα χρόνια του στον στρατό και έπαιρνε σύνταξη, παίρναμε δωρεάν σχολικά γεύματα και δεχόμασταν πειράγματα και γι’ αυτό. Έτσι, πάντα ήθελα να πετύχω κάτι στη ζωή μου».
Η νεαρή Μπόνι δεν άργησε να κάνει τα πρώτα της βήματα. Άφησε το σχολείο στα 16 της και άρχισε να εργάζεται σε παντοπωλεία και μαγαζιά με γλυκά στην περιοχή της. Η πρώτη δημόσια εμφάνισή της ήρθε έναν χρόνο αργότερα, όταν συμμετείχε σε διαγωνισμό ταλέντων σε τοπικό κλαμπ. Κατέλαβε τη δεύτερη θέση, αποτέλεσμα αρκετό για να την πείσει πως έπρεπε να πάρει το τραγούδι σοβαρά.
Στη συνέχεια μπήκε στον σκληρό κύκλο των working men’s clubs σε όλη την Ουαλία. «Στα ουαλικά κλαμπ σε κάνουν να περάσεις δύσκολα, αλλά αυτό μου έκανε καλό», είχε παραδεχθεί κάποτε. Δεν ήταν σπάνιο να γίνεται αγώνας με βελάκια μπροστά από τη σκηνή, την ώρα που εκείνη προσπαθούσε να ολοκληρώσει το πρόγραμμά της. Υπήρχαν όμως και άλλες δυσκολίες. «Κάποτε, σε ένα ποδοσφαιρικό κλαμπ όπου τραγουδούσα, γλίστρησα πάνω σε μια χαλαρή σανίδα στη σκηνή και μου έφυγε η περούκα», θυμόταν.
Στα 19 της γνώρισε τον Μπόμπι Σάλιβαν, διευθυντή νυχτερινού κέντρου και μέλος της βρετανικής ολυμπιακής ομάδας τζούντο. Παντρεύτηκαν το 1973. «Ήμουν στη σκηνή και εκείνος γλίστρησε στην πίστα μπροστά μου μόνο και μόνο για να τραβήξει την προσοχή», είχε πει σε συνέντευξή της το 1985. «Δεν ήξερε να χορεύει για να σώσει τη ζωή του, αλλά τον αγαπώ το ίδιο όσο και τότε που γνωριστήκαμε».
Το ντεμπούτο και η πρώτη παγκόσμια επιτυχία
Η μεγάλη ευκαιρία ήρθε το 1975, όταν ένας ανιχνευτής ταλέντων την άκουσε να τραγουδά σε κλαμπ του Σουόνσι. Έκανε ένα demo και υπέγραψε συμβόλαιο με την RCA Records, με την προϋπόθεση να αλλάξει όνομα. Το ντεμπούτο της single, το My! My! Honeycomb του 1976, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Όμως το επόμενο, το Lost In France, μπήκε στο Top 10 της Βρετανίας και στο Top 20 σε όλη την Ευρώπη. Το 1977, το It’s A Heartache έγινε παγκόσμια επιτυχία.
Παρά την επιτυχία της, η ίδια δεν ένιωθε άνετα με τη μουσική κατεύθυνση που ακολουθούσε τότε, καθώς έγερνε προς έναν πιο μετριοπαθή country ήχο. Το κοινό συμφώνησε μαζί της και ακολούθησε μια πενταετής περίοδος πτώσης, με αποτυχημένες κυκλοφορίες η μία μετά την άλλη. «Ήθελα να κάνω περισσότερο ροκ εν ρολ», είχε εξηγήσει το 1986. «Σκέφτηκα ότι, αφού δεν πάω καλά εκεί που είμαι, ας στραφώ σε αυτό που πραγματικά μου αρέσει. Αν πετύχει, υπέροχα. Αν όχι, τουλάχιστον θα έκανα τη μουσική που αγαπώ».
Στη συνέχεια υπέγραψε νέα συμφωνία με την CBS και απέρριψε προτάσεις από τον Φιλ Κόλινς και τον Τζεφ Λιν των ELO ως πιθανούς παραγωγούς. Όταν είδε τον Meat Loaf στην τηλεόραση ένα βράδυ, αναζήτησε τον πανίσχυρο παραγωγό Τζιμ Στάινμαν. Εκείνος έγραψε για εκείνη το Total Eclipse of the Heart, και όχι για τον Meat Loaf, όπως εκείνος αργότερα είχε θυμωμένα υποστηρίξει.
Το τραγούδι έγινε φαινόμενο. Όπως είχε εξηγήσει ο Στάινμαν, το είχε αρχικά γράψει ως «τραγούδι αγάπης για βρικόλακες», με τον πρώτο του τίτλο να είναι Vampires in Love, καθώς δούλευε πάνω σε ένα μιούζικαλ εμπνευσμένο από τον Nosferatu. «Αν ακούσει κανείς τους στίχους, μοιάζουν πραγματικά με ατάκες βρικολάκων. Όλα περιστρέφονται γύρω από το σκοτάδι, τη δύναμη του σκοταδιού και τη θέση της αγάπης μέσα σε αυτό», είχε πει.
Ο Στάινμαν έφερε στο στούντιο μια ομάδα κορυφαίων μουσικών, ανάμεσά τους τον ντράμερ Μαξ Γουάινμπεργκ και τον πιανίστα Ρόι Μπίταν από τους θρυλικούς E Street Band του Μπρους Σπρίνγκστιν. Το αποτέλεσμα ταίριαξε ιδανικά στη βραχνή, γεμάτη ένταση φωνή της Τάιλερ, η οποία χάρισε στο τραγούδι έναν ήχο που οι κριτικοί παρομοίασαν με εκείνον του Ροντ Στιούαρτ.
Με το σκοτεινό του χτίσιμο και το εκρηκτικό του ρεφρέν, το τραγούδι έφτασε στο Νο. 1 σε Βρετανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αυστραλία και Καναδά. Το σουρεαλιστικό, υπερβολικό βίντεό του έγινε κλασικό δείγμα της αισθητικής των 80s, με γυμναστές, ημίγυμνους άνδρες που καταβρέχονται, εύθυμους τύπους που γκρεμίζουν ένα τραπέζι γεμάτο φαγητό και ποτό και μια χορωδία με μάτια σαν πυρσοί.
Το βίντεο γυρίστηκε στο παλιό ψυχιατρικό ίδρυμα Holloway Sanatorium και γέννησε έναν διασκεδαστικό αστικό μύθο. Για χρόνια κυκλοφορούσε η φήμη ότι το αγόρι που εμφανίζεται περιοδικά στο κλιπ και στο τέλος σφίγγει το χέρι της Τάιλερ ήταν ο πρώην ποδοσφαιριστής της Τσέλσι, Τζιανφράνκο Ζόλα. Ο ίδιος αναγκάστηκε να ξεκαθαρίσει το 2012 ότι δεν ήταν αυτός.
Το τραγούδι περιλαμβανόταν στο άλμπουμ Faster Than The Speed of Night, το οποίο σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία και έγινε τετραπλά πλατινένιο. Ωστόσο, η πορεία της Τάιλερ στη δεκαετία του 1980 ακολούθησε την ίδια διαδρομή με την προηγούμενη εκτόξευση της καριέρας της. Είχε ακόμη μία μεγάλη σόλο επιτυχία, το Holding Out For a Hero, και στη συνέχεια ακολούθησε μια μακρά σειρά αποτυχιών.
Η αμύθητη περιουσία της Μπόνι Τάιλερ
Μέχρι τότε, όμως, είχε ήδη γίνει πολυεκατομμυριούχος, τόσο χάρη στη μουσική όσο και σε δεκάδες έξυπνες επενδύσεις σε ακίνητα. Η περιουσία της μαζί με του συζύγου της Μπόμπι περιλάμβανε πολυτελή βίλα πέντε υπνοδωματίων στην Πορτογαλία, 22 σπίτια στο Berkshire και στο Λονδίνο, αγρόκτημα 60 στρεμμάτων στο Γκλάμοργκαν της Ουαλίας, στάβλους για αγωνιστικά άλογα και ένα λατομείο.
Χάρη στη διαχρονική απήχησή της και τη διαρκή αγάπη του κοινού για οτιδήποτε θυμίζει δεκαετία του 1980, όπου κι αν εμφανιζόταν, οι συναυλίες της ήταν γεμάτες. Ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ινδονησία, την Πολωνία, την Αυστραλία και τις Φιλιππίνες, ενώ έφτασε ξανά στο Νο 1 στη Γαλλία με γαλλόφωνη εκδοχή του Total Eclipse of the Heart.
Το 1994 βίωσε μια μεγάλη προσωπική απώλεια, όταν απέβαλε. «Δυστυχώς, δεν καταφέραμε να κάνουμε δική μας οικογένεια», είχε πει το 2012. «Όταν παντρευτήκαμε είπαμε να περιμένουμε επτά χρόνια πριν προσπαθήσουμε, αλλά τότε η καριέρα μου είχε απογειωθεί. Το αναβάλλαμε συνεχώς και όταν έφτασα τα 39 και ο Μπόμπι τα 41, ένιωσα ξαφνικά τη μητρότητα πολύ έντονα. Έμεινα έγκυος πολύ γρήγορα, αλλά μετά από δυόμισι μήνες απέβαλα, και ήταν κάτι πολύ σκληρό εκείνη τη στιγμή. Προσπαθήσαμε ξανά, αλλά μετά από δύο χρόνια δεν συνέβη τίποτα, οπότε καταλάβαμε πως μάλλον δεν ήταν γραφτό».
Με τα χρόνια έγινε φίλη με πολλούς διάσημους, ιδιαίτερα με Ουαλούς καλλιτέχνες. Ήταν κοντά στον Τομ Τζόουνς και Άντονι Χόπκινς, ενώ όταν η Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς παντρεύτηκε τον Μάικλ Ντάγκλας το 2000, εκείνη τραγούδησε στο γαμήλιο πάρτι. «Η Κάθριν είναι συγγενής του συζύγου μου και μου ζήτησε να τραγουδήσω στον γάμο», είχε πει. «Ερμήνευσα το ρεφρέν του Bridge Over Troubled Water με τον Άρτ Γκαρφάνκελ και τον Μικ Χάκναλ, μαζί με το Total Eclipse και άλλα τραγούδια. Ήταν φανταστικά».
Η Τάιλερ εκπροσώπησε το Ηνωμένο Βασίλειο στη Eurovision του 2013, καταλαμβάνοντας την 19η θέση ανάμεσα σε 26 συμμετοχές, ενώ το 2023 τιμήθηκε με το παράσημο MBE για την προσφορά της στη μουσική.
Η μεγάλη μάχη για την υγεία της
Τον Μάιο του 2026 προκάλεσε ανησυχία στους θαυμαστές της η αποκάλυψη ότι η 74χρονη τότε τραγουδίστρια είχε τεθεί σε τεχνητό κώμα μετά από επείγουσα χειρουργική επέμβαση στο έντερο στην Πορτογαλία. Οι γιατροί έκριναν το μέτρο απαραίτητο, αφού είχε μεταφερθεί εσπευσμένα σε νοσοκομείο κοντά στο πολυτελές της σπίτι στο Φάρο. Ο εκπρόσωπός της είχε δηλώσει: «Η Μπόνι έχει τεθεί σε τεχνητό κώμα από τους γιατρούς της, ώστε να βοηθηθεί η ανάρρωσή της».
Όταν τη ρώτησαν κάποτε ποιο θεωρούσε το χειρότερο πράγμα στον κόσμο, η Μπόνι Τάιλερ είχε απαντήσει: «Οι αγενείς άνθρωποι. Δεν υπάρχει λόγος να είναι κανείς αγενής. Μου λένε συχνά, “Δεν συμπεριφέρεσαι σαν σταρ”. Γιατί να το κάνω; Είμαι απλώς εγώ. Είμαι ακόμη το ίδιο άτομο που ήμουν πάντα. Οι γονείς μου θα είχαν τρομοκρατηθεί αν προσπαθούσα να φερθώ σαν να ήμουν κάτι ιδιαίτερο. Στην πραγματικότητα, όλη μου η οικογένεια θα το θεωρούσε γελοίο και μάλλον θα γελούσε μέχρι δακρύων».
Διαβάστε επίσης