Ο Τραμπ, ο Νίξον και η «θεωρία του τρελού»: Πώς η απειλή γίνεται «εξωτερική πολιτική»
Ομοιότητας ανάμεσα στους δύο Αμερικανούς προέδρους και χρόνια αλληλογραφίας ανάμεσά τους, φαίνεται πως διαμόρφωσαν ένα κοινό σκεπτικό περί «εξωτερικής πολιτικής»
Snapshot
- Ο Ντόναλντ Τραμπ υιοθετεί τη «θεωρία του τρελού» του Ρίτσαρντ Νίξον, απειλώντας ακραία για να εξαναγκάσει παραχωρήσεις στην εξωτερική πολιτική.
- Στην κρίση με το Ιράν, η ακραία ρητορική του Τραμπ οδήγησε σε συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, χωρίς όμως σαφή στρατιωτική νίκη.
- Η στρατηγική αυτή απέτρεψε την εισβολή στο Ιράν, αλλά επέφερε πλήγμα στην αξιοπιστία των ΗΠΑ και αύξησε τις αμφιβολίες για τη σταθερότητα του προέδρου.
- Η σχέση και η αλληλογραφία Τραμπ
- Νίξον δείχνουν ότι η τακτική αυτή έχει ιστορικές ρίζες, αλλά εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη πολιτική αξιοπιστία.
- Η επαναλαμβανόμενη χρήση αυτής της τακτικής μπορεί να υπονομεύσει την πολιτική κληρονομιά και την εξουσία ενός ηγέτη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει κρύψει ποτέ τον θαυμασμό του για τον Ρίτσαρντ Νίξον. Ούτε καν το σκάνδαλο του Γουότεργκεϊτ ή η ταπεινωτική αποχώρησή του από την εξουσία στάθηκαν αρκετά για να αμβλύνουν αυτή τη σχέση πολιτικής έμπνευσης. Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται πως πλέον δεν περιορίζεται στον θαυμασμό — επιχειρεί να αναβιώσει και την ίδια τη στρατηγική του Νίξον.
Η πρόσφατη κρίση με το Ιράν έδωσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Τραμπ απείλησε ανοιχτά με «εξαφάνιση ενός πολιτισμού», μόνο για να υποχωρήσει λίγο αργότερα, όταν η Τεχεράνη συμφώνησε – με αντάλλαγμα – να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ, μια ζωτικής σημασίας ενεργειακή δίοδο για την παγκόσμια οικονομία.
Η κίνηση αυτή μοιάζει να ακολουθεί πιστά το λεγόμενο «madman theory» του Νίξον, μια διπλωματική τακτική που βασίζεται στη δημιουργία της εντύπωσης ότι ένας ηγέτης είναι απρόβλεπτος, ακόμη και επικίνδυνα ασταθής. Στόχος είναι να τρομοκρατηθούν οι αντίπαλοι και να εξαναγκαστούν σε παραχωρήσεις που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα έκαναν.
Η θεωρία του «τρελού» και το Βιετνάμ
Ο ίδιος ο Νίξον είχε περιγράψει αυτή τη στρατηγική ήδη από το 1968, πριν ακόμη εκλεγεί πρόεδρος. Σε μια βόλτα δίπλα στον Ειρηνικό Ωκεανό με τον μελλοντικό προσωπάρχη του, Μπομπ Χάλντεμαν, εξήγησε πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την εικόνα ενός ανεξέλεγκτου ηγέτη για να τερματίσει τον πόλεμο στο Βιετνάμ.
«Θέλω οι Βορειοβιετναμέζοι να πιστέψουν ότι έχω φτάσει στο σημείο να κάνω τα πάντα», φέρεται να είπε. «Ότι δεν μπορούν να με συγκρατήσουν όταν θυμώνω και ότι έχω το δάχτυλο στο πυρηνικό κουμπί».
Στα χρόνια που ακολούθησαν, επανήλθε πολλές φορές σε αυτή τη γραμμή, ζητώντας από συνεργάτες του να μεταφέρουν σε Σοβιετικούς αξιωματούχους ότι ήταν «κάπως τρελός» και ικανός για «ακραία βία». Για ορισμένους, δεν χρειαζόταν καν υπερβολή.
Το 1972, με τον πόλεμο να συνεχίζεται, ο Νίξον έφτασε να μιλά ανοιχτά για χρήση πυρηνικών όπλων. Σε συνομιλία του με τον Χένρι Κίσινγκερ εξέφρασε την πρόθεσή του να «καταστρέψει τη χώρα», ενώ σε άλλη στιγμή δήλωσε ότι θα προτιμούσε να χρησιμοποιήσει την πυρηνική βόμβα. Ο Κίσινγκερ αντέδρασε, προειδοποιώντας για τις συνέπειες στους αμάχους.
Παρά τη σκληρή ρητορική, η αποτελεσματικότητα της τακτικής αυτής παραμένει αμφισβητούμενη. Αν και συνέβαλε σε μια περίοδο ύφεσης στις σχέσεις με τη Μόσχα και στην υπογραφή συμφωνιών περιορισμού εξοπλισμών, στο Βιετνάμ οδήγησε σε μαζικούς βομβαρδισμούς χωρίς ουσιαστικά διαφορετικό αποτέλεσμα στις διαπραγματεύσεις.
Η κρίση με το Ιράν
Η σύγκριση με τη σημερινή κατάσταση είναι αναπόφευκτη. Μετά από εβδομάδες στρατιωτικών επιθέσεων από ΗΠΑ και Ισραήλ, το Ιράν δεν έδειχνε διατεθειμένο να υποχωρήσει.
Ο Τραμπ, χωρίς μια καθαρή νίκη, κατέφυγε σε ακραίες απειλές: καταστροφή υποδομών, επιστροφή της χώρας «στη λίθινη εποχή», ακόμη και αφανισμό του ίδιου του πολιτισμού της.
Τελικά, επιτεύχθηκε μια συμφωνία κατάπαυσης πυρός. Το Ιράν δέχτηκε να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ — από τα οποία περνά περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Ωστόσο, εξασφάλισε και σημαντικό οικονομικό αντάλλαγμα, επιβάλλοντας τέλος 2 εκατομμυρίων δολαρίων για κάθε πλοίο που διέρχεται.
Το αποτέλεσμα μοιάζει περισσότερο με «πύρρειο νίκη». Η Ουάσιγκτον απέφυγε μια επικίνδυνη κλιμάκωση, αλλά το Ιράν όχι μόνο δεν λύγισε, αλλά βγήκε και οικονομικά ενισχυμένο.
Αναζητώντας μια «έξοδο» χωρίς ήττα
Αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Τραμπ χρειαζόταν απεγνωσμένα μια κίνηση που θα του επέτρεπε να εμφανιστεί νικητής. Η απειλητική ρητορική ίσως λειτούργησε ως μέσο για να δημιουργήσει αυτή την εικόνα, χωρίς να καταφύγει στη χειρότερη επιλογή: μια χερσαία εισβολή.
Μια τέτοια επιχείρηση, ειδικά με στόχο τον έλεγχο του ιρανικού πυρηνικού υλικού, θα ήταν εξαιρετικά περίπλοκη, δαπανηρή και χρονοβόρα. Δεν θα επρόκειτο για μια γρήγορη στρατιωτική επέμβαση, αλλά για έναν πόλεμο με αβέβαιο τέλος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της «στρατηγικής του τρόμου» μοιάζει σχεδόν αναμενόμενη. Ωστόσο, το τίμημα δεν είναι αμελητέο: πλήγμα στην αξιοπιστία των ΗΠΑ και ενίσχυση των αμφιβολιών για τη σταθερότητα του ίδιου του προέδρου.
Η σκιά του Νίξον πάνω από τον Τραμπ
Η σχέση του Τραμπ με τον Νίξον δεν είναι μόνο ιδεολογική. Οι δύο άνδρες είχαν αλληλογραφία τη δεκαετία του 1980, με τον νεαρό τότε επιχειρηματία να εκφράζει τον θαυμασμό του. Ο Νίξον, από την πλευρά του, είχε σταθεί δημόσια υπέρ του.
Το περιβάλλον του Τραμπ διατηρεί επίσης δεσμούς με εκείνη την εποχή. Ο Ρότζερ Στόουν, στενός του συνεργάτης, είχε εργαστεί για τον Νίξον και φέρει μάλιστα τατουάζ με το πρόσωπό του.
Όμως η ιστορία του Νίξον λειτουργεί και ως προειδοποίηση. Η υιοθέτηση της εικόνας του «τρελού» μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμα οφέλη, αλλά ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Όταν η πολιτική ταυτότητα ενός ηγέτη συγχέεται με την απρόβλεπτη συμπεριφορά, το κόστος μπορεί να αποδειχθεί τελικά δυσβάσταχτο.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι απλό αλλά κρίσιμο: πόσες φορές μπορεί ένας ηγέτης να επιστρέψει στην ίδια τακτική χωρίς να χάσει οριστικά την αξιοπιστία του; Για τον Τραμπ, η απάντηση ίσως καθορίσει όχι μόνο την έκβαση της κρίσης με το Ιράν, αλλά και την ίδια του την πολιτική κληρονομιά.
*Με πληροφορίες από τον Guardian