Νέα στοιχεία για την αυτοκτονία γνωστής Ινδής ηθοποιού - Κατηγορούνται ο σύζυγος και η πεθερά της
Η πρώην ηθοποιός και μοντέλο βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της τον Μάιο - Τα μηνύματα για την κακοποίηση και οι καταγγελίες για την προίκα
Snapshot
- Το ιατρικό συμβούλιο του AIIMS κατέληξε ότι η Τβίσα Σάρμα αυτοκτόνησε με απαγχονισμό, χωρίς ενδείξεις σωματικής επίθεσης.
- Η CBI κατέθεσε κατηγορητήριο κατά του συζύγου και της πεθεράς της για ψυχολογική κακοποίηση και υποκίνηση σε αυτοκτονία.
- Η Τβίσα φέρεται να υπέστη παρατεταμένη ψυχολογική κακοποίηση και οικονομικές πιέσεις κατά τη διάρκεια του γάμου της.
- Προηγουμένως η Τβίσα είχε εκφράσει απελπισία σε μηνύματα προς συγγενικά της πρόσωπα, αναφερόμενη σε σοβαρή πίεση και κακοποίηση.
- Η έρευνα συνεχίζεται με ανάλυση ψηφιακών δεδομένων για να διερευνηθούν περαιτέρω οι συνθήκες που οδήγησαν στο θάνατό της.
Η υπόθεση του θανάτου της Τβίσα Σάρμα επανέρχεται στο προσκήνιο μετά τα συμπεράσματα του πενταμελούς ιατρικού συμβουλίου του AIIMS, το οποίο, έπειτα από δεύτερη νεκροψία και λεπτομερή εξέταση των στοιχείων, κατέληξε ότι η πρώην ηθοποιός και μοντέλο αυτοκτόνησε, αποκλείοντας παράλληλα ενδείξεις σωματικής επίθεσης.
Την ίδια ώρα, η υπόθεση δεν θεωρείται απλή υπόθεση αυτοκτονίας. Η Κεντρική Υπηρεσία Ερευνών της Ινδίας (CBI) έχει ήδη καταθέσει πολυσέλιδο κατηγορητήριο σε βάρος του συζύγου της, Σάμαρθ Σινγκ, και της πεθεράς της, Γκιριμπάλα Σινγκ, περιγράφοντας ένα περιβάλλον παρατεταμένης ψυχολογικής και συναισθηματικής κακοποίησης κατά τους περίπου έξι μήνες του γάμου της.
Ο θάνατος που προκάλεσε ερωτήματα
Η Τβίσα Σάρμα βρέθηκε νεκρή το βράδυ της 12ης Μαΐου, στο σπίτι όπου διέμενε με τον σύζυγό της στην περιοχή Katara Hills του Μποπάλ.
Η οικογένειά της από την πρώτη στιγμή αμφισβήτησε τα αρχικά ευρήματα και εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Τβίσα μπορεί να είχε πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας. Οι συγγενείς της έκαναν λόγο για ψυχολογική κακοποίηση, σωματική βία και πιέσεις που συνδέονταν με την προίκα.
Οι καταγγελίες αυτές οδήγησαν τελικά σε νέα δικαστική εξέταση της υπόθεσης.
Στις 22 Μαΐου, το Ανώτατο Δικαστήριο της Μάντια Πραντές διέταξε τη διενέργεια δεύτερης νεκροψίας, προκειμένου να διερευνηθούν οι καταγγελίες της οικογένειας για πιθανές παραλείψεις κατά την πρώτη εξέταση.
Το πενταμελές ιατρικό συμβούλιο του AIIMS μελέτησε εκ νέου τα διαθέσιμα στοιχεία και κατέληξε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις σωματικής πάλης ή επίθεσης στο σώμα της Τβίσα.
Στις 10 Ιουλίου, το συμβούλιο παρέδωσε στην CBI την 11σέλιδη ιατροδικαστική γνωμάτευσή του σε σφραγισμένο φάκελο.
Το συμπέρασμα ήταν ότι ο θάνατος προήλθε από ασφυξία λόγω απαγχονισμού όσο βρισκόταν εν ζωή, με τον τρόπο θανάτου να χαρακτηρίζεται αυτοκτονικός.
Το συμβούλιο έδωσε επίσης απάντηση σε ένα ακόμη σημείο που είχε προκαλέσει ερωτήματα: το υλικό που χρησιμοποιήθηκε στον απαγχονισμό ταυτοποιήθηκε ως ζώνη γυμναστικής με μεταλλικό κρίκο.
Ο επικεφαλής του Τμήματος Ιατροδικαστικής του AIIMS, δρ Σουντίρ Γκούπτα, ανέφερε ότι η ομάδα μελέτησε την υπόθεση «πολύ λεπτομερώς», εξετάζοντας στοιχεία από διαφορετικές πλευρές και αξιοποιώντας επιστημονική βιβλιογραφία από την Ινδία και το εξωτερικό.
Η έρευνα της CBI και οι δύο κατηγορούμενοι
Παρά το ιατροδικαστικό συμπέρασμα ότι πρόκειται για αυτοκτονία, η CBI συνέχισε την έρευνά της γύρω από τις συνθήκες που προηγήθηκαν.
Η Υπηρεσία κατέθεσε στο ειδικό δικαστήριο του Μποπάλ κατηγορητήριο 636 σελίδων, το οποίο περιλαμβάνει βασικό έγγραφο 31 σελίδων και εκατοντάδες σελίδες παραρτημάτων.
Σε αυτό κατονομάζονται ως κατηγορούμενοι ο σύζυγος της Τβίσα, Σάμαρθ Σινγκ, δικηγόρος, και η μητέρα του, Γκιριμπάλα Σινγκ, πρώην δικαστής περιφέρειας.
Οι δύο συνελήφθησαν με κατηγορίες που αφορούν σκληρή μεταχείριση, υποκίνηση σε αυτοκτονία και κοινή πρόθεση.
Η έρευνα της CBI εξετάζει παράλληλα τις καταγγελίες για απαιτήσεις προίκας, ενώ οι Αρχές έχουν στείλει το iPhone της Τβίσα και τα δεδομένα από το DVR για εγκληματολογική ανάλυση στο Central Forensic Science Laboratory (CFSL) και στο DFSS στο Νέο Δελχί.
Τι φέρεται να είχε προηγηθεί
Η Τβίσα είχε γνωρίσει τον Σάμαρθ μέσω ιστοσελίδας γνωριμιών και οι δυο τους παντρεύτηκαν τον Δεκέμβριο του 2025.
Η ίδια είχε εργαστεί σε κινηματογραφικές παραγωγές της Νότιας Ινδίας, ενώ παράλληλα έκανε Μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με την CBI, κατά τη διάρκεια του γάμου της η Τβίσα φέρεται να βρέθηκε αντιμέτωπη με παρατεταμένη ψυχολογική και συναισθηματική κακοποίηση.
Ένα από τα σημεία τριβής φέρεται να ήταν τα οικονομικά. Η CBI υποστηρίζει ότι ο σύζυγός της την πίεζε να μεταφέρει περίπου 20 lakh ρουπίες, δηλαδή περίπου 2 εκατομμύρια ρουπίες, από τον προσωπικό της λογαριασμό demat σε κοινό λογαριασμό, προκειμένου να επενδυθούν σε κινεζικές μετοχές.
Η Τβίσα φέρεται να αρνήθηκε, λέγοντας ότι τα χρήματα ανήκαν στον πατέρα της.
Η πίεση μετά την εγκυμοσύνη
Η κατάσταση, σύμφωνα με την έρευνα, έγινε ακόμη πιο δύσκολη την άνοιξη του 2026. Τον Μάρτιο, ο πατέρας της Τβίσα υπέστη καρδιακή προσβολή και εκείνη ανέλαβε τη φροντίδα του.
Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την CBI, οι επαγγελματικές της δυσκολίες χρησιμοποιούνταν εναντίον της. Ο Σάμαρθ φέρεται να της είχε πει ότι έχασε τη δουλειά της επειδή «δεν ήξερε ούτε να μιλάει αγγλικά».
Τον Απρίλιο, η Τβίσα έμεινε έγκυος. Σύμφωνα με την CBI, η ίδια εμφανιζόταν επιφυλακτική ως προς τη συνέχιση της εγκυμοσύνης, επικαλούμενη την κακοποίηση που φέρεται να βίωνε, ενώ ο σύζυγος και η μητέρα του φέρεται να την πίεζαν να συνεχίσει την εγκυμοσύνη.
Μετά την άμβλωση, ο Σάμαρθ φέρεται να αμφισβήτησε ακόμη και την πατρότητα του παιδιού.
Τα μηνύματα που έστειλε πριν από τον θάνατό της
Ιδιαίτερη σημασία στην έρευνα έχουν πλέον τα προσωπικά ημερολόγια, οι συνομιλίες και τα πλάνα από κάμερες ασφαλείας.
Η εγκληματολογική ψυχολογική αξιολόγηση των συγκεκριμένων στοιχείων κατέγραψε, σύμφωνα με την CBI, αίσθημα απελπισίας, παρατεταμένη ψυχολογική επιβάρυνση και απουσία υποστήριξης.
Στις 9 Μαΐου, η Τβίσα έστειλε μήνυμα στη συννυφάδα της, Ράσι Αμπρόλ:
«Έχει ξεπεράσει όλα τα όρια και με ρώτησε αν ήταν δικό του παιδί ή κάποιου άλλου, γι’ αυτό και έκανα άμβλωση. Νιώθω να ασφυκτιώ. Ορκίζομαι ότι θα βρω το θάρρος να τελειώσω εντελώς με τον εαυτό μου... Θα βρω έναν τρόπο να εξαφανιστώ».
Τρεις ημέρες αργότερα, λίγο πριν από τον θάνατό της, στις 9.20 το βράδυ, έστειλε ακόμη ένα μήνυμα:
«Πες του να έρθει να πάρει ό,τι απέμεινε από τη γυναίκα του. Αλλά αύριο. Άφησέ με να πεθάνω ήσυχα τώρα».
Τι μένει να απαντηθεί
Το πόρισμα του AIIMS απαντά στο βασικό ιατροδικαστικό ερώτημα και δεν εντοπίζει στοιχεία που να δείχνουν σωματική επίθεση.
Ωστόσο, η έρευνα της CBI στρέφεται πλέον στις συνθήκες που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, είχαν διαμορφωθεί πριν από τον θάνατο της Τβίσα.
Η ανάλυση των ηλεκτρονικών συσκευών και των ψηφιακών δεδομένων αναμένεται να δείξει εάν υπάρχουν επιπλέον στοιχεία σχετικά με τις καταγγελίες για κακοποίηση, οικονομικές πιέσεις και προίκα.
Ο αδελφός της, Άσις Σάρμα, υποστήριξε ότι το κατηγορητήριο περιγράφει λεπτομερώς όσα φέρεται να είχε βιώσει η αδελφή του.
«Όλα αυτά κατέστησαν σαφές ότι δεν είχε άλλη επιλογή», δήλωσε.
Έτσι, ενώ το AIIMS αποκλείει την εγκληματική επίθεση ως αιτία θανάτου, το ενδιαφέρον των Αρχών παραμένει στραμμένο στο τι προηγήθηκε και στο κατά πόσο η φερόμενη κακοποίηση και ψυχολογική πίεση συνέβαλαν στην τραγική κατάληξη της 36χρονης.