WSJ: Η κρίση χρέους στη Γαλλία είναι λιγότερο μεταδοτική από την ελληνική - Πώς θωρακίστηκε η Ευρώπη

Οι περισσότερες οικονομίες της ευρωζώνης βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι το 2010, ενώ έχουν αναπτυχθεί επιπλέον εργαλεία σχεδιασμένα για την αντιμετώπιση των ευπαθειών που απορρέουν από τη δομή της

WSJ: Η κρίση χρέους στη Γαλλία είναι λιγότερο μεταδοτική από την ελληνική - Πώς θωρακίστηκε η Ευρώπη
Snapshot
  • Η κρίση χρέους στηαλλία θεωρείται λιγότε επικίνδυνη και μεταδοτική από την κρίση που έπληξε την Ελλάδα το 2009.
  • Η ευρωζώνη έχει βελτιωμένη οικονομική κατάσταση και λιγότερη εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση σε σχέση με το παρελθόν.
  • Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει το Μέσο Προστασίας από τη Μετάδοση (TPI) για να περιορίσει τις αδικαιολόγητες αυξήσεις στις αποδόσεις ομολόγων κρατών μελών.
  • Η γαλλική κυβέρνηση, παρά τα υπερβολικά έξοδα για συντάξεις, δεν εξαρτάται από ξένα κεφάλαια, μειώνοντας τον κίνδυνο κρίσης.
  • Η ΕΚΤ έχει περιορίσει τις προσδοκίες για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων για να μειώσει την πίεση στη Γαλλία και άλλες χώρες.
Snapshot powered by AI

Ως απίθανη, τουλάχιστον προς το παρόν, θεωρείται μία κρίση χρέους στην ευρωζώνη, με τη Γαλλία στο επίκεντρο, ανάλογης σοβαρότητας εκείνης που προηγήθηκε με «πρωταγωνίστρια» την Ελλάδα, καθώς τα διδάγματα που πήρε η Ευρώπη, τη βοήθησαν να θωρακιστεί για να αποφύγει «τραυματικά επεισόδια» στο μέλλον.

Όπως αναφέρει σε ανάλυσή της, η Wall Street Journal, οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδό τους από τις αρχές του αιώνα, ενώ η διαφορά απόδοσης σε σχέση με τα γερμανικά ομόλογα χαμηλού κινδύνου είναι η μεγαλύτερη από την εποχή της κρίσης χρέους.

Οι δυσκολίες της Γαλλίας έχουν προκαλέσει κάποιες αναταράξεις στις αγορές ομολόγων που εκδίδονται από άλλες κυβερνήσεις με υψηλά επίπεδα χρέους, όπως η Ιταλία και η Ελλάδα.

Οι περισσότερες οικονομίες της ευρωζώνης βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι το 2010 και εξαρτώνται λιγότερο από την εξωτερική χρηματοδότηση. Αυτό ισχύει τόσο για τη Γαλλία όσο και για τις οικονομίες που επλήγησαν περισσότερο από την τελευταία κρίση, με εξαίρεση την Ελλάδα.

«Οι χρηματοδοτικές ανάγκες είναι πολύ μικρότερες», δήλωσε ο Samy Chaar, επικεφαλής οικονομολόγος της Lombard Odier. Ένας βασικός δείκτης της εξάρτησης μιας οικονομίας από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης είναι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Συνήθως, όταν μια οικονομία αντιμετωπίζει κρίση χρέους, το χάσμα μεταξύ των εσόδων που εισπράττει από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και από τα έσοδα από επενδύσεις, και των δαπανών της για τα εν λόγω στοιχεία είναι μεγάλο. Έτσι, κατά τα τέσσερα έτη που προηγήθηκαν της έναρξης της κρίσης χρέους το 2009, η Ελλάδα παρουσίαζε μέσο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών άνω του 10% του ετήσιου οικονομικού προϊόντος.

Η Πορτογαλία αντιμετώπιζε παρόμοια ελλείμματα. Ωστόσο, κατά τα τέσσερα έτη έως το 2026, η Γαλλία αναμένεται να παρουσιάσει μέσο έλλειμμα περίπου 0,6% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος.

Πέρυσι, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία παρουσίασαν όλες πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών, δηλαδή τα έσοδά τους υπερέβησαν τις δαπάνες τους.

Όπως επισημαίνεται στο δημοσίευμα, η γαλλική κυβέρνηση μπορεί να δαπανά υπερβολικά για τις συντάξεις και, κατά συνέπεια, να συσσωρεύει χρέος, αλλά η γαλλική οικονομία στο σύνολό της δεν εξαρτάται από ξένες χρηματοδοτήσεις – κάτι που αποτελεί το είδος της ευπάθειας που μπορεί να μετατρέψει ένα πρόβλημα σε κρίση, αν οι επενδυτές ξαφνικά διστάσουν.

Επομένως, η πιθανότητα σοβαρής μετάδοσης της κρίσης είναι μικρότερη από ό,τι πριν από 15 χρόνια.

Ο άλλος σημαντικός τρόπος, είναι ότι πλέον η ευρωζώνη διαθέτει επιπλέον εργαλεία σχεδιασμένα για την αντιμετώπιση των ευπαθειών που απορρέουν από τη δομή της.

Με 21 ξεχωριστές αγορές κρατικών ομολόγων, η ευρωζώνη διαφέρει σημαντικά από άλλες οικονομικές ζώνες, όπως οι ΗΠΑ.

Μερικές φορές, προβλήματα σε μία χώρα —όπως η Ελλάδα το 2009, η Ιταλία το 2018 ή η Γαλλία σήμερα— μπορούν να ωθήσουν τις αποδόσεις προς τα πάνω σε άλλα κράτη μέλη της ευρωζώνης, ακόμη και αν δεν έχει σημειωθεί σημαντική αλλαγή στην οικονομική τους κατάσταση ή στο χρέος τους.

Η μεγάλη διαφορά σήμερα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναγνωρίζει αυτό το φαινόμενο ως αδυναμία και δεν θεωρεί ότι η μετάδοση των προβλημάτων αντανακλά αναπόφευκτα ανεύθυνη δημοσιονομική διαχείριση ή άλλες μορφές κακής οικονομικής διαχείρισης. Αντίθετα, το θεωρεί ως κάτι που πρέπει να αναχαιτιστεί πριν προκαλέσει ζημιά.

Το Μέσο Προστασίας από τη Μετάδοση (Transmission Protection Instrument), που ανακοινώθηκε τον Ιούλιο του 2022, αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας της ΕΚΤ ενάντια σε «αδικαιολόγητες, άτακτες δυναμικές της αγοράς».

Για να αντιμετωπίσει τις απότομες αυξήσεις των αποδόσεων που ανταποκρίνονται σε αυτή την περιγραφή, η ΕΚΤ μπορεί να αγοράζει κρατικά ομόλογα με διάρκεια έως και 10 έτη.

Δεν υπάρχει όριο στο μέγεθος αυτών των αγορών. Υπάρχουν προϋποθέσεις, αλλά τα περισσότερα μέλη της ευρωζώνης φαίνεται να πληρούν τις προϋποθέσεις για στήριξη σε περίπτωση απότομης αύξησης των αποδόσεων των ομολόγων που δεν οφείλεται στη δική τους ανεύθυνη δημοσιονομική διαχείριση.

Και ενώ ορισμένοι οικονομολόγοι ερμηνεύουν τους όρους ως αποκλείοντες μια χώρα όπως η Γαλλία, η οποία έχει κριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι παραβιάζει τους δημοσιονομικούς της κανόνες —δηλαδή, υπόκειται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος—, το ζήτημα δεν είναι τόσο ξεκάθαρο. Εφόσον μια κυβέρνηση προσπαθεί να επαναφέρει τα οικονομικά της σε τροχιά και ακολουθεί τις συμβουλές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μπορεί να είναι επιλέξιμη για βοήθεια.

«Οι εξαιρετικά συνοπτικοί κανόνες παρέμβασης του TPI είναι πιθανώς αρκετά ευέλικτοι ώστε να επιτρέψουν μια τέτοια παρέμβαση υπέρ της Γαλλίας», δήλωσε ο Gilles Moec, επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου AXA.

«Ωστόσο, η δράση της ΕΚΤ γίνεται πιο δύσκολη αν η Γαλλία παραβιάσει ανοιχτά τις ελάχιστες απαιτήσεις του ευρωπαϊκού πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας.»

Ένα άμεσο και απλό μέτρο που έχει λάβει η ΕΚΤ για να ανακουφίσει την πίεση στη Γαλλία και σε άλλες κυβερνήσεις είναι να μετριάσει τις προσδοκίες για περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων.

Μετά την αύξηση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο, οι επενδυτές ανέμεναν μια σειρά από επακόλουθες κινήσεις, καθεμία από τις οποίες θα οδηγούσε σε πτώση των τιμών των γαλλικών κρατικών ομολόγων. Πρόσφατα, όμως, αξιωματούχοι της ΕΚΤ υποβαθμίζουν την προοπτική περαιτέρω κινήσεων στα επιτόκια.

«Η κατάσταση στη Γαλλία αφαιρεί την πίεση από την ΕΚΤ να προχωρήσει σε αυξήσεις επιτοκίων», δήλωσε ο Carsten Brzeski, επικεφαλής της μακροοικονομικής έρευνας στην ING.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή