Μέγκαν Μαρκλ: Το 2019 ήθελε να καταγγείλει δημόσια τον πατέρα της για παιδεραστία
Οι Βρετανοί αστυνομικοί που είχαν αναλάβει την φύλαξη της δούκισσας την συμβούλευσαν να μην μιλήσει
Snapshot
- Το 2019 η Μέγκαν Μαρκλ έλαβε επιστολή με καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων από τον πατέρα της, Τόμας Μαρκλ, αλλά οι αστυνομικοί της συμβούλευσαν να μην τις δημοσιοποιήσει.
- Η Scotland Yard παρέδωσε την επιστολή στη Μέγκαν αλλά δεν ενημέρωσε άλλες αστυνομικές αρχές ή στενούς συνεργάτες της βασιλικής οικογένειας.
- Οι καταγγελίες προέρχονταν από την πρώτη σύζυγο του Τόμας Μαρκλ, που τον κατηγορούσε για κακοποίηση και ταξίδια σε χώρες όπου θεωρούνται νόμιμες σχέσεις με ανήλικες.
- Οι σωματοφύλακες της Μέγκαν γνώριζαν τις κατηγορίες, αλλά πολλοί από τους βασιλικούς συμβούλους και βοηθούς δεν είχαν ενημερωθεί για την υπόθεση.
- Η Μητροπολιτική Αστυνομία δεν διερεύνησε τις καταγγελίες λόγω του ότι τα γεγονότα είχαν συμβεί στο εξωτερικό και φαίνεται ότι οι αξιωματικοί δεν εκτίμησαν σωστά τη σοβαρότητα της επιστολής.
Το 2019 η Μέγκαν Μαρκλ έμαθε για τις καταγγελίες σε βάρος του πατέρα της για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων και ήθελε να τις δημοσιοποιήσει. Ωστόσο οι Βρετανοί αστυνομικοί που είχαν αναλάβει την φύλαξή της την συμβούλευσαν να μην μιλήσει δημόσια, σύμφωνα με την Daily Mail.
Η Scotland Yard επιβεβαίωσε ότι παρέδωσε στη δούκισσα του Σάσεξ, μια επιστολή που περιείχε καταγγελίες εναντίον του Τόμας Μαρκλ τον Ιανουάριο του 2019, αλλά δεν ενημέρωσε άλλες αστυνομικές αρχές.Στην επιστολή των επτά σελίδων, η πρώτη σύζυγος του Τόμας Μαρκλ, Ρόζλιν Λόβλες τον κατηγορούσε ότι κακοποιούσε ανήλικες και ανέφερε ότι ταξίδευε τακτικά στις Φιλιππίνες και την Ταϊλάνδη, επειδή, όπως της είχε πει ότι «εκεί οι 12χρονες θεωρούνται νόμιμες».
Η χειρόγραφη επιστολή της Λόβλες, η οποία απεβίωσε το 2024, εξετάστηκε από την ομάδα προστασίας της βασιλικής οικογένειας της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, προτού διαβιβαστεί στο γραφείο του δούκα και της δούκισσας του Σάσεξ στο Παλάτι του Κένσινγκτον προς «ενημέρωση».
Τώρα αποκαλύφθηκε ότι η Μέγκαν Μαρκλ ήθελε να μιλήσει δημόσια σχετικά με τις κατηγορίες, τις οποίες την περασμένη εβδομάδα χαρακτήρισε ως «ανησυχητικές και ενοχλητικές».Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, ένας από τους σωματοφύλακές της, της είπε: «Άφησέ το σε εμάς, θα το διερευνήσουμε».
Ο Τόμας Μαρκλ και η Μέγκαν Μαρκλ
Ο ίδιος αξιωματικός φέρεται να συμβούλεψε τη Μέγκαν Μαρκλ να μην δημοσιοποιήσει την υπόθεση σε μία περίοδο που δεχόταν έντονη κριτική επειδή έκοψε τους δεσμούς με τον πατέρα της χωρίς καμία εξήγηση, ο οποίος δεν παρευρέθηκε στον γάμο των Σάσεξ το 2018.
Η Αστυνομία του Λονδίνου, η οποία δεν διερεύνησε καμία από τις καταγγελίες εναντίον του Τόμας Μαρκλ, καθώς αυτές έλαβαν χώρα στο εξωτερικό, εξακολουθεί να προσπαθεί να ταυτοποιήσει και να εντοπίσει τον εν λόγω αξιωματικό, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «The Times».
Αν και οι σωματοφύλακες του πρίγκιπα Χάρι και της Μέγκαν Μαρκλ γνώριζαν τις σοβαρές κατηγορίες, πολλοί από τους στενότερους συμβούλους του ζευγαριού στο Παλάτι του Κένσινγκτον εκείνη την εποχή δεν είχαν ενημερωθεί, σύμφωνα με τη Daily Mail.
Μεταξύ αυτών που δεν γνώριζαν τις καταγγελίες ήταν και η Σαμάνθα Κόεν, πρώην βοηθός της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, η οποία διετέλεσε ιδιωτική γραμματέας των Σάσεξ και ο Τζέισον Κνάουφ, ο οποίος ήταν γραμματέας επικοινωνίας τόσο για τον πρίγκιπα Χάρι και τη Μέγκαν Μαρκλ όσο και για τον πρίγκιπα Ουίλιαμ και την Κέιτ Μίντλετον. Πηγή ανέφερε ότι ο Χάρι και η Μέγκαν ήταν «πολύ κλειστοί και συνήθιζαν να μην μοιράζονται πράγματα με άλλους».
Ταυτόχρονα, υπάρχει η θεωρία ότι και οι βοηθοί που ήταν κοντά στον βασιλιά Κάρολο εκείνη την εποχή επίσης δεν είχαν ενημερωθεί. Το Σάββατο, μια πηγή από τη Μητροπολιτική Αστυνομία ανέφερε ότι φαίνεται οι αξιωματικοί της που αξιολόγησαν την επιστολή του 2019 να μην κατάλαβαν τη σημασία των ισχυρισμών και να μην την ανέφεραν στους ανώτερους.
Η πηγή ανέφερε: «Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι ντετέκτιβ και έχουν την τάση να σκέφτονται αρκετά γραμμικά. Η RaSP θα ενδιαφερόταν μόνο για το τι σήμαινε αυτό για την ασφάλεια του δούκα και της δούκισσας [του Σάσεξ]. Αφού το αξιολόγησαν, θα έπρεπε να είχαν σκεφτεί τις ευρύτερες συνέπειες».