Άρια Αγάτσα, αντιπρόεδρος ΕΣΗΕΑ:«Η δεοντολογία είναι η άγκυρά μας απέναντι στην παραπληροφόρηση»
Η συνέντευξη της αντιπροέδρου της ΕΣΗΕΑ στο Newsbomb
Σε μια εποχή που η ελληνική δημοσιογραφία δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε – από τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων μέχρι την κρίση αξιοπιστίας στα μέσα ενημέρωσης – η Άρια Αγάτσα, αντιπρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, μιλά στο Newsbomb για τα προβλήματα αλλά και, κυρίως, το μέλλον του κλάδου.
Αναλύει τα πολλαπλά μέτωπα των επαγγελματιών του Τύπου, από τη ρευστότητα των συνθηκών εργασίας μέχρι τη θεσμική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας του δημοσιογράφου. Όπως τονίζει, η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή δημιούργησε νέα δεδομένα αλλά και βαθιές ανισορροπίες, καθιστώντας επιτακτική τη θεσμική επανεκκίνηση και την οργανωμένη στήριξη των δημοσιογράφων.
Η κ. Αγάτσα μιλά επίσης με ρεαλισμό για την αυτολογοκρισία, τις πιέσεις, τον κίνδυνο εργαλειοποίησης της ενημέρωσης, αλλά και για τη “σιωπή” που συχνά επιβάλλουν η ταχύτητα και η τοξικότητα του δημόσιου λόγου.
Υπερασπίζεται τον ρόλο της ΕΣΗΕΑ ως «γέφυρας» μεταξύ των ανθρώπων της ενημέρωσης και των θεσμών, υπογραμμίζοντας ότι η δεοντολογία είναι «η άγκυρα του επαγγέλματος» απέναντι στη θύελλα της παραπληροφόρησης.
Με αναφορά στις νέες προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης και την ανάγκη εκπαίδευσης, επιμένει πως η δημοσιογραφία δεν πρέπει να χαθεί μέσα στην ταχύτητα της τεχνολογίας, αλλά να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της με βάση την ποιότητα, την αλήθεια και τη συλλογική διεκδίκηση.

Σε αυτή την πρόκληση, η Άρια Αγάτσα ξεκαθαρίζει: «Η Δημοσιογραφία έχει στοιχεία που δεν αυτοματοποιούνται: Κρίση, εμπειρία, διασταύρωση, δεοντολογία».
Ακολουθεί η συνέντευξη:
Newsbomb: Ως αντιπρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, ποια θεωρείτε ότι είναι σήμερα τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα – εργασιακά, θεσμικά και ηθικά;
Άρια Αγάτσα: Θα τα έβαζα σε τρεις μεγάλες ενότητες, γιατί μόνο έτσι φαίνεται καθαρά το συνολικό τοπίο.
Πρώτον, εργασιακά: Η δημοσιογραφία σήμερα λειτουργεί σε ρυθμούς που πριν 15 χρόνια δεν υπήρχαν. Συνεχής ροή, πολλαπλές πλατφόρμες, αυξημένες απαιτήσεις, πιο σύνθετες μορφές εργασίας. Αυτή η μετάβαση δημιούργησε κενά: Στην προβλεψιμότητα του ωραρίου, στην καθαρή περιγραφή καθηκόντων, στην εξέλιξη των αμοιβών και στο πώς κατοχυρώνεται η αξιοπρεπής εργασία στον χώρο μας. Όταν ο δημοσιογράφος καλείται να “τρέχει” καθημερινά για τα πάντα, το πρώτο που τίθεται σε κίνδυνο και απειλείται είναι ο χρόνος για ουσιαστικό ρεπορτάζ και η σταθερότητα στην επαγγελματική του ζωή.
Δεύτερον, θεσμικά: Νομίζω όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η Εμπιστοσύνη αποτελεί κεντρικό ζήτημα. Για να λειτουργήσει σωστά η ενημέρωση, χρειάζεται ο δημοσιογράφος να νιώθει ότι έχει πλαίσιο, δικαιώματα, κανόνες, προστασία και ότι μπορεί να κάνει τη δουλειά του με επαγγελματική ανεξαρτησία. Και χρειάζεται και ο πολίτης να βλέπει ότι η ενημέρωση έχει κανόνες και σοβαρότητα. Η ΕΣΗΕΑ εδώ έχει ρόλο “γέφυρας”: να μεταφέρει το πραγματικό πρόβλημα του πεδίου εκεί που πρέπει και να διεκδικεί λύσεις με θεσμικό τρόπο.
Τρίτον, ηθικά και ποιοτικά: Η ψηφιακή εποχή δεν έφερε μόνο ταχύτητα. Έφερε και θόρυβο, υπερπληροφόρηση, πίεση για τίτλους, εξώθηση στον εντυπωσιασμό. Εκεί η δεοντολογία είναι η “άγκυρά” μας. Αν θέλουμε να στηρίξουμε το κύρος της δημοσιογραφίας, πρέπει να επιμείνουμε στην ακρίβεια, τη διασταύρωση των γεγονότων, στη διάκριση της είδησης από το σχόλιο, στον σεβασμό στα πρόσωπα, αλλά και σε μια καθαρή σχέση με το κοινό.
Εγώ πάντα λέω το εξής: Τα προβλήματα είναι υπαρκτά, αλλά δεν λύνονται με συνθήματα. Λύνονται με κανόνες, επαγγελματισμό, συλλογική εκπροσώπηση και πρακτικές παρεμβάσεις. Και εκεί ακριβώς εργάζεται η ΕΣΗΕΑ.
Πώς έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια η καθημερινότητα του δημοσιογράφου στα ΜΜΕ; Μιλάμε για κρίση του Τύπου ή για μια βίαιη αναδιάρθρωση του επαγγέλματος;
Η καθημερινότητα άλλαξε με τρόπο σχεδόν “δομικό”. Παλαιότερα υπήρχε μεγαλύτερη γραμμικότητα: Ρεπορτάζ–σύνταξη–έλεγχος–δημοσίευση. Σήμερα υπάρχουν πολλά παράλληλα “κανάλια”: site, social, βίντεο, live ενημέρωση, ειδοποιήσεις, analytics. Αυτό έχει ένα θετικό: Η ενημέρωση φτάνει πιο γρήγορα και πιο μαζικά. Έχει όμως και ένα κόστος: Ο δημοσιογράφος βρίσκεται υπό διαρκή χρονική πίεση.
Θα έλεγα ότι μιλάμε κυρίως για αναδιάρθρωση του επαγγέλματος, όχι για “τέλος” του Τύπου. Ο Τύπος δεν εξαφανίζεται, αλλάζει μορφή. Το ζητούμενο είναι πώς αλλάζει. Αν αλλάζει με όρους ποιότητας, επένδυσης σε ανθρώπους και δεξιότητες, τότε η Δημοσιογραφία γίνεται πιο δυνατή. Αν αλλάζει μόνο ως “παραγωγή περιεχομένου” χωρίς χρόνο και χωρίς έλεγχο, τότε θα υπάρξει φθορά αξιοπιστίας.
Για μένα το σημείο-«κλειδί» είναι ότι σήμερα ο δημοσιογράφος χρειάζεται να είναι ταυτόχρονα ρεπόρτερ, ελεγκτής αξιοπιστίας, διαχειριστής ψηφιακής ροής και επικοινωνιακός επαγγελματίας, χωρίς να χάνει τη βασική του ταυτότητα. Αυτό απαιτεί και νέες δεξιότητες και καλύτερη οργάνωση στα newsroom. Εκεί ο ρόλος της ΕΣΗΕΑ είναι να πιέζει ώστε η μετάβαση να γίνει με τρόπο δίκαιο και επαγγελματικά βιώσιμο.

Τα εργασιακά δικαιώματα: συμβάσεις, ανασφάλιστη/«μαύρη» εργασία, εξαντλητικά ωράρια. Πόσο εκτεταμένο είναι το φαινόμενο και τι μπορεί να κάνει ρεαλιστικά η ΕΣΗΕΑ;
Είναι ένα πεδίο όπου χρειάζεται ρεαλισμός και επιμονή. Υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις όπου οι εργασιακές σχέσεις είναι θολές, οι ρόλοι και τα ωράρια δεν αποτυπώνονται καθαρά, και ειδικά οι νεότεροι συνάδελφοι νιώθουν ότι “μπαίνουν” σε ένα επάγγελμα χωρίς σταθερότητα. Σε άλλες περιπτώσεις, υπάρχουν πιέσεις που σχετίζονται με τον φόρτο εργασίας και την ταχύτητα.
Η ΕΣΗΕΑ μπορεί να κάνει τρία πράγματα που είναι χειροπιαστά:
Να διεκδικήσει συλλογικό πλαίσιο. Προσωπικά, ένα από τα βασικά μου πεδία δουλειάς στην Αντιπροεδρία ήταν η προσπάθεια να ξανανοίξει, με σοβαρούς όρους, το κεφάλαιο των συλλογικών συμβάσεων: όχι ως σύνθημα, αλλά ως εργαλείο οργάνωσης της αγοράς εργασίας στον χώρο μας. Οι συλλογικές συμβάσεις δεν είναι μόνο μισθοί. Είναι κανόνες για ωράρια, υπερωρίες, άδειες, προστασίες, περιγραφή ρόλων. Είναι “σταθερότητα” σε έναν κόσμο που αλλάζει.
- Να παρέχει νομική και θεσμική στήριξη. Δεν είναι μικρό πράγμα για έναν δημοσιογράφο να ξέρει ότι έχει πίσω του το σωματείο του, όχι μόνο συμβολικά, αλλά και πρακτικά — σε θέματα συμβάσεων, διαφορών, δικαιωμάτων, αλλά και σε δύσκολες περιόδους.
- Να διαμεσολαβεί. Η ΕΣΗΕΑ, όταν λειτουργεί με σοβαρότητα, είναι συνομιλητής. Και ο συνομιλητής δεν είναι “υποχωρητικός”: είναι αυτός που ξέρει ακριβώς τι ζητά, πώς τεκμηριώνεται, τι μπορεί να εφαρμοστεί και σε ποιο χρονοδιάγραμμα.
Επίσης — και το λέω καθαρά — με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η αποκατάσταση αδικιών όπου υπάρχουν, ειδικά σε πεδία που αγγίζουν και τον δημόσιο χώρο της ενημέρωσης, γιατί η αξιοπιστία χτίζεται και από το πώς αντιμετωπίζεται ο εργαζόμενος.
Τι διαπιστώνετε σε επίπεδο αυτολογοκρισίας; Φοβούνται οι δημοσιογράφοι να θίξουν συγκεκριμένα θέματα ή πρόσωπα, και αν ναι, με ποιον τρόπο αυτό εκδηλώνεται;
Θα μιλήσω με μέτρο αλλά και ειλικρίνεια. Σε κάθε επάγγελμα υπάρχουν πιέσεις — και στη δημοσιογραφία οι πιέσεις είναι συχνά πιο σύνθετες, γιατί αγγίζουν δημόσια πρόσωπα, ισχυρά συμφέροντα, κοινωνικές εντάσεις και ένα κλίμα αυξημένης πόλωσης, ειδικά στο διαδίκτυο.
Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει γενικευμένος φόβος. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου η ένταση, η στοχοποίηση ή η υπερβολική τοξικότητα οδηγούν κάποιους να γίνονται πιο προσεκτικοί. Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί ως αποφυγή θεμάτων, ως πιο “στεγνή” κάλυψη ή ως καθυστέρηση μέχρι να υπάρξει πλήρης τεκμηρίωση.
Η λύση εδώ δεν είναι να μιλάμε δραματικά. Η λύση είναι:
- καθαρό πλαίσιο προστασίας,
- ισχυρή συνδικαλιστική εκπροσώπηση,
- και μια δημοσιογραφία που στηρίζεται στην τεκμηρίωση — γιατί όταν είσαι τεκμηριωμένος, έχεις και μεγαλύτερη ασφάλεια.
Η ΕΣΗΕΑ πρέπει να είναι μπροστά σε αυτό: Να υπερασπίζεται τον δημοσιογράφο όταν πιέζεται άδικα, αλλά και να ενισχύει την επαγγελματική μας αυτοπεποίθηση.
Στον χώρο της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ποια θεωρείτε σήμερα τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα; Παραπληροφόρηση, «copy-paste» δελτίων τύπου, clickbait, εργαλειοποίηση κοινωνικών δικτύων;
Θα έλεγα ότι το πιο ανησυχητικό δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά η “αλυσίδα” που δημιουργείται όταν η ταχύτητα υπερισχύει της ποιότητας.
Η παραπληροφόρηση είναι πραγματική πρόκληση. Δεν ξεκινά πάντα από δημοσιογράφους — συχνά ξεκινά από τον ψηφιακό θόρυβο και κυκλοφορεί αστραπιαία. Εκεί ο δημοσιογράφος πρέπει να λειτουργεί ως φίλτρο αξιοπιστίας, όχι ως πολλαπλασιαστής.
Το “copy-paste” και το clickbait συνδέονται με την πίεση χρόνου και την εμπορευματοποίηση της προσοχής. Η εργαλειοποίηση των social media επίσης επιβάλλει νέους κανόνες: Άλλο ο προσωπικός λόγος, άλλο η είδηση, άλλο το σχόλιο.
Εδώ χρειάζεται δύο πράγματα:
- εκπαίδευση και κατάρτιση, ειδικά στις νέες τεχνολογίες, την επαλήθευση και το fact-checking,
- και κουλτούρα δεοντολογίας μέσα στα newsroom.
Η ΕΣΗΕΑ έχει κάνει σημαντική δουλειά σε αυτό το πεδίο και πρέπει να συνεχίσουμε: Με προγράμματα κατάρτισης, τη διετία που πέρασε ήμουν υπεύθυνη για μια σειρά σημαντικών κύκλων εκπαίδευσης, ενημέρωση, αλλά και με ξεκάθαρη υπενθύμιση των κανόνων. Γιατί η δεοντολογία δεν είναι “τιμωρία”. Είναι το εργαλείο που προστατεύει και τον δημοσιογράφο και το κοινό.
Τι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες σχεδιάζει ή προωθεί η ΕΣΗΕΑ για να βελτιωθεί η κατάσταση: σε επίπεδο συλλογικών συμβάσεων, ελέγχου εργοδοτών, ή θεσμικών παρεμβάσεων προς την Πολιτεία;
Έχουμε εκλογές τον ερχόμενο Φεβρουάριο θα έχει νέο ΔΣ. Σίγουρα έχουν μπει βάσεις για μισθολογική βελτίωση, κατάρτιση, αντιμετώπιση των fakenews, πνευματικά δικαιώματα μέσα από το σχετικό όργανο (Ξενοφών) και προστασία από την άκριτη επέλαση της ΑΙ.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει πλέον δυναμικά στα ΜΜΕ: παραγωγή κειμένων, βίντεο, αυτόματη μετάφραση, ειδησεογραφικά bots. Πώς βλέπετε αυτή την εξέλιξη; Απειλή, εργαλείο ή και τα δύο;
Είναι και τα δύο — και για αυτό χρειάζεται τεχνοκρατική, ψύχραιμη προσέγγιση. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο: βοηθά στην ταχύτητα, στην επεξεργασία δεδομένων, στη μετάφραση, στην απομαγνητοφώνηση, στην ανάλυση μεγάλων όγκων πληροφορίας. Αυτά είναι πολύτιμα στον σύγχρονο ρυθμό εργασίας.
Η πρόκληση είναι να μην περάσουμε από τη “βοήθεια” στην “υποκατάσταση”. Η Δημοσιογραφία έχει στοιχεία που δεν αυτοματοποιούνται: κρίση, εμπειρία, εκτίμηση πηγών, δεοντολογία, επιλογή προτεραιοτήτων, κατανόηση κοινωνικού πλαισίου.
Γι’ αυτό, η σωστή γραμμή είναι:
- AI ως υποστήριξη,
- άνθρωπος ως υπεύθυνος,
- και κανόνες για τη διαφάνεια και την αξιοπιστία.
Αυτό απαιτεί κατάρτιση, κάτι που η ΕΣΗΕΑ έχει ήδη βάλει ψηλά στην ατζέντα της.
Σε διεθνές επίπεδο βλέπουμε ολοένα περισσότερους δημοσιογράφους να φυλακίζονται, να διώκονται ή και να δολοφονούνται για τη δουλειά τους. Πώς τοποθετείστε απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα;
Με καθαρή θέση: Είναι απαράδεκτο σε οποιαδήποτε χώρα να θεωρείται απειλή ο δημοσιογράφος που κάνει τη δουλειά του. Η ελευθερία του Τύπου είναι βασικός δείκτης δημοκρατίας και ο σεβασμός της είναι προϋπόθεση κοινωνικής προόδου.
Η στάση μας πρέπει να είναι σταθερή και θεσμική: Αλληλεγγύη στους διωκόμενους συναδέλφους, συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς, και διαρκής υπενθύμιση ότι η Δημοσιογραφία υπηρετεί το δικαίωμα του πολίτη στην ενημέρωση. Η ΕΣΗΕΑ οφείλει να είναι παρούσα σε αυτή τη διεθνή συζήτηση — και είναι.
Πόσο προστατευμένοι είναι οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα όταν κάνουν ερευνητική ή αποκαλυπτική δουλειά; Υπάρχουν κενά στην ποινική προστασία, στην αστυνομική διερεύνηση απειλών ή στη νομική στήριξη;
Η Ελλάδα διαθέτει πλαίσιο, όμως όπως σε κάθε σύγχρονη δημοκρατία, υπάρχουν πεδία που χρειάζονται βελτίωση και επικαιροποίηση. Η ερευνητική δημοσιογραφία απαιτεί:
- ταχύτερη ανταπόκριση όταν υπάρχουν απειλές,
- επαρκή νομική υποστήριξη,
- και ένα σαφές περιβάλλον που δεν αποθαρρύνει τον δημοσιογράφο από το να ερευνά.
Εδώ είναι σημαντικό να κινηθούμε με θεσμικό τρόπο: συνεργασία με την Πολιτεία, βελτιώσεις στη διαδικασία διερεύνησης, και ενίσχυση των μηχανισμών στήριξης. Η ΕΣΗΕΑ μπορεί να λειτουργεί ως “κόμβος” που μεταφέρει το πρόβλημα, προτείνει λύσεις και στηρίζει τους συναδέλφους στην πράξη.
Και, προσωπικά, τι θα θέλατε να μείνει ως «μήνυμα» από τη θητεία σας στην αντιπροεδρία της ΕΣΗΕΑ, προς τους συναδέλφους αλλά και προς την κοινωνία για τον ρόλο του Τύπου;
Θα ήθελα να μείνει ότι η ΕΣΗΕΑ μπορεί να λειτουργεί σύγχρονα: Με σοβαρότητα, σχέδιο και αποτελέσματα. Ότι έγιναν ουσιαστικά βήματα σε δύσκολες συνθήκες, όχι με εντυπώσεις, αλλά με δουλειά.
Προσωπικά, προσπάθησα να υπηρετήσω δύο αρχές:
πρώτον, να είμαι πάντα δίπλα στους δημοσιογράφους στην καθημερινή πραγματικότητα του επαγγέλματος, και δεύτερον, να λειτουργώ ως τεχνοκράτης: να ψάχνω λύσεις που εφαρμόζονται, όχι μόνο να περιγράφω προβλήματα.
Στις συλλογικές συμβάσεις, στην ανάγκη αποκατάστασης αδικιών — και στον δημόσιο τομέα όπου υπάρχουν — στην κατάρτιση, στην επαγγελματική ασφάλεια, στη νέα εποχή της τεχνολογίας, προσπάθησα να συμβάλω με μετρήσιμη δουλειά και θεσμικό λόγο.
Το μήνυμα προς την Κοινωνία είναι ότι ο υπεύθυνος Τύπος δεν είναι “πολυτέλεια”. Είναι αναγκαίος για τη Δημοκρατία. Και προς τους συναδέλφους είναι ότι το επάγγελμά μας έχει μέλλον, αρκεί να το θωρακίσουμε με ποιότητα, δεοντολογία, εκπαίδευση και ισχυρή συλλογική εκπροσώπηση.