Γραμμή άμυνας Μαξίμου σε υποκλοπές και Τέμπη: «Η Δικαιοσύνη δεν γίνεται στα τηλεοπτικά παράθυρα»
Σύμφωνα με το Μέγαρο Μαξίμου, η αντιπολίτευση «μονοθεματοποιεί» τραγικά γεγονότα και τα εντάσσει σε ευρύτερα αφηγήματα απαξίωσης της κυβέρνησης αποφεύγοντας την προγραμματική αντιπαράθεση.
Snapshot
- Το Μέγαρο Μαξίμου υποστηρίζει ότι οι υποθέσεις υποκλοπών και η τραγωδία των Τεμπών πρέπει να εξεταστούν αποκλειστικά από τη Δικαιοσύνη και όχι σε πολιτικά ή τηλεοπτικά πλαίσια.
- Η κυβέρνηση απορρίπτει τον χαρακτηρισμό της υπόθεσης υποκλοπών ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, τονίζοντας ότι αφορά γεγονότα τεσσάρων ετών πριν και δεν υπάρχει ενεργό θέμα ασφάλειας.
- Το Μαξίμου επικαλείται την ευρωπαϊκή αναγνώριση της συμμόρφωσης της Ελλάδας στο κράτος δικαίου και τονίζει ότι έχουν γίνει αυστηρότερες θεσμικές παρεμβάσεις στο νομικό πλαίσιο των επισυνδέσεων.
- Η αντιπολίτευση κατηγορείται ότι μονοθεματοποιεί τραγικά γεγονότα και αποφεύγει την προγραμματική αντιπαράθεση, ενώ η κυβέρνηση επισημαίνει την έλλειψη κοστολογημένου κυβερνητικού προγράμματος από την αντιπολίτευση.
- Ο ιδρυτής της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, αμφισβητεί την καταδίκη του και προτίθεται να προσφύγει σε εθνικούς και διεθνείς θεσμούς για την υπόθεση υποκλοπών.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σε δημόσια τοποθέτησή του στο Mega, περιέγραψε με σαφήνεια τη βασική επικοινωνιακή και πολιτική γραμμή άμυνας του Μεγάρου Μαξίμου απέναντι τόσο στην υπόθεση των υποκλοπών, όσο και στην κριτική για τα Τέμπη: απονομιμοποίηση της πολιτικής αντιπαράθεσης όταν αυτή βασίζεται σε δικαστικές εξελίξεις και μεταφορά της συζήτησης στο πεδίο της θεσμικής εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη και τη «συστημική σταθερότητα».
Κεντρικός άξονας της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας είναι ότι οι υποθέσεις που σχετίζονται με τις υποκλοπές βρίσκονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων. Με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του ιδρυτή της Intellexa o κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι οι εμπλεκόμενοι είναι «κατηγορούμενοι σε δίκη σε δεύτερο βαθμό», οι ισχυρισμοί τους «δεν έχουν ακόμη κριθεί δικαστικά» και συνεπώς «δεν μπορεί να γίνεται πολιτικό δικαστήριο σε τηλεοπτικά πάνελ ή στη Βουλή».
Με αυτόν τον τρόπο, το Μαξίμου επιχειρεί να αποσυνδέσει πλήρως την πολιτική ευθύνη από τις δικαστικές καταγγελίες, παρουσιάζοντας τις τελευταίες ως αντικείμενο αποκλειστικά θεσμικής κρίσης.
Ένα δεύτερο σημείο άμυνας αφορά την προσπάθεια της κυβέρνησης να απορρίψει τον χαρακτηρισμό της υπόθεσης ως «ζήτημα εθνικής ασφάλειας».
Η κυβερνητική γραμμή είναι ότι η υπόθεση αφορά γεγονότα «τεσσάρων ετών πριν» και δεν υφίσταται σήμερα ενεργό θέμα ασφάλειας. Η Δικαιοσύνη έχει ήδη εξετάσει πτυχές της υπόθεσης και έχει προχωρήσει σε καταδίκες ιδιωτών χωρίς να αποδοθεί ευθύνη σε κρατικούς λειτουργούς.
Παράλληλα, το Μαξίμου επικαλείται ότι έχουν ήδη γίνει θεσμικές παρεμβάσεις, με αλλαγή του νομικού πλαισίου για τις επισυνδέσεις, το οποίο – όπως υποστηρίζει – έγινε «αυστηρότερο από το προηγούμενο καθεστώς».
Επίκληση της ευρωπαϊκής «νομιμοποίησης»
Σημαντικό στοιχείο της κυβερνητικής ρητορικής είναι η επίκληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει τη συμμόρφωση της Ελλάδας στο κράτος δικαίου. Οι ετήσιες εκθέσεις δεν αποτυπώνουν θεσμική εκτροπή και η χώρα έχει ανταποκριθεί σε συστάσεις για το πλαίσιο παρακολουθήσεων.
Με αυτόν τον τρόπο, το Μαξίμου επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το εσωτερικό πολιτικό πεδίο σε ένα ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, όπου η εικόνα της χώρας παρουσιάζεται ως «σταθερή και ενισχυμένη».
Η στρατηγική για τα Τέμπη: «Από τη δικαστική διερεύνηση στην πολιτική εργαλειοποίηση»
Αντίστοιχη γραμμή άμυνας υιοθετείται και για την τραγωδία των Τεμπών. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υπόθεση είναι πρωτίστως αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης καθώς και ότι η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από αυτήν «υπερβαίνει τα πραγματικά δεδομένα».
Η αντιπολίτευση επιχειρεί να τη μετατρέψει σε «συνολική πολιτική καταγγελία του κράτους» λέει ο κ. Μαρινάκης.
Σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα, η αντιπολίτευση «μονοθεματοποιεί» τραγικά γεγονότα, τα εντάσσει σε ευρύτερα αφηγήματα απαξίωσης της κυβέρνησης
και αποφεύγει την προγραμματική αντιπαράθεση. Μάλιστα ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι «δεν θα επιτραπεί σε κανέναν να μετατρέψει τη δίκη σε πολιτική αρένα. Το υπουργείο Δικαιοσύνης και το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη κατά βάσιν θα κάνουν όλα όσα επιβάλλει ο νόμος προκειμένου να διευκολύνουν τη διεξαγωγή της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών».
Το πολιτικό επιχείρημα: «Δεν υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο»
Στο τέλος της επιχειρηματολογίας, το Μαξίμου μεταφέρει τη συζήτηση στο πολιτικό επίπεδο. Η βασική θέση είναι ότι
η αντιπολίτευση δεν παρουσιάζει κοστολογημένο κυβερνητικό πρόγραμμα,
δεν αντιπαραθέτει εναλλακτική πολιτική πρόταση και συνεπώς μεταφέρει τη σύγκρουση σε δικαστικά και θεσμικά πεδία.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος περιέγραψε αυτό ως «σταθερό μοτίβο» της αντιπολίτευσης λέγοντας πως όταν η πολιτική αντιπαράθεση δεν αποδίδει, μεταφέρεται σε δικαστικές υποθέσεις ή υποθέσεις υψηλής συναισθηματικής φόρτισης.
Στην πράξη, η γραμμή άμυνας του Μαξίμου βασίζεται σε τρεις πυλώνες:
- Η Δικαιοσύνη είναι αποκλειστικός κριτής
- Αποπολιτικοποίηση των σκανδάλων: απομάκρυνση από άμεση πολιτική ευθύνη
- Μετατόπιση της ατζέντας. Από υποκλοπές και Τέμπη σε οικονομία και κυβερνητικό έργο.
Η στρατηγική αυτή επιχειρεί να περιορίσει το πολιτικό κόστος, επαναφέροντας τη συζήτηση σε πεδία κυβερνητικής επίδοσης, όπου – όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση – υπάρχει θετικό αποτύπωμα.
Τι υποστηρίζει ο Ντίλιαν
Σύμφωνα με πρόσφατες εξελίξεις ο Ταλ Ντίλιαν, ιδρυτής της Intellexa προέβη σε δηλώσεις σχετικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών στην Ελλάδα, μετά την καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας τον Φεβρουάριο του 2026.
«Παρέμεινα σιωπηλός κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά δεν θα γίνω εξιλαστήριο θύμα», δήλωσε ο Ντίλιαν σε ανακοίνωση που έστειλε στο Reuter's.
«Πιστεύω ότι μια καταδίκη χωρίς αποδεικτικά στοιχεία δεν αποτελεί δικαιοσύνη, αλλά θα μπορούσε να αποτελεί μέρος μιας συγκάλυψης ή ακόμη και ενός εγκλήματος. Θα παρουσιάσω την υπόθεσή μου ενώπιον εθνικών, περιφερειακών και διεθνών θεσμών, ζητώντας μεταξύ άλλων την παρέμβαση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για τη δικαστική ανεξαρτησία».