Το νέο κόμμα Καρυστιανού και οι «σωτήρες» που μετατράπησαν σε πολιτικά απολιθώματα
Κόμματα που υποσχέθηκαν ανατροπές, τιμωρία του «συστήματος» και εύκολες λύσεις κατέληξαν συχνά αιχμάλωτοι της ίδιας τους της υπερβολής — ένα πολιτικό νεκροταφείο προσώπων, συνθημάτων και οργής
Snapshot
- Πολλά αντισυστημικά κόμματα στην Ελλάδα έχουν εμφανιστεί υποσχόμενα ανατροπές και εύκολες λύσεις, αλλά κατέληξαν σε πολιτική φθορά ή εξαφάνιση.
- Το νέο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού επαναφέρει παλιά πολιτικά μοτίβα με ασαφές ιδεολογικό στίγμα και σύγχυση συμβόλων χωρίς συνεκτική πρόταση.
- Τα αντισυστημικά κόμματα χαρακτηρίζονται συχνά από προσωπολατρία, απλοποιημένη ρητορική και έλλειψη οργανωμένης δομής και σχεδίου διακυβέρνησης.
- Παρά τις έντονες καταγγελίες και υποσχέσεις, πολλοί τέτοιοι σχηματισμοί δεν κατάφεραν να διατηρήσουν πολιτική επιρροή όταν αντιμετώπισαν κυβερνητικές ευθύνες.
- Η πολιτική επιτυχία απαιτεί οργάνωση, σοβαρότητα και θεσμική αντοχή, στοιχεία που λείπουν από τα προσωποπαγή κόμματα διαμαρτυρίας που βασίζονται σε οργή και απλοϊκά συνθήματα.
Η ελληνική πολιτική ζωή μοιάζει να επαναλαμβάνει διαρκώς έναν σχεδόν θεατρικό κύκλο. Κάθε φορά που η κοινωνία ασφυκτιά από την κρίση, την ανασφάλεια ή την απογοήτευση, εμφανίζεται ένας νέος πολιτικός «σωτήρας» που υπόσχεται να γκρεμίσει το παλιό καθεστώς, να τιμωρήσει τους «ενόχους», να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη και να επαναφέρει την εθνική αξιοπρέπεια. Το μοτίβο είναι σχεδόν σταθερό: οργή, καταγγελία, εύκολες απαντήσεις, προσωπολατρία, πολιτική έκρηξη — και στο τέλος φθορά, διάλυση ή πολιτική εξαφάνιση.
Στην πραγματικότητα, η μεταπολιτευτική Ελλάδα έχει γνωρίσει δεκάδες τέτοιες εκρήξεις αντισυστημικής έντασης. Άλλες κράτησαν λίγους μήνες, άλλες λίγα χρόνια. Οι περισσότερες όμως είχαν κοινή αφετηρία: την υπόσχεση ότι «όλοι οι άλλοι σας πρόδωσαν, εμείς μόνο λέμε την αλήθεια».
Το νέο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού επαναφέρει στο δημόσιο πεδίο γνώριμα αντανακλαστικά μιας πολιτικής κουλτούρας που η χώρα έχει ξαναδεί. Η έλλειψη σαφούς πολιτικού στίγματος, η ιδεολογική σύγχυση, το ιδιότυπο πάντρεμα του Μίκη Θεοδωράκη, του Νίκου Ξυλούρη με τον Ντοστογιέφσκι, τον Ιωάννη Καποδίστρια και τα συντηρητικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας, η αισθητική επιτήδευση με πουκάμισα by Vassilis Zoulias και ο εθνικός ύμνος ως μουσικό χαλί πολιτικής εκδήλωσης συνθέτουν μια εικόνα που θυμίζει περισσότερο σούπερ μάρκετ συμβόλων παρά συνεκτική πολιτική πρόταση.
Οι εύκολες λύσεις για δύσκολες εποχές
Η Ελλάδα της οικονομικής κρίσης λειτούργησε ως ιδανικό θερμοκήπιο αντισυστημικών σχηματισμών. Από τα μνημόνια και μετά, σχεδόν κάθε γωνιά του πολιτικού φάσματος παρήγαγε πολιτικά μορφώματα που αυτοπαρουσιάζονταν ως η αυθεντική φωνή του «λαού» απέναντι στο «διεφθαρμένο σύστημα».
Η ρητορική τους, παρά τις ιδεολογικές διαφορές, είχε εντυπωσιακές ομοιότητες. Υψηλοί τόνοι, πολιτική απλοποίηση, συνωμοσιολογία, καταγγελτικός λόγος και υποσχέσεις που ακούγονταν σχεδόν λυτρωτικές σε μια κοινωνία εξαντλημένη από τη λιτότητα και την ανασφάλεια.
Οι «ένοχοι» ήταν πάντα σαφείς και εύκολα αναγνωρίσιμοι: οι ελίτ, οι δανειστές, οι τραπεζίτες, τα «συστημικά κόμματα», η διαπλοκή, τα ξένα κέντρα. Αντίστοιχα ξεκάθαροι ήταν και οι «σωτήρες»: ο «λαός» και ένας αρχηγός που «τα λέει έξω από τα δόντια», συγκρούεται με όλους και εμφανίζεται ως ο μόνος αμόλυντος εκφραστής της αλήθειας.
Το κόμμα-αρχηγός και η πολιτική ως προσωπική παράσταση
Το πιο συνηθισμένο χαρακτηριστικό αυτών των σχηματισμών ήταν ο ακραίος προσωποπαγής χαρακτήρας τους. Συχνά δεν επρόκειτο για κόμματα με οργανωμένη δομή, αλλά για πολιτικές μονοπρόσωπες παραστάσεις. Ο αρχηγός ήταν το κόμμα. Η τηλεοπτική περσόνα υποκαθιστούσε το πρόγραμμα. Η αγανάκτηση μετατρεπόταν σε ιδεολογία.
Το πιο ακραίο και επικίνδυνο παράδειγμα υπήρξε αναμφίβολα η Χρυσή Αυγή. Ένα μόρφωμα που επένδυσε στη βία, στον φόβο και στη ρητορική της «κάθαρσης», επιχειρώντας να μετατρέψει τον κοινωνικό θυμό σε οργανωμένο πολιτικό μίσος. Η δράση της συγκλόνισε τη χώρα, τραυμάτισε τη δημοκρατική ομαλότητα και απέδειξε ότι η κουλτούρα του «καφενειακού εξτρεμισμού» μπορεί να οδηγήσει σε βαθιά επικίνδυνα μονοπάτια.
Χαρακτηριστική ήταν επίσης η διαδρομή των Ανεξαρτήτων Ελλήνων. Ένα κόμμα που εκτοξεύθηκε μέσα από το Facebook και την αντιμνημονιακή οργή, υποσχόμενο φυλακίσεις πολιτικών αντιπάλων και απόλυτη ρήξη με τα «μνημονιακά κόμματα». Οι διακηρύξεις περί «ποτέ συνεργασίας» κατέρρευσαν όταν συγκυβέρνησαν με τον ΣΥΡΙΖΑ και συνυπέγραψαν νέο μνημόνιο, αποδεικνύοντας πόσο γρήγορα η καταγγελία μετατρέπεται σε πολιτικό ρεαλισμό.
Αντίστοιχη υπήρξε και η πορεία της Ένωσης Κεντρώων. Ο Βασίλης Λεβέντης, επί χρόνια περιθωριακή τηλεοπτική φιγούρα που επιδιδόταν σε ύβρεις και ακραίες καταγγελίες, κατάφερε να εισέλθει στη Βουλή σχεδόν ως πολιτικό ανέκδοτο που μετατράπηκε σε πραγματικότητα. Η φούσκα, ωστόσο, ξεφούσκωσε με την ίδια ταχύτητα που διογκώθηκε.
Παρόμοια τροχιά ακολούθησε και ο ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη. Ένα κόμμα που κυριάρχησε τηλεοπτικά σε μια εποχή έντονου λαϊκισμού, όμως συρρικνώθηκε όταν μέρος της εκλογικής και στελεχιακής του βάσης μετακινήθηκε αλλού και όταν η συμμετοχή του στη διακυβέρνηση το έφερε αντιμέτωπο με την ίδια «συστημική» πραγματικότητα που υποτίθεται ότι πολεμούσε.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική υπήρξε η περίπτωση του Αρτέμη Σώρρα. Ένα μείγμα εθνικής σωτηριολογίας, θεωριών συνωμοσίας και υποσχέσεων περί «τρισεκατομμυρίων» που θα έσωζαν τη χώρα από τα χρέη. Για ένα διάστημα, η «Ελλήνων Συνέλευσις» απέκτησε πραγματική κοινωνική επιρροή, αποδεικνύοντας πόσο εύκολα η απόγνωση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική ευπιστία. Ευτυχώς δεν κατόρθωσε να εισέλθει στη Βουλή, αν και κατάφερε να εξαπατήσει και να παρασύρει σημαντικό αριθμό πολιτών.
Με παρόμοια αντισυστημική ρητορική, συχνά αγγίζοντας τα όρια της συνωμοσιολογίας και των fake news, κινήθηκε και η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου όπως και η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, αν και οι δύο αυτοί σχηματισμοί δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τον πολιτικό τους κύκλο.
Στο ίδιο ευρύτερο ρεύμα πολιτικής ανυπακοής εντάσσεται και το ΜεΡΑ25 του Γιάνη Βαρουφάκη, όπου ο πολιτικός ακτιβισμός και οι λεκτικές ακροβασίες συχνά υπερίσχυσαν της κυβερνητικής αξιοπιστίας.
Όταν η γλώσσα του καφενείου γίνεται πολιτικό σύνθημα
Σε πολλές περιπτώσεις, η πολιτική επιχειρηματολογία αυτών των σχηματισμών θύμιζε περισσότερο καβγά καφενείου παρά σοβαρό κυβερνητικό σχέδιο.
«Θα τους τελειώσουμε».
«Θα τα γκρεμίσουμε όλα».
«Μια υπογραφή αρκεί».
«Όλοι σας κοροϊδεύουν εκτός από εμάς».
«Θα τους βάλουμε όλους φυλακή».
Ο θυμός είναι πολιτικά εμπορεύσιμος. Το ίδιο και η απλοποίηση. Είναι σαφώς ευκολότερο να παρουσιάζεις έναν αόρατο εχθρό που ευθύνεται για όλα τα δεινά, παρά να εξηγείς γιατί η παραγωγικότητα, η φορολογία, το δημογραφικό πρόβλημα ή η δυσλειτουργία της δημόσιας διοίκησης αποτελούν σύνθετα ζητήματα χωρίς εύκολες και μαγικές λύσεις.
Μόνο που η πραγματικότητα έχει μια επίμονη συνήθεια: επιστρέφει πάντα. Και τότε το σύνθημα συγκρούεται με τον λογαριασμό.
Οι περισσότεροι από αυτούς τους προσωποπαγείς σχηματισμούς δεν διέθεταν σαφή ιδεολογική πυξίδα. Το «δεξιά» και το «αριστερά» παρέμεναν σκόπιμα θολά, ώστε να μπορούν να απευθύνονται ταυτόχρονα σε πολλαπλά και αντιφατικά ακροατήρια, χαϊδεύοντας αυτιά και καλλιεργώντας μια μόνιμη πολιτική σύγχυση.
Γιατί χάθηκαν
Η απάντηση είναι τελικά απλή — και σκληρή. Πολλά από αυτά τα κόμματα οικοδομήθηκαν πάνω στο συναίσθημα της στιγμής και όχι σε ανθεκτικές πολιτικές δομές.
Χωρίς οργανωμένο μηχανισμό.
Χωρίς δεύτερη γραμμή στελεχών.
Χωρίς βαθιές κοινωνικές ρίζες.
Χωρίς συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης πέρα από την καταγγελία.
Όταν η κοινωνική κρίση άρχισε να αμβλύνεται ή όταν οι ίδιες οι αντιφάσεις τους έγιναν ορατές, η λάμψη ξεθώριασε. Η πολιτική αγορά βρήκε νέους εκφραστές της οργής, νέα πρόσωπα και νέα συνθήματα.
Το κυνικό μάθημα της Ιστορίας
Η Ιστορία δείχνει κάτι σχεδόν κυνικό: τα κόμματα διαμαρτυρίας σπάνια αντέχουν όταν καλούνται να μετατραπούν σε κόμματα ευθύνης.
Είναι εύκολο να φωνάζεις «κάψτε το σύστημα». Είναι πολύ δυσκολότερο να εξηγήσεις τι ακριβώς θα χτίσεις την επόμενη ημέρα.
Κι έτσι, πολλοί από τους κάποτε «τιμωρούς» του πολιτικού συστήματος κατέληξαν τελικά στο ράφι της πολιτικής λήθης — ως υπενθύμιση ότι στην Ελλάδα ο θυμός μπορεί να απογειώσει γρήγορα πολιτικά σχήματα, αλλά η διάρκεια απαιτεί κάτι πολύ πιο πεζό και απαιτητικό: οργάνωση, σοβαρότητα, θεσμική αντοχή, σχέδιο και πολιτική ωριμότητα.
Διότι η πολιτική, στο τέλος της ημέρας, είναι λιγότερο πυροτέχνημα και περισσότερο μαραθώνιος. Και οι πυροτεχνουργοί σπανίως κερδίζουν μαραθωνίους.