Ποιες ασκήσεις μειώνουν έως και 45% τον κίνδυνο εμφράγματος στις γυναίκες
Οι γυναίκες που έκαναν συστηματικά ασκήσεις ενδυνάμωσης εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών παθήσεων, ιδιαίτερα παράλληλα με την αερόβια δραστηριότητα και τον μειωμένο χρόνο καθιστικής ζωής.
Οι γυναίκες που κάνουν ασκήσεις ενδυνάμωσης με αντιστάσεις ενδέχεται να έχουν μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών καρδιαγγειακών παθήσεων, ιδιαίτερα όταν η προπόνηση συνδυάζεται με αερόβια άσκηση. Αυτό προκύπτει από νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Αμερικανικού Κολεγίου Καρδιολογίας «JACC».
Η αερόβια άσκηση, όπως το γρήγορο περπάτημα, το τρέξιμο, η ποδηλασία και η κολύμβηση, είναι ήδη γνωστό ότι προστατεύει από τις καρδιαγγειακές παθήσεις. Ωστόσο, η συμβολή της προπόνησης αντιστάσεων, που περιλαμβάνει ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης με βάρη, ελαστικούς ιμάντες, μηχανήματα ή το ίδιο το βάρος του σώματος, έχει μελετηθεί λιγότερο.
Οι ισχύουσες αμερικανικές οδηγίες συστήνουν τουλάχιστον δύο ημέρες προπόνησης με αντιστάσεις την εβδομάδα, σε συνδυασμό με 150 λεπτά αερόβιας άσκησης μέτριας έως υψηλής έντασης. Παράλληλα, τονίζουν τη σημασία του περιορισμού της καθιστικής ζωής και ειδικότερα της πολύωρης παρακολούθησης τηλεόρασης, η οποία πλέον θεωρείται ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο.
«Παρά τα τεκμηριωμένα οφέλη της για την υγεία, η προπόνηση με αντιστάσεις συχνά παραβλέπεται ως στρατηγική πρόληψης των καρδιαγγειακών παθήσεων, ενώ η επίδρασή της, ιδιαίτερα στις γυναίκες μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας, δεν έχει μελετηθεί επαρκώς», σημειώνει η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Τιάνγουε Ζανγκ, επιστήμονας στο Τμήμα Διατροφής της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ.
Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από 117.025 γυναίκες που συμμετείχαν σε δύο μακροχρόνιες μελέτες για την υγεία των νοσηλευτριών. Μέση ηλικία των γυναικών κατά την έναρξη των μελετών ήταν τα 66,8 έτη και τα 48,1 έτη. Η προπόνηση με αντιστάσεις αξιολογούνταν κάθε τέσσερα χρόνια, ενώ καταγραφόταν και ο χρόνος που περνούσαν οι συμμετέχουσες καθιστές βλέποντας τηλεόραση στο σπίτι.

Τα αποτελέσματα και στις δύο ομάδες γυναικών έδειξαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα προπόνησης με αντιστάσεις συσχετίστηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών παθήσεων και ιδιαίτερα εμφράγματος του μυοκαρδίου, χωρίς να διαπιστώνεται σημαντική συσχέτιση με τα εγκεφαλικά επεισόδια.
- Οι γυναίκες που αφιέρωναν τουλάχιστον δύο ώρες την εβδομάδα σε ασκήσεις ενδυνάμωσης εμφάνιζαν 20% χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρής καρδιαγγειακής νόσου και 44% χαμηλότερο κίνδυνο εμφράγματος σε σύγκριση με όσες δεν έκαναν καθόλου.
- Κάθε επιπλέον ώρα μυϊκής ενδυνάμωσης εβδομαδιαίως συνδεόταν με 5% χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρής καρδιαγγειακής νόσου και 14% χαμηλότερο κίνδυνο εμφράγματος.
Αν και οι συσχετίσεις εξασθένησαν ελαφρώς όταν οι επιστήμονες συνυπολόγισαν παράγοντες όπως ο δείκτης μάζας σώματος, ο διαβήτης, η υπέρταση και η υψηλή χοληστερόλη, τα οφέλη παρέμειναν εμφανή.
Η προπόνηση αντιστάσεων προσέφερε επιπλέον προστασία ακόμη και στις γυναίκες που ήδη έκαναν αερόβια άσκηση. Συγκεκριμένα, όσες συνδύαζαν τουλάχιστον 2 ώρες μυϊκής ενδυνάμωσης την εβδομάδα με 150 λεπτά αερόβιας άσκησης εμφάνιζαν 45% μικρότερο κίνδυνο εμφράγματος σε σχέση με γυναίκες που δεν ασκούνταν καθόλου.
Η ανάλυση των συνολικών συνηθειών κίνησης έδειξε επίσης ότι οι γυναίκες που κατάφερναν να ακολουθούν και τις τρεις συστάσεις (αερόβια άσκηση, προπόνηση με αντιστάσεις και περιορισμό του χρόνου παρακολούθησης τηλεόρασης) παρουσίαζαν τον μικρότερο κίνδυνο για σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσεις, έμφραγμα του μυοκαρδίου και εγκεφαλικά επεισόδια σε σύγκριση με εκείνες που ακολουθούσαν ορισμένες ή καμία από τις συστάσεις.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η καρδιαγγειακή υγεία γίνεται καλύτερα κατανοητή όταν εξετάζονται οι συνολικές συνήθειες κίνησης και όχι μόνο μεμονωμένες συμπεριφορές. Παράλληλα, αναδεικνύουν ότι η προπόνηση με αντιστάσεις μπορεί να προσφέρει επιπλέον οφέλη όταν εντάσσεται σε έναν γενικότερα δραστήριο τρόπο ζωής.
Στους περιορισμούς της μελέτης συγκαταλέγεται το γεγονός ότι βασίστηκε σε αυτοαναφερόμενα στοιχεία σχετικά με την άσκηση, ενώ το δείγμα δεν ήταν απόλυτα αντιπροσωπευτικό του γενικού πληθυσμού.
Από το ΑΠΕ-ΜΠΕ