Πόσα Πρότυπα και Ωνάσεια Σχολεία χρειαζόμαστε τελικά;
Το τριήμερο 24–25–26 Απριλίου έχει ήδη κυκλωθεί στο ημερολόγιο χιλιάδων οικογενειών, καθώς, σύμφωνα με τον προγραμματισμό του Υπουργείου Παιδείας, θα πραγματοποιηθούν η κλήρωση για τα Πειραματικά Σχολεία και οι εξετάσεις εισαγωγής για τα Πρότυπα και τα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία.
Το αυξανόμενο ενδιαφέρον των οικογενειών αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στον αριθμό των αιτήσεων, ο οποίος καταγράφει σταθερή άνοδο τα τελευταία χρόνια ενώ φέτος αναμένεται ακόμα μεγαλύτερος. Ενδεικτικά, την προηγούμενη σχολική χρονιά υποβλήθηκαν 24.817 αιτήσεις συνολικά για Πρότυπα, Πειραματικά, Εκκλησιαστικά και Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία, γεγονός που αναδεικνύει τη δυναμική των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών επιλογών στο δημόσιο σχολείο.
Από το σύνολο των αιτήσεων, 12.595 αφορούσαν τα Πρότυπα, τα Εκκλησιαστικά και τα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία, εκ των οποίων 11.127 υποψήφιοι συμμετείχαν τελικά στις εξετάσεις. Αναλυτικότερα, στα Πρότυπα Σχολεία κατατέθηκαν 9.056 αιτήσεις για 1.775 διαθέσιμες θέσεις, γεγονός που αποτυπώνει τον ιδιαίτερα αυξημένο ανταγωνισμό. Στα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία υποβλήθηκαν 3.274 αιτήσεις για 1.166 θέσεις, ενώ στα Εκκλησιαστικά Σχολεία καταγράφηκαν 328 αιτήσεις για 380 θέσεις. Παράλληλα, για τα Πειραματικά Σχολεία υποβλήθηκαν 12.159 αιτήσεις για 3.134 θέσεις, με την εισαγωγή να πραγματοποιείται μέσω κλήρωσης. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, το ποσοστό εισαγωγής στα Πρότυπα Σχολεία διαμορφώθηκε λίγο κάτω από το 20%, ενώ στα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία ανήλθε στο 35,6%. Ωστόσο, οι συνολικοί αριθμοί δεν αποτυπώνουν πάντοτε την πραγματική ένταση του ανταγωνισμού.
Σε μεγάλες αστικές περιοχές, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, η ζήτηση είναι υψηλότερη, με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις το πραγματικό ποσοστό επιτυχίας να υποχωρεί ακόμη και γύρω από το 10% Αξίζει να σημειωθεί ότι κάθε υποψήφιος έχει τη δυνατότητα να δηλώσει έως δύο σχολικές μονάδες. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το Πρότυπο Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου ο συνολικός αριθμός αιτήσεων ανήλθε στις 1.236, με 717 μαθητές να το δηλώνουν ως πρώτη επιλογή, τη στιγμή που οι διαθέσιμες θέσεις ήταν μόλις 96. Αντίστοιχα, στο 2ο Πρότυπο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης, κατατέθηκαν 885 αιτήσεις, εκ των οποίων 494 ως πρώτη επιλογή, για μόλις 52 διαθέσιμες θέσεις.
Ένα ερώτημα που μου τέθηκε προσωπικά πριν από λίγες ημέρες ήταν γιατί όλο και περισσότερες οικογένειες επιθυμούν τα παιδιά τους να φοιτήσουν σε αυτού του τύπου τα σχολεία, αλλά και αν τελικά αξίζει όλη αυτή η απαιτητική, συχνά ψυχοφθόρα, διαδικασία σε τόσο μικρή ηλικία.
Οι λόγοι που οδηγούν σε αυτή την επιλογή είναι πολλοί και δεν περιορίζονται μόνο στο ακαδημαϊκό σκέλος. Τα Πρότυπα και τα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία εκφράζουν, σε μεγάλο βαθμό, το πρότυπο του σύγχρονου δημόσιου σχολείου, όπου η ποιοτική ακαδημαϊκή εκπαίδευση συνδυάζεται με την ανάπτυξη δεξιοτήτων, την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, της συνεργασίας και της δημιουργικότητας.
Η αυξημένη ζήτηση για φοίτηση σε Πρότυπα ή Ωνάσεια Σχολεία δεν αποτελεί απλώς μια πρόσκαιρη τάση, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη ανάγκη της κοινωνίας και των οικογενειών: την αναζήτηση ενός δημόσιου σχολείου υψηλότερης ποιότητας.
Από την άλλη πλευρά, όμως, αν λάβει κανείς υπόψη τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν παραπάνω, δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι οι εξετάσεις για αυτού του τύπου τα σχολεία συχνά βιώνονται από τα παιδιά και τις οικογένειές τους ως «Μικρές Πανελλαδικές Εξετάσεις». Το άγχος και η αγωνία είναι υπαρκτά, με τη σημαντική διαφορά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι δυνατότητες εισαγωγής είναι περιορισμένες, καθώς ο αριθμός των σχολικών μονάδων παραμένει μικρός σε σχέση με τη ζήτηση. Υπό αυτό το πρίσμα, ο βαθμός ανταγωνισμού μπορεί, σε αρκετές περιπτώσεις, να συγκριθεί με εκείνον που παρατηρείται στην εισαγωγή σε υψηλόβαθμα πανεπιστημιακά τμήματα, όπως η Ιατρική, η Νομική ή οι Σχολές Ηλεκτρολόγων Μηχανικών.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να σταθούμε και στον τρόπο προετοιμασίας των παιδιών. Το ζητούμενο δεν θα έπρεπε να είναι μόνο το αποτέλεσμα των εξετάσεων, αλλά το τι αποκομίζουν οι μαθητές από όλη αυτή τη διαδικασία. Γνώσεις και δεξιότητες που, ανεξάρτητα από το αν τελικά επιτύχουν την εισαγωγή τους, θα τους φανούν χρήσιμες στη φοίτησή τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και γενικότερα στην πορεία τους στο σχολείο. Όταν η προετοιμασία έχει αυτόν τον χαρακτήρα, βοηθά και τα ίδια τα παιδιά να δουν τη διαδικασία πιο ήρεμα, ως ένα βήμα μάθησης και όχι ως μια αγχώδη δοκιμασία που κρίνει τα πάντα.
Είναι απαραίτητα τα Πρότυπα και τα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία; Η απάντηση είναι, χωρίς καμία αμφιβολία, ΝΑΙ. Αποτελούν τύπους σχολείου που λειτουργούν ως πυρήνες ποιότητας, καινοτομίας και εκπαιδευτικής ανανέωσης μέσα στο δημόσιο σχολείο.
Ο πραγματικός τους ρόλος, όμως, δεν εξαντλείται στους μαθητές που σήμερα φοιτούν σε αυτά, αλλά βρίσκεται στη δυνατότητά τους να αποτελέσουν το υπόδειγμα ενός σχολείου στο οποίο, σταδιακά, θα μπορούν να φοιτούν όλο και περισσότεροι μαθητές, με τελικό ζητούμενο ένα δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα υψηλού επιπέδου για όλα τα παιδιά.
Σε αυτή τη διαδρομή, το πρώτο ουσιαστικό βήμα είναι η σταδιακή αύξηση των Πρότυπων και των Δημόσιων Ωνάσειων Σχολείων, ώστε περισσότερες οικογένειες και μαθητές να αποκτήσουν πρόσβαση σε σχολικές μονάδες υψηλού επιπέδου. Η κατεύθυνση αυτή, ωστόσο, δεν θα πρέπει να υλοποιηθεί μέσω της αντικατάστασης ήδη υπαρχουσών σχολικών μονάδων, καθώς μια τέτοια πρακτική συχνά δημιουργεί ζητήματα στη γεωγραφική κατανομή των μαθητών και επιβαρύνει οικογένειες και σχολικές κοινότητες. Αντίθετα, απαιτείται η δημιουργία νέων, σύγχρονων εκπαιδευτικών μονάδων, σχεδιασμένων εξαρχής με παιδαγωγικά, λειτουργικά και κοινωνικά κριτήρια.
Αυτό αποτελεί, φυσικά, ένα ζήτημα που αφορά το σύνολο των σχολικών μονάδων και συνδέεται άμεσα με ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα στοιχήματα της εκπαίδευσης: πώς τα σχολεία μπορούν αφενός να εκσυγχρονιστούν ουσιαστικά και αφετέρου να δημιουργηθούν νέες, σύγχρονες σχολικές μονάδες, ώστε να αποτελέσουν φάρο ουσιαστικής παρουσίας όλων των μαθητών στις σχολικές αίθουσες, ενισχύοντας τη σχέση τους με τη μάθηση και το σχολικό περιβάλλον.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, για τα Πρότυπα και Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία, δεν είναι η ύπαρξή τους αλλά ο τελικός σκοπός αυτής της διαδικασίας. Ο απώτερος στόχος οφείλει να είναι η διαμόρφωση ενός εκπαιδευτικού συστήματος στο οποίο όλες οι σχολικές μονάδες θα παρέχουν υψηλού επιπέδου εκπαίδευση, διασφαλίζοντας ότι κάθε μαθητής, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας ή το σχολείο φοίτησης, έχει πρόσβαση σε σύγχρονες διδακτικές πρακτικές και καινοτόμες μεθόδους μάθησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται αναγκαία η ουσιαστική ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού έως και την τελευταία τάξη του Λυκείου. Σύγχρονα, ευέλικτα και λειτουργικά προγράμματα, προσαρμοσμένα στις ανάγκες των μαθητών και στις απαιτήσεις της εποχής, καλούνται να αντικαταστήσουν αναλυτικά προγράμματα που, σε μεγάλο βαθμό, παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς οραματίζονται ένα σχολείο για τους μαθητές, στο οποίο θα ήθελαν και οι ίδιοι να έχουν φοιτήσει. Ένα σχολείο σύγχρονο, ανοιχτό, υποστηρικτικό και ουσιαστικό, που καλλιεργεί όχι μόνο τη γνώση αλλά και τον άνθρωπο. Σε αυτό το πλαίσιο, τα Πρότυπα και τα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία μπορούν να αποτελέσουν τον οδηγό για τη διαμόρφωση ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα εξασφαλίζει ποιοτική μάθηση, σύγχρονες παιδαγωγικές πρακτικές και, κυρίως, ίσες ευκαιρίες για όλους τους μαθητές.
Λέλες Θανάσης, Επιστημονικός Υπεύθυνος Career Gate