Μαύρα μάτια, για το μαύρο χρήμα
«Μια υγιής δημοκρατία δεν μπορεί να αφήνει το ξέπλυμα χρήματος να δικάζεται όταν η κοινωνία έχει πια ξεχάσει την υπόθεση»
Αίθουσα του Πρωτοδικείου Αθηνών
του Λευτέρη Καρχιμάκη*
Σύμφωνα με το 2025 EU Justice Scoreboard της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κάνουμε... μαύρα μάτια για να δούμε να αποδίδεται δικαιοσύνη για το μαύρο χρήμα. Η Ελλάδα καταγράφει τη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. ως προς τη μέση διάρκεια εκδίκασης υποθέσεων για ξέπλυμα χρήματος σε πρώτο βαθμό, ξεπερνώντας τις 2.000 ημέρες, «σκορ» διπλάσιο από την δεύτερη στην κατάταξη Ρουμανία. Χρειάζονται δηλαδή, πάνω από πεντέμισι χρόνια για να υπάρξει πρωτόδικη κρίση σε υποθέσεις που αφορούν ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία οικονομικού εγκλήματος.
Αυτό είναι ο ορισμός της αποτυχίας του κράτους. Είναι ένα μήνυμα προς την κοινωνία ότι ο μικρός επαγγελματίας, ο εργαζόμενος, ο πολίτης που χρωστά λίγα ευρώ στο Δημόσιο θα νιώσει αμέσως την πίεση του κράτους. Αλλά τα μεγάλα κυκλώματα, τα σύνθετα οικονομικά εγκλήματα, οι διαδρομές του μαύρου χρήματος και οι υποθέσεις υψηλής οικονομικής βαρύτητας μπορούν να σέρνονται για χρόνια μέσα σε φακέλους, αναβολές, ελλείψεις προσωπικού και δικονομικά αδιέξοδα.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Μια Δικαιοσύνη που καθυστερεί τόσο πολύ δεν λειτουργεί αποτρεπτικά. Δεν προστατεύει το δημόσιο συμφέρον. Δεν ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αντίθετα, δημιουργεί ένα γκρίζο πεδίο όπου ο χρόνος δουλεύει υπέρ των ισχυρών. Οι μάρτυρες ξεχνούν. Τα στοιχεία δυσκολεύουν. Οι εταιρικές διαδρομές θολώνουν. Οι ευθύνες χάνονται. Και τελικά η ποινική διαδικασία από μηχανισμός λογοδοσίας γίνεται μηχανισμός εξάντλησης και συγκάλυψης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος είναι κρίσιμη για την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τον υγιή ανταγωνισμό και την προστασία της οικονομίας από το οργανωμένο έγκλημα. Επισημαίνει μάλιστα ότι οι υπερβολικά μακρές δικαστικές διαδικασίες μπορούν να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της μάχης κατά του ξεπλύματος χρήματος.
Με απλά λόγια: όταν η Δικαιοσύνη αργεί τόσο, το μαύρο χρήμα προλαβαίνει να γίνει ακίνητο, εταιρεία, πολιτική επιρροή, δημόσια σύμβαση, εξουσία.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από γενικόλογες αναφορές στην «ψηφιοποίηση» ή σε επικοινωνιακές εξαγγελίες περί επιτάχυνσης της Δικαιοσύνης. Η εικόνα είναι συγκεκριμένη. Η Ελλάδα δεν είναι απλώς χαμηλά. Είναι στον πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης σε ένα πεδίο που αγγίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου και της οικονομικής δημοκρατίας.
Χρειάζεται σχέδιο. Όχι άλλες διαπιστώσεις.
Πρώτον, πρέπει να δημιουργηθούν εξειδικευμένα τμήματα υποστήριξης των δικαστικών αρχών με εμπειρογνώμονες που έχουν τεχνική κατάρτιση σε σύνθετες χρηματοοικονομικές υποθέσεις. Δεν μπορεί υποθέσεις με offshore, εικονικές συναλλαγές, αλυσίδες εταιρειών και διασυνοριακές ροές κεφαλαίων να αντιμετωπίζονται με όρους γενικής ποινικής ύλης.
Δεύτερον, χρειάζεται δραστική ενίσχυση της Οικονομικής Εισαγγελίας, της Αρχής για το Ξέπλυμα Χρήματος και των ελεγκτικών μηχανισμών. Με προσωπικό, τεχνογνωσία, πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων, σύγχρονα εργαλεία ανάλυσης συναλλαγών και πραγματική διαλειτουργικότητα με την ΑΑΔΕ, το Κτηματολόγιο, το ΓΕΜΗ και τις τράπεζες.
Τρίτον, να ενισχυθούν οι μηχανισμοί ανάκτησης και δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων. Γιατί η μάχη κατά του ξεπλύματος δεν κρίνεται μόνο στην ποινή. Κρίνεται και στο αν το παράνομο κέρδος επιστρέφει στην κοινωνία. Αν τα χρήματα που βγήκαν από απάτη, διαφθορά ή οργανωμένο έγκλημα δεν μπορούν να απολαυσθούν ως «επένδυση» μετά από λίγα χρόνια καθυστερήσεων.
Τέταρτον, απαιτείται διαφάνεια με δημόσιους δείκτες απόδοσης. Πόσες υποθέσεις ξεπλύματος εισάγονται κάθε χρόνο; Πόσες εκδικάζονται; Πόσο διαρκούν; Πόσες καταλήγουν σε καταδίκες; Πόσα περιουσιακά στοιχεία δεσμεύονται και πόσα τελικά ανακτώνται; Χωρίς στοιχεία, δεν υπάρχει λογοδοσία. Υπάρχει μόνο διαχείριση εντυπώσεων.
Το κράτος δικαίου δεν κρίνεται στα μεγάλα λόγια. Κρίνεται εκεί όπου συγκρούεται με το χρήμα, την ισχύ και τα οργανωμένα συμφέροντα. Και σήμερα η εικόνα της χώρας είναι ντροπιαστική.
Μια υγιής δημοκρατία δεν μπορεί να αφήνει το ξέπλυμα χρήματος να δικάζεται όταν η κοινωνία έχει πια ξεχάσει την υπόθεση. Η καθυστέρηση έχει κερδισμένους και χαμένους. Κερδισμένοι είναι όσοι έχουν πόρους, δίκτυα και χρόνο. Χαμένοι είναι οι πολίτες, η οικονομία, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Και αυτό πρέπει να αλλάξει. Με πολιτική βούληση. Με θεσμικό σχέδιο. Με πραγματική σύγκρουση με την ατιμωρησία.
*Ο Λευτέρης Καρχιμάκης είναι Επικεφαλής της ομάδας κυβερνητικού προγράμματος του ΠΑΣΟΚ, μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου και Λέκτορας Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο πανεπιστήμιο του Leiden.