Στεγαστική πολιτική: Δεν αρκεί ένα σπίτι να είναι «πράσινο». Πρέπει πρώτα να είναι ασφαλές
Η Ελλάδα επενδύει σημαντικά στην ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών, αλλά δεν διαθέτει αντίστοιχο πρόγραμμα για τη στατική ενίσχυση και την αντισεισμική θωράκιση των παλαιών κτιρίων
Snapshot
- Το 47% των κτιρίων στην Ελλάδα έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980, χωρίς να πληροί τα σύγχρονα αντισεισμικά πρότυπα, αυξάνοντας την ανάγκη για στατικούς ελέγχους και ενισχύσεις.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί πλέον την έννοια της ανθεκτικότητας των κτιρίων, συνδυάζοντας ενεργειακή αναβάθμιση με δομική ασφάλεια και αντισεισμική προστασία.
- Η Ελλάδα θα πρέπει να σχεδιάσει ένα νέο ολοκληρωμένο πρόγραμμα, όπως το προτεινόμενο «Εξοικονομώ & Θωρακίζω», που θα συνδυάζει ενεργειακές παρεμβάσεις με στατική και αντισεισμική ενίσχυση.
- Μια ολοκληρωμένη πολιτική στεγαστικής αναβάθμισης πρέπει να περιλαμβάνει δωρεάν προσεισμικούς ελέγχους, επιδοτήσεις στατικών μελετών και εργασιών, φορολογικά κίνητρα και τη δημιουργία Πιστοποιητικού Δομικής Ασφάλειας για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και της ιδιωτικής περιουσίας.
Η Ελλάδα επενδύει σημαντικούς δημόσιους πόρους στην ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών. Ήρθε η ώρα η επόμενη μεγάλη μεταρρύθμιση να αφορά τη στατική ενίσχυση και την αντισεισμική θωράκιση των κτιρίων, ώστε η βιωσιμότητα να συμβαδίζει με την ασφάλεια.
Η στεγαστική πολιτική μιας χώρας δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό των κατοικιών που κατασκευάζονται ή από τα προγράμματα επιδότησης που υλοποιούνται. Κρίνεται κυρίως από το αν μπορεί να προστατεύσει την αξία της κατοικίας ως κοινωνικό αγαθό και να διασφαλίσει ότι το σπίτι παραμένει, πάνω απ' όλα, ένας ασφαλής χώρος ζωής.
Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα υλοποιεί μία από τις μεγαλύτερες δημόσιες επενδύσεις που έγιναν ποτέ στο υφιστάμενο κτιριακό της απόθεμα. Μέσα από τα διαδοχικά προγράμματα «Εξοικονομώ», αλλά και μέσω πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, δεκάδες χιλιάδες κατοικίες αναβαθμίζονται ενεργειακά. Αντικαθίστανται κουφώματα, τοποθετούνται θερμομονώσεις, εγκαθίστανται αντλίες θερμότητας, φωτοβολταϊκά συστήματα και σύγχρονες ενεργειακές εφαρμογές που μειώνουν την κατανάλωση ενέργειας και περιορίζουν το κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών.
Πρόκειται για μια πολιτική που υπηρετεί έναν σημαντικό εθνικό και ευρωπαϊκό στόχο. Συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, αντιμετωπίζει την ενεργειακή φτώχεια και αυξάνει την αξία των ακινήτων.
Υπάρχει όμως μια αντίφαση που όσο περνούν τα χρόνια γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Η Πολιτεία χρηματοδοτεί γενναία την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών, αλλά δεν διαθέτει ένα αντίστοιχο εθνικό πρόγραμμα που να στηρίζει συστηματικά τη στατική ενίσχυση και την αντισεισμική θωράκιση των παλαιών κτιρίων.
Με άλλα λόγια, επενδύουμε στο «κέλυφος» των κτιρίων, αλλά όχι στον «σκελετό» τους. Και αυτή η επιλογή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν αφορά μία από τις πλέον σεισμογενείς χώρες της Ευρώπης.
Η μεγάλη αντίφαση της ελληνικής στεγαστικής πολιτικής
Η δημόσια συζήτηση των τελευταίων ετών επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην ενεργειακή απόδοση των κατοικιών.
Σήμερα ένας ιδιοκτήτης μπορεί να επιδοτηθεί για:
- θερμομόνωση,
- αντικατάσταση κουφωμάτων,
- εγκατάσταση φωτοβολταϊκών,
- αντλία θερμότητας,
- ηλιακό θερμοσίφωνα,
- έξυπνα συστήματα διαχείρισης ενέργειας.
Δεν μπορεί όμως να λάβει αντίστοιχη οικονομική στήριξη για:
- στατική αποτίμηση του κτιρίου,
- μελέτη στατικής επάρκειας,
- ενίσχυση υποστυλωμάτων,
- ενίσχυση δοκών και πλακών,
- αποκατάσταση διάβρωσης του οπλισμού,
- ενίσχυση θεμελίωσης,
- συνολική στατική ενίσχυση της πολυκατοικίας.
Το αποτέλεσμα είναι προφανές.
Η Πολιτεία επενδύει σημαντικούς δημόσιους πόρους για να μειώσει την ενεργειακή κατανάλωση ενός κτιρίου, χωρίς να εξετάζει αν το ίδιο το κτίριο διαθέτει την απαιτούμενη δομική ανθεκτικότητα.
Και όμως, ένα ενεργειακά αναβαθμισμένο κτίριο δεν είναι κατ' ανάγκη και ένα ασφαλές κτίριο. Η ενεργειακή απόδοση μειώνει το κόστος λειτουργίας μιας κατοικίας. Η στατική επάρκεια προστατεύει ανθρώπινες ζωές. Οι δύο αυτές πολιτικές δεν είναι ανταγωνιστικές. Είναι απολύτως συμπληρωματικές.
Το 47% του ελληνικού κτιριακού αποθέματος είναι προ του 1980: Μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοεί η στεγαστική πολιτική
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξετάσουμε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού κτιριακού αποθέματος. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και επιστημονικές αναλύσεις, σχεδόν ένα στα δύο κτίρια στην Ελλάδα (περίπου 47%) έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980, ενώ σε πολλές αστικές περιοχές - και ιδιαίτερα στο κέντρο της Αθήνας - περισσότερο από το 70% των κτιρίων έχει ανεγερθεί πριν από το 1984, δηλαδή πριν από την εφαρμογή του σύγχρονου αντισεισμικού πλαισίου.
Αυτό σημαίνει ότι εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες σχεδιάστηκαν με διαφορετικούς κανονισμούς, διαφορετικές τεχνικές προδιαγραφές και διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού από εκείνες που εφαρμόζονται σήμερα.
Πολλά από αυτά τα κτίρια έχουν πλέον ηλικία μεγαλύτερη των πενήντα ή ακόμη και εξήντα ετών. Η φυσική γήρανση των υλικών, η διάβρωση του οπλισμού, οι περιορισμένες εργασίες συντήρησης, αλλά και οι αυθαίρετες επεμβάσεις προηγούμενων δεκαετιών αυξάνουν σταδιακά την ανάγκη ελέγχου της στατικής τους κατάστασης.
Και όμως, η χώρα εξακολουθεί να μην διαθέτει μια ολοκληρωμένη πολιτική χρηματοδότησης της στατικής ενίσχυσης του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος. Δεν πρόκειται απλώς για ένα τεχνικό ζήτημα. Πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που αφορά τη δημόσια ασφάλεια.
Αθήνα : Οι περισσότερες ανακαινίσεις της τελευταίας δεκαετίας
Από το 2017 μέχρι σήμερα η ελληνική αγορά ακινήτων άλλαξε ριζικά. Η ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης, η αύξηση των επενδύσεων μέσω του προγράμματος Golden Visa, η άνοδος των τιμών και η επιστροφή του επενδυτικού ενδιαφέροντος οδήγησαν σε δεκάδες χιλιάδες ανακαινίσεις παλαιών κατοικιών, κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Μεγάλα διαμερίσματα χωρίστηκαν σε μικρότερες κατοικίες. Δημιουργήθηκαν νέα υπνοδωμάτια. Μετακινήθηκαν κουζίνες και λουτρά. Αφαιρέθηκαν εσωτερικοί τοίχοι. Άλλαξαν χρήσεις χώρων.
Οι περισσότερες από αυτές τις παρεμβάσεις βελτίωσαν την εμπορική αξιοποίηση των ακινήτων και συνέβαλαν στην αναβάθμιση ολόκληρων περιοχών.
Δεν σημαίνει ότι όλες δημιούργησαν πρόβλημα. Το κρίσιμο ερώτημα όμως παραμένει αναπάντητο.
Πόσες από αυτές τις δεκάδες χιλιάδες ανακαινίσεις συνοδεύτηκαν από ουσιαστικό έλεγχο της στατικής κατάστασης του κτιρίου;
Σήμερα δεν υπάρχει συγκεντρωμένη εικόνα που να απαντά στο ερώτημα αυτό.
Και σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η σεισμική δραστηριότητα αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του φυσικού περιβάλλοντος, αυτή η έλλειψη γνώσης δεν μπορεί να θεωρείται αμελητέα.
Η Ευρώπη αλλάζει φιλοσοφία: Από το «πράσινο» κτίριο στο ανθεκτικό κτίριο
Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων. Η αναθεώρηση της Οδηγίας για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (EPBD) και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθύνουν σημαντικές επενδύσεις προς την ενεργειακή αναβάθμιση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή συζήτηση έχει αρχίσει να μετατοπίζεται. Η ενεργειακή αναβάθμιση δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένας αυτόνομος στόχος, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για τη δημιουργία ανθεκτικών (resilient) πόλεων και κτιρίων.
Η έννοια της Building Resilience (Ανθεκτικότητα Κτιρίων)αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα στις ευρωπαϊκές πολιτικές . Ένα σύγχρονο κτίριο δεν πρέπει μόνο να καταναλώνει λιγότερη ενέργεια. Πρέπει να μπορεί να αντέξει στον χρόνο. Να ανταποκρίνεται στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Να προστατεύει τους χρήστες του από φυσικές καταστροφές. Και, στις χώρες υψηλής σεισμικότητας, να διαθέτει την απαιτούμενη αντισεισμική επάρκεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι το Joint Research Centre (JRC- η Επιστημονική και Τεχνική Υπηρεσία) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ευρωπαϊκοί επιστημονικοί οργανισμοί επισημαίνουν ότι οι ενεργειακές ανακαινίσεις αποτελούν τη μεγαλύτερη ευκαιρία ώστε να πραγματοποιούνται ταυτόχρονα και παρεμβάσεις στατικής ενίσχυσης.
Η λογική είναι απλή. Εάν ανοίγει έτσι κι αλλιώς ένα εργοτάξιο για την ενεργειακή αναβάθμιση ενός παλαιού κτιρίου, τότε είναι η κατάλληλη στιγμή να αξιολογηθεί και η στατική του κατάσταση.
Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται το συνολικό κόστος των παρεμβάσεων, αποφεύγονται διπλές εργασίες και αυξάνεται σημαντικά η διάρκεια ζωής του κτιρίου. Η Ευρώπη, λοιπόν, δεν εγκαταλείπει την πράσινη μετάβαση. Την συμπληρώνει με την έννοια της ανθεκτικότητας.
Οι χώρες που επένδυσαν πρώτα στην ασφάλεια
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον τροχό. Μπορεί να αξιοποιήσει την εμπειρία χωρών που αντιμετώπισαν αντίστοιχα προβλήματα και επέλεξαν να συνδυάσουν την ενεργειακή αναβάθμιση με τη δομική προστασία των κτιρίων.
- Ιταλία: όταν οι σεισμοί άλλαξαν τη στεγαστική πολιτική
Η Ιταλία αποτελεί ίσως το πιο ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό παράδειγμα. Μετά τους καταστροφικούς σεισμούς που έπληξαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, υιοθετήθηκε το πρόγραμμα Sismabonus, παρέχοντας σημαντικά φορολογικά κίνητρα για εργασίες στατικής ενίσχυσης και αντισεισμικής αναβάθμισης κατοικιών και πολυκατοικιών.
Στη συνέχεια, μέσω του Superbonus, δόθηκε η δυνατότητα οι ενεργειακές και οι αντισεισμικές παρεμβάσεις να υλοποιούνται ταυτόχρονα. Η φιλοσοφία ήταν ξεκάθαρη. Ένα κτίριο που εξοικονομεί ενέργεια αλλά δεν μπορεί να προστατεύσει τους ανθρώπους του σε έναν σεισμό, δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά αναβαθμισμένο.
- Κροατία: η ανασυγκρότηση ως ευκαιρία
Οι σεισμοί του Ζάγκρεμπ και της Πετρίνια το 2020 αποτέλεσαν σημείο καμπής. Η κροατική κυβέρνηση αξιοποίησε ευρωπαϊκούς πόρους όχι μόνο για την αποκατάσταση των ζημιών, αλλά και για την ουσιαστική ενίσχυση των κατασκευών.
Σε πολλές περιπτώσεις οι αντισεισμικές επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονα με εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης. Η λογική ήταν ότι κάθε δημόσιο ευρώ πρέπει να δημιουργεί πολλαπλή προστιθέμενη αξία.
- Ρουμανία: προτεραιότητα στα επικίνδυνα κτίρια
Η Ρουμανία, η οποία επίσης χαρακτηρίζεται από υψηλή σεισμική επικινδυνότητα, εφαρμόζει προγράμματα ενίσχυσης πολυκατοικιών που έχουν χαρακτηριστεί υψηλού σεισμικού κινδύνου. Η προτεραιότητα δεν είναι η ενεργειακή απόδοση. Είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής. Αφού διασφαλιστεί η δομική ασφάλεια, ακολουθούν οι υπόλοιπες παρεμβάσεις.
- Πορτογαλία και Ισπανία: οι ανακαινίσεις συνοδεύονται από ελέγχους
Στην Πορτογαλία, ιδιαίτερα στα ιστορικά κέντρα της Λισαβόνας και του Πόρτο, οι μεγάλες ανακαινίσεις συνοδεύονται από αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας των κτιρίων.
Αντίστοιχα, στην Ισπανία, ειδικά στις περιοχές με αυξημένη σεισμική επικινδυνότητα, οι τεχνικές μελέτες εξετάζουν τη δομική κατάσταση των κτιρίων πριν από την υλοποίηση σημαντικών επεμβάσεων.
Η κοινή συνισταμένη είναι εμφανής. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την ενεργειακή αναβάθμιση και τη στατική ενίσχυση ως δύο ξεχωριστές πολιτικές. Τις αντιμετωπίζουν ως δύο συμπληρωματικές επενδύσεις στο ίδιο κτίριο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται περισσότερες ανακαινίσεις. Χρειάζεται ασφαλέστερες ανακαινίσεις.
Η χώρα μας βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια μοναδική ευκαιρία. Την επόμενη δεκαετία θα συνεχίσουν να επενδύονται σημαντικοί ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι για την αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα συνεχιστούν οι ανακαινίσεις. Το ερώτημα είναι τι είδους ανακαινίσεις θέλουμε να χρηματοδοτούμε. Ανακαινίσεις που περιορίζονται στην αισθητική και στην ενεργειακή απόδοση;
Ή ανακαινίσεις που αυξάνουν τη διάρκεια ζωής του κτιρίου, προστατεύουν την περιουσία των ιδιοκτητών και μειώνουν τον κίνδυνο απώλειας ανθρώπινων ζωών;
Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι προφανής.
Η Ελλάδα πρέπει να περάσει από τη λογική της ενεργειακής αναβάθμισης στη λογική της ολοκληρωμένης αναβάθμισης.
Μιας αναβάθμισης που θα συνδυάζει:
- ενεργειακή απόδοση,
- στατική ασφάλεια,
- αντισεισμική προστασία,
- ανθεκτικότητα απέναντι στις φυσικές καταστροφές.
Αυτός είναι ο δρόμος που ακολουθεί πλέον η Ευρώπη. Και αυτός είναι ο δρόμος που οφείλει να ακολουθήσει και η Ελλάδα.
Η μεταρρύθμιση που λείπει από τη στεγαστική πολιτική
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να εγκαταλείψει τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης.
Χρειάζεται να τα εξελίξει. Το «Εξοικονομώ» αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις των τελευταίων ετών. Συνέβαλε ουσιαστικά στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής χιλιάδων νοικοκυριών και στην αναβάθμιση της αξίας του κτιριακού αποθέματος.
Σήμερα όμως οι ανάγκες έχουν αλλάξει. Η ενεργειακή κρίση μπορεί να αποτέλεσε την αφορμή για να αναβαθμίσουμε τα σπίτια μας.
Η κλιματική αλλαγή, η γήρανση των κατασκευών και η σεισμικότητα της χώρας μάς υποχρεώνουν να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα. Η νέα στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας.
Οφείλει να ενσωματώνει τη δομική ασφάλεια ως βασική προτεραιότητα.
Ένα νέο πρόγραμμα: «Εξοικονομώ & Θωρακίζω»
Η Ελλάδα θα μπορούσε να σχεδιάσει ένα νέο ολοκληρωμένο πρόγραμμα, το οποίο δεν θα αντικαταστήσει το «Εξοικονομώ», αλλά θα το συμπληρώσει. Ένα πρόγραμμα που θα συνδυάζει την ενεργειακή αναβάθμιση με την αντισεισμική προστασία και τη στατική ενίσχυση.
Η βασική του φιλοσοφία θα πρέπει να είναι απλή: Δεν μπορεί να θεωρείται ολοκληρωμένη μια ανακαίνιση όταν δεν έχει προηγηθεί η αξιολόγηση της δομικής ασφάλειας του κτιρίου.
Στόχος δεν είναι να δημιουργηθούν νέα γραφειοκρατικά εμπόδια. Στόχος είναι να προστατευθεί τόσο η δημόσια επένδυση όσο και η ιδιωτική περιουσία. Κάθε ευρώ που επενδύεται σήμερα στην ενεργειακή αναβάθμιση πρέπει να αυξάνει και τον χρόνο ζωής του κτιρίου.
Έντεκα προτάσεις για μια νέα εθνική στρατηγική
Η Ελλάδα μπορεί να διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πολιτικής που θα βασίζεται στους ακόλουθους άξονες:
- Δημιουργία του προγράμματος «Εξοικονομώ & Θωρακίζω».
Με δυνατότητα ταυτόχρονης χρηματοδότησης ενεργειακών και αντισεισμικών παρεμβάσεων.
- Δωρεάν προσεισμικός έλεγχος
Για όλες τις πολυκατοικίες που κατασκευάστηκαν πριν από το 1985, με προτεραιότητα στις περιοχές υψηλής σεισμικής επικινδυνότητας.
- Επιδότηση στατικών μελετών
Σήμερα πολλές πολυκατοικίες δεν προχωρούν σε καμία παρέμβαση επειδή το κόστος της μελέτης αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα.
- Επιχορήγηση εργασιών στατικής ενίσχυσης
Ενίσχυση υποστυλωμάτων, δοκών, πλακών, θεμελιώσεων, αποκατάσταση διάβρωσης οπλισμού, εφαρμογή νέων τεχνολογιών όπως τα ανθρακονήματα (FRP).
- Συνδυασμός των δύο παρεμβάσεων
Όταν πραγματοποιείται ενεργειακή αναβάθμιση σε παλαιό κτίριο, να υπάρχει δυνατότητα ταυτόχρονης χρηματοδότησης της στατικής ενίσχυσης.
- Χαμηλότοκα δάνεια με κρατική εγγύηση
Ειδικά για πολυκατοικίες όπου το συνολικό κόστος είναι ιδιαίτερα υψηλό.
- Φορολογικά κίνητρα
Έκπτωση φόρου για εργασίες στατικής ενίσχυσης, αντίστοιχη με τα κίνητρα που δίνονται για την ενεργειακή αναβάθμιση.
- Δημιουργία Πιστοποιητικού Δομικής Ασφάλειας
Όχι ως ακόμη μία γραφειοκρατική διαδικασία, αλλά ως εργαλείο ενημέρωσης του ιδιοκτήτη και του αγοραστή για την πραγματική κατάσταση του κτιρίου.
- Εθνικό Ψηφιακό Μητρώο Στατικής Κατάστασης Κτιρίων
Η Πολιτεία δεν μπορεί να σχεδιάζει πολιτικές χωρίς να γνωρίζει σε ποια κατάσταση βρίσκεται το κτιριακό απόθεμα της χώρας.
- Αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων
Η επόμενη προγραμματική περίοδος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αποτελέσει τη βασική πηγή χρηματοδότησης μιας τέτοιας στρατηγικής.
- Δημιουργία εθνικής στρατηγικής για την ανθεκτικότητα των κτιρίων
Η ενεργειακή αναβάθμιση, η αντισεισμική προστασία, η κλιματική προσαρμογή και η ασφάλεια των κατασκευών πρέπει να αποτελέσουν τμήματα μιας ενιαίας πολιτικής και όχι αποσπασματικών προγραμμάτων.
Το Πιστοποιητικό Δομικής Ασφάλειας μπορεί να αλλάξει την αγορά ακινήτων
Πριν από λίγα χρόνια, λίγοι φαντάζονταν ότι το Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης θα αποτελούσε βασικό στοιχείο κάθε αγοραπωλησίας και μίσθωσης.
Σήμερα θεωρείται αυτονόητο. Ίσως ήρθε η στιγμή να ανοίξει η συζήτηση και για ένα Πιστοποιητικό Δομικής Ασφάλειας. Όχι για όλα τα κτίρια και όχι ως μια ακόμη γραφειοκρατική υποχρέωση.
Αλλά για συγκεκριμένες κατηγορίες παλαιών κατασκευών, όπου η ηλικία, η σεισμική επικινδυνότητα και οι προηγούμενες επεμβάσεις καθιστούν αναγκαία μια τεχνική αξιολόγηση. Ένα τέτοιο πιστοποιητικό δεν θα είχε ως στόχο να μπλοκάρει τις μεταβιβάσεις.
Θα προσέφερε διαφάνεια. Θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη στην αγορά. Και θα επέτρεπε στους ιδιοκτήτες να γνωρίζουν εγκαίρως τις πραγματικές ανάγκες του ακινήτου τους.
Άλλωστε, όταν αγοράζουμε ένα αυτοκίνητο, θεωρούμε αυτονόητο ότι πρέπει να περάσει από τεχνικό έλεγχο. Γιατί να μην ισχύει, με τις κατάλληλες προσαρμογές, μια αντίστοιχη λογική και για ένα ακίνητο, το οποίο αποτελεί συνήθως τη μεγαλύτερη επένδυση μιας οικογένειας;
Η πρόληψη κοστίζει λιγότερο από την αποκατάσταση
Στη δημόσια διοίκηση υπάρχει μια διαχρονική παθογένεια. Συχνά επενδύουμε πολύ περισσότερα χρήματα για να αποκαταστήσουμε τις συνέπειες μιας καταστροφής, παρά για να την προλάβουμε. Το ίδιο συμβαίνει και στα κτίρια.
Η προληπτική στατική ενίσχυση κοστίζει. Η αποκατάσταση όμως ενός σοβαρά πληγέντος κτιρίου μετά από έναν ισχυρό σεισμό κοστίζει πολλαπλάσια.
Και το σημαντικότερο... Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το κόστος δεν μπορεί να αποτιμηθεί οικονομικά. Γιατί αφορά ανθρώπινες ζωές.
Η επένδυση στην πρόληψη δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η πιο αποδοτική μορφή δημόσιας πολιτικής.
Η πραγματική αξία ενός σπιτιού δεν μετριέται μόνο σε κιλοβατώρες
Η Ελλάδα πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια να αναδείξει την ενεργειακή αναβάθμιση σε βασικό πυλώνα της στεγαστικής της πολιτικής. Ήταν μια αναγκαία επιλογή.
Σήμερα, όμως, καλείται να κάνει το επόμενο βήμα. Να μετατρέψει τη στεγαστική πολιτική από μια πολιτική ενεργειακής εξοικονόμησης σε μια πολιτική ανθεκτικότητας, πρόληψης και ασφάλειας.
Γιατί ένα σπίτι δεν είναι απλώς ένα περιουσιακό στοιχείο. Είναι ο χώρος όπου μεγαλώνουν παιδιά, δημιουργούνται οικογένειες, στεγάζονται όνειρα και χτίζονται ζωές.
Η πραγματική αξία μιας κατοικίας δεν αποτυπώνεται μόνο στην ενεργειακή της κατηγορία ή στην εμπορική της αξία. Αποτυπώνεται πρωτίστως στην ικανότητά της να προστατεύει τους ανθρώπους που ζουν μέσα σε αυτή όταν δοκιμαστεί από τον χρόνο ή από έναν ισχυρό σεισμό.
Η Ελλάδα έχει ήδη επενδύσει δισεκατομμύρια ευρώ για να αποκτήσει πιο «πράσινα» σπίτια. Η επόμενη μεγάλη μεταρρύθμιση πρέπει να είναι ακόμη πιο φιλόδοξη. Να αποκτήσει και πιο ασφαλή σπίτια. Γιατί η ενεργειακή απόδοση μειώνει το κόστος ζωής. Η στατική επάρκεια προστατεύει την ανθρώπινη ζωή.
Και σε μια από τις πιο σεισμογενείς χώρες της Ευρώπης, καμία στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά ολοκληρωμένη, αν δεν υπηρετεί και τους δύο αυτούς στόχους ταυτόχρονα.
Υ.Γ: Το άρθρο αυτό δεν φιλοδοξεί να υποκαταστήσει την επιστημονική γνώση των πολιτικών μηχανικών, των στατικών μελετητών και των ειδικών επιστημόνων. Στόχος του είναι να αναδείξει μια διάσταση της στεγαστικής πολιτικής που, κατά την άποψή μου, δεν έχει αναδειχθεί επαρκώς στον δημόσιο διάλογο: τη σύνδεση της ενεργειακής αναβάθμισης με τη στατική ασφάλεια και την ανθεκτικότητα των κτιρίων. Οι τεχνικές λύσεις ανήκουν στους ειδικούς η ανάγκη, όμως, να ανοίξει ένας ευρύτερος δημόσιος διάλογος αφορά όλους μας.