Δραματική μείωση του χιονιού στα ελληνικά βουνά λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη

Τα βουνά Όλυμπος, Φαλακρό, Τζουμέρκα, Χελμός, Ζήρεια, Γράμμος, Βόρας, Γκιώνα, Βαρδούσια και η Βόρεια Πίνδος έχασαν το 58% του χιονιού τους

Δραματική μείωση του χιονιού στα ελληνικά βουνά λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη

Βαρδούσια Όρη (υψόμετρο 2.495 μ.), Φεβρουάριος 2025. Ορατή στο βάθος η τεχνητή λίμνη Μόρνου. Φωτογραφία του Κωνσταντίνου Σοφικίτη.

Snapshot
  • Τα ελληνικά βουνά με υψόμετρο άνω των 2.000 μέτρων έχασαν το 58% της χιονοκάλυψής τους από το 1984 έως το 202 λόγω της κλιματικής αλλαγής.
  • Η αύξηση της θερμοκρασίας μειώνει το ποσοστό υετού που πέφτει ως χιόνι και επιταχύνει το λιώσιμο της χιονόστρωσης, περιορίζοντας τη διάρκεια και την έκταση της χιονοκάλυψης.
  • Η μέση θερμοκρασία στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 1,5 βαθμό τα τελευταία 30 χρόνια και έως 2 βαθμούς στις ορεινές περιοχές, προκαλώντας μετατόπιση της χιονόστρωσης σε μεγαλύτερα υψόμετρα.
  • Η έρευνα βασίστηκε σε δορυφορικά δεδομένα και χρήση τεχνικών τεχνητής νοημοσύνης για την αντιμετώπιση κενών στα αρχεία λόγω σύννεφων, καλύπτοντας σημαντικά επιστημονικά κενά.
  • Η μείωση της χιονοκάλυψης επηρεάζει αρνητικά τη διαθεσιμότητα υδάτινων πόρων που είναι κρίσιμοι για την ύδρευση, τη γεωργία και τα οικοσυστήματα της χώρας.
Snapshot powered by AI

Σημαντική υποχώρηση καταγράφει η χιονοκάλυψη σε δέκα μεγάλους ορεινούς όγκους της Ελλάδας με υψόμετρο άνω των δύο χιλιάδων μέτρων την περίοδο από το 1984 έως το 2025.

Σύμφωνα με τα ευρήματα διεθνούς επιστημονικής μελέτης που συντονίστηκε από Έλληνες ερευνητές, τα βουνά Όλυμπος, Φαλακρό, Τζουμέρκα, Χελμός, Ζήρεια, Γράμμος, Βόρας, Γκιώνα, Βαρδούσια και η Βόρεια Πίνδος έχασαν το 58% του χιονιού τους μέσα σε τέσσερις δεκαετίες.

Το ερευνητικό έργο υλοποιήθηκε με τη συνεργασία του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, του βρετανικού φορέα British Antarctic Survey και του Ορεινού Παρατηρητηρίου Ελλάδος.

Αναλύοντας τα ανησυχητικά αυτά δεδομένα στο Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο επικεφαλής της προσπάθειας και συνιδρυτής του Ορεινού Παρατηρητηρίου Ελλάδος Κωνσταντής Αλεξόπουλος κάνει λόγο για ένα φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με την κλιματική αλλαγή.

Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, «πρόκειται για μία πάρα πολύ μεγάλη μείωση, τόσο από μόνη της όσο και σε σύγκριση με άλλα βουνά, στη λεκάνη της Μεσογείου, όσο και στον παγκόσμιο χάρτη». Ο υποψήφιος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ αποδίδει την εξέλιξη στην άνοδο της θερμοκρασίας και εξηγεί τον μηχανισμό τονίζοντας: «Με την αύξηση της θερμοκρασίας αλλάζουν δύο πράγματα σχετικά με το χιόνι. Το πρώτο είναι η μείωση του ποσοστού του υετού που θα "πέσει" ως χιόνι, αντί για βροχή, με αποτέλεσμα να έχουμε εξ αρχής λιγότερη συσσώρευση. Το δεύτερο πρόβλημα είναι οι αλλαγές που προκαλεί η αυξημένη θερμοκρασία στο ίδιο το στρώμα της χιονόστρωσης στο έδαφος, με αποτέλεσμα αυτό να διατηρείται για ολοένα μικρότερη περίοδο».

Σταδιακή υπερθέρμανση και απώλεια του χιονιού

Την άμεση αλληλεπίδραση ανάμεσα στη σταδιακή υπερθέρμανση και την απώλεια του χιονιού επιβεβαιώνει και ο διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών Κώστας Λαγουβάρδος.

Βάσει των δικών του παρατηρήσεων, η μέση θερμοκρασία της χώρας έχει ανέβει κατά 1,5 βαθμό τα τελευταία τριάντα χρόνια, ενώ στις ορεινές ζώνες και στη Δυτική Μακεδονία η αύξηση αγγίζει τους 2 βαθμούς.

Ο ίδιος επισημαίνει τη μετατόπιση του χιονιού σε υψηλότερες κορυφές λέγοντας: «Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να "παρασύρει" και τη χιονοκάλυψη, ενώ η βροχή έχει μία σταθερή τάση αυτά τα τελευταία 30 χρόνια με καλές και κακές χρονιές, λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας το χιόνι ανεβαίνει σε μεγαλύτερο υψόμετρο, και άρα περιορίζεται χωρικά. Έτσι, σε υψόμετρα που παλαιότερα και χιόνιζε και είχαμε χιονοκάλυψη, τώρα είναι είτε βροχή είτε χιόνι που λιώνει όμως πολύ γρήγορα με αποτέλεσμα αυτή να περιορίζεται στα μεγαλύτερα υψόμετρα». Παράλληλα, διαπιστώνει επιτάχυνση της θερμικής ανόδου την τελευταία δεκαετία υπογραμμίζοντας πως «η άνοδος αυτή δεν επηρεάζει τη βροχή, επηρεάζει όμως τη χιονοκάλυψη».

Για την εξαγωγή των συμπερασμάτων η ερευνητική ομάδα στηρίχθηκε στην ανάλυση δορυφορικών δεδομένων από το 1984 μέχρι σήμερα, αξιοποιώντας υλικό από την Ευρωπαϊκή και την Αμερικανική Διαστημική Υπηρεσία.

Όταν τα σύννεφα συχνά "κόβουν τη θέα" της Γης

Ωστόσο, η διαδικασία αντιμετώπισε τεχνικές δυσκολίες, τις οποίες περιγράφει ο κύριος Αλεξόπουλος: «Οι δορυφορικές εικόνες είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο που έχουμε στη διάθεσή μας για την μελέτη της χιονοκάλυψης, όμως έχουν και ορισμένους περιορισμούς. Ειδικά τη δεκαετία του '80 και του '90 οι διαθέσιμοι δορυφόροι αυτοί ήταν λίγοι, το ίδιο και οι διαθέσιμες λήψεις των βουνών της χώρας μας. Ακόμα και σήμερα όμως, σύννεφα συχνά μας "κόβουν τη θέα" της Γης από το διάστημα, δημιουργώντας πολλά κενά στο αρχείο. Αναπτύξαμε λοιπόν μία νέα μεθοδολογία, μέσω μιας τεχνικής τεχνητής νοημοσύνης που αποκαλείται "μηχανική μάθηση", για να "γεμίσουμε αυτά τα κενά" και να ομογενοποιήσουμε τα δεδομένα».

Με το συγκεκριμένο καινοτόμο μοντέλο, οι επιστήμονες κατάφεραν να ξεπεράσουν την έλλειψη επιτόπιων μετρήσεων στις ελληνικές κορυφές, καθώς όπως σημειώνει ο ερευνητής «καλύπτουμε έτσι ένα σημαντικό επιστημονικό κενό σε αυτό το κομμάτι».

Τα αποτελέσματα του προγράμματος δείχνουν επιδείνωση της κατάστασης μετά το 2000, η οποία δεν αφορά μόνο την έκταση αλλά και τον χρόνο παραμονής της χιονόστρωσης. «Αυτό οφείλεται και σε πιο αργοπορημένο ξεκίνημα το φθινόπωρο, αλλά και σε πρόωρο λιώσιμο την άνοιξη» διευκρινίζει ο επικεφαλής της έρευνας, συμπληρώνοντας ότι «όποιο χιόνι καταφέρει να βρει τον δρόμο του μέχρι το έδαφος, δεν θα παραμείνει στην παγωμένη του μορφή για το ίδιο χρονικό διάστημα όπως παλιότερα, λόγω αυτών των θερμοκρασιών που θα το κάνουν να λιώσει πιο γρήγορα».

Οι συντελεστές της μελέτης απορρίπτουν το ενδεχόμενο φυσικής κλιματικής διακύμανσης, με τον κύριο Αλεξόπουλο να ξεκαθαρίζει: «Είναι ξεκάθαρο πως προκαλούνται από την ανθρωπογενή θέρμανση του πλανήτη».

Δραστική συρρίκνωση της χιονοκάλυψης

Οι συνέπειες από τη δραστική συρρίκνωση της χιονοκάλυψης αναμένεται να επηρεάσουν κρίσιμους τομείς της οικονομίας και του φυσικού περιβάλλοντος, αφού το χιόνι λειτουργεί ως βασική δεξαμενή νερού για την ύδρευση, τη γεωργία και τα οικοσυστήματα.

Προκειμένου να γίνει κατανοητή η αξία του, ο κύριος Αλεξόπουλος χρησιμοποιεί ένα απλό παράδειγμα: «Πρέπει να σκεφτούμε το χιόνι σαν έναν αποταμιευτικό λογαριασμό. Αν σήμερα καταθέσουμε ένα ποσό, όσο περισσότερο το κρατήσουμε μέσα στον λογαριασμό αντί να το τραβήξουμε και το ξοδέψουμε, τόσο μεγαλύτερη απόδοση αυτό θα έχει. Έτσι, όταν πλέον θα χρειαζόμαστε αυτά τα χρήματα για να καλύψουμε κάποια βασική μας ανάγκη, τότε θα "αξίζουν" περισσότερο. Έτσι ακριβώς, λειτουργεί και το χιόνι. Θέλουμε να βρίσκεται σε αυτή την παγωμένη μορφή "κατάθεσης" πάνω στα βουνά για όσο μεγαλύτερο διάστημα γίνεται. Το αργοπορημένο του λιώσιμο, σε αντίθεση με τη βροχή που θα κινηθεί άμεσα και γρήγορα μέσα στο υδρογραφικό δίκτυο, μας βοηθάει να καλύψουμε αυτό το κενό στις βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού μέχρι το ξεκίνημα του επόμενου υδρολογικού έτους, το φθινόπωρο.

Αν όμως, το χιόνι λιώσει πολύ πρόωρα ή η ποσότητά του είναι ανεπαρκής, τότε θα δούμε, όπως και έχουμε δει σε διάφορες περιπτώσεις στο παρελθόν, πως οι ροές των ποταμών και τα υδατικά αποθέματα, μειώνονται, δημιουργώντας ένα κενό με αρνητικό αντίκτυπο σε διάφορες πτυχές, τόσο της κοινωνίας όσο και του περιβάλλοντος». Τις ανησυχίες αυτές συμμερίζεται και ο κύριος Λαγουβάρδος, προειδοποιώντας για την επίδραση του φαινομένου στον μετεωρολογικό κύκλο και τη διαθεσιμότητα των υδάτινων πόρων.

Αξίζει να σημειωθεί πως τα αναλυτικά στοιχεία της έρευνας, την οποία υπογράφουν οι Κωνσταντής Αλεξόπουλος, Ian C. Willis, Hamish D. Pritchard, Γιώργος Κύρος, Βασιλική Κοτρώνη και Κώστας Λαγουβάρδος, έχουν ήδη δημοσιευθεί στο έγκριτο διεθνές επιστημονικό περιοδικό The Cryosphere.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή