Εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που πουλούσε πλαστά φάρμακα και συμπληρώματα

Εξαπατούσε θύματα σε ολόκληρη την Ευρώπη διαφημίζοντας τα προϊόντα της ως νόμιμα φάρμακα που μπορούσαν να θεραπεύσουν σοβαρές ασθένειες

Εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που πουλούσε πλαστά φάρμακα και συμπληρώματα

Unsplash

Οι Αρχές από 15 χώρες συνεργάστηκαν στις 12 Μαΐου για την εξάρθρωση επικίνδυνης εγκληματικής οργάνωσης, η οποία φέρεται να εξαπατούσε θύματα σε ολόκληρη την Ευρώπη και πέραν αυτής μέσω της πώλησης ψεύτικων συμπληρωμάτων και φαρμάκων.

Η οργάνωση allegedly διαφήμιζε τα προϊόντα της ως νόμιμα φάρμακα που μπορούσαν να θεραπεύσουν σοβαρές ασθένειες. Από την παράνομη δράση της εκτιμάται ότι πραγματοποιήθηκαν ύποπτες συναλλαγές ύψους 240 εκατ. ευρώ.

Κατά τη συντονισμένη επιχείρηση συλλέχθηκαν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, συνελήφθησαν βασικά μέλη του κυκλώματος και κατασχέθηκαν μεγάλες ποσότητες συμπληρωμάτων. Η Eurojust και η Europol στήριξαν τις έρευνες από την πρώτη στιγμή, διασφαλίζοντας την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των 15 χωρών.

Από το 2019, η οργάνωση λειτουργούσε με επαγγελματική και αυστηρά ιεραρχική δομή. Είχε δημιουργήσει εταιρείες-βιτρίνες μέσω των οποίων προωθούσε συμπληρώματα που δεν διέθεταν άδεια κυκλοφορίας.

Το κύκλωμα διέθετε στην αγορά περισσότερα από 400 διαφορετικά προϊόντα συμπληρωμάτων, ενώ ένα δίκτυο εικονικών πωλητών δημιούργησε εκατοντάδες ιστοσελίδες και λογαριασμούς στα social media. Συχνά χρησιμοποιούσαν ονόματα και φωτογραφίες διάσημων προσώπων, αλλά και ψεύτικων γιατρών, προκειμένου να παραπλανούν θύματα από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μόνο.

Σύμφωνα με τις Αρχές, τα μέλη της οργάνωσης εκπαίδευαν συνεργάτες τους ώστε να δημιουργούν ψεύτικους λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να τους εμφανίζουν ως αξιόπιστους και να αποφεύγουν τον εντοπισμό από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.

Όταν τα θύματα συμπλήρωναν φόρμα σε κάποια από τις ιστοσελίδες, δεχόταν επικοινωνία από χειριστές τηλεφωνικών κέντρων της εγκληματικής οργάνωσης. Προσποιούμενοι γιατρούς ή ιατρικούς ειδικούς, οι δράστες ισχυρίζονταν ότι τα συμπληρώματα αποτελούσαν δήθεν αποτελεσματικές θεραπείες για ανίατες ή σοβαρές ασθένειες.

Στην πραγματικότητα, τα προϊόντα που διακινούσε το κύκλωμα δεν είχαν καμία επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό και περιείχαν σχεδόν τα ίδια συστατικά, παρότι διαφημίζονταν ως θεραπείες για διαφορετικές παθήσεις. Η παραπλάνηση των θυμάτων με τα ψεύτικα αυτά «φάρμακα» προκάλεσε σοβαρές συνέπειες, καθώς η έρευνα αποκάλυψε ότι αρκετοί ασθενείς διέκοψαν την κανονική αγωγή που τους είχε συνταγογραφήσει ο γιατρός τους.

Κάθε φορά που κάποιο προϊόν συγκέντρωνε πολλές καταγγελίες, η οργάνωση απλώς το μετονόμαζε και το επανακυκλοφορούσε στην αγορά. Οι Αρχές εκτιμούν ότι το κύκλωμα πραγματοποίησε συναλλαγές τουλάχιστον 240 εκατ. ευρώ.

Μετά τις καταγγελίες των θυμάτων, οι ρουμανικές Αρχές ξεκίνησαν έρευνα για τη δράση της οργάνωσης και αποκάλυψαν ένα εκτεταμένο διεθνές δίκτυο που επιχειρούσε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η υπόθεση έγινε ακόμη πιο περίπλοκη, καθώς το κύκλωμα χρησιμοποιούσε νόμιμες εταιρείες από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες για να καλύπτει τη δράση του.

Η διεθνής δικαστική συνεργασία κρίθηκε καθοριστική για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και καταθέσεων μαρτύρων, αλλά και για τις επιχειρήσεις εναντίον των μελών της οργάνωσης και των τηλεφωνικών της κέντρων.

Στον πυρήνα της διεθνούς συνεργασίας βρέθηκε κοινή ομάδα έρευνας, που συγκροτήθηκε υπό την αιγίδα της Eurojust και αποτελούνταν από Αρχές της Ρουμανίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Βουλγαρίας και της Μολδαβίας. Κατά τη διάρκεια δέκα συναντήσεων συντονισμού στα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας στη Χάγη, οι ερευνητές αντάλλαξαν πληροφορίες και χαρτογράφησαν τις διεθνείς διασυνδέσεις της εγκληματικής οργάνωσης.

Για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και καταθέσεων μαρτύρων οργανώθηκε κοινή ημέρα δράσης, με ταυτόχρονες επιχειρήσεις σε 15 χώρες. Την ημέρα της επιχείρησης, η Europol ενεργοποίησε Εικονικό Κέντρο Επιχειρήσεων (Virtual Command Post - VCP) και ανέπτυξε ειδικούς για την υποστήριξη των Αρχών στο πεδίο.

Η επιχείρηση, που συντονίστηκε από τη Eurojust στις 12 Μαΐου, περιλάμβανε έρευνες σε 113 τοποθεσίες σε Βουλγαρία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Μολδαβία. Παράλληλα, ζητήθηκαν στοιχεία από εταιρείες σε οκτώ χώρες, ενώ μέχρι στιγμής έχουν καταθέσει 23 μάρτυρες.

Στη Ρουμανία μπλοκαρίστηκαν 196 ιστοσελίδες που χρησιμοποιούνταν για την προώθηση και πώληση των συμπληρωμάτων. Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε Ουγγαρία και Ρουμανία κατασχέθηκαν μεγάλες ποσότητες σκευασμάτων, οι οποίες θα υποβληθούν σε εργαστηριακή ανάλυση. Στη Βουλγαρία εντοπίστηκε η κεντρική αποθήκη της οργάνωσης, όπου βρέθηκαν επίσης μεγάλες ποσότητες συμπληρωμάτων προς περαιτέρω εξέταση. Στην Πολωνία δεσμεύθηκαν περιουσιακά στοιχεία αξίας 1,8 εκατ. ευρώ.

Η κοινή ομάδα έρευνας κατάφερε να ταυτοποιήσει την πλειονότητα των υπόπτων και να συλλάβει βασικά μέλη της οργάνωσης σε Πολωνία, Ρουμανία και Μολδαβία. Οι έρευνες συνεχίζονται, ενώ αναμένεται να συγκεντρωθούν νέα στοιχεία και να εξεταστούν επιπλέον μάρτυρες και ύποπτοι.

Οι παράνομες πωλήσεις φαρμάκων δεν χρηματοδοτούν μόνο εγκληματικές οργανώσεις παγκοσμίως, αλλά εγκυμονούν και σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Οι Αρχές προειδοποιούν ότι η αγορά φαρμάκων από μη εγκεκριμένες πηγές αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο προμήθειας σκευασμάτων που δεν έχουν περάσει τους απαραίτητους ελέγχους ασφαλείας για την ευρωπαϊκή αγορά. Για τον λόγο αυτό, συνιστούν στους πολίτες να προμηθεύονται φάρμακα αποκλειστικά από αδειοδοτημένα διαδικτυακά φαρμακεία.

Ο European Medicines Agency, σε συνεργασία με τις εθνικές ρυθμιστικές Αρχές, έχει δημιουργήσει ειδικό λογότυπο για τα εγκεκριμένα ηλεκτρονικά καταστήματα πώλησης φαρμάκων.

Έγινε παράλληλη επιχείρηση σε Βουλγαρία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Μολδαβία.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή