O φονικός καύσωνας του '87: Περισσότεροι από 1.300 νεκροί που τοποθετούνταν ακόμα και σε τρένα
Ο καύσωνας του '87 εξελίχθηκε στον πιο θανατηφόρο που έχει ζήσει η Ελλάδα και άλλαξε ριζικά τον τρόπο που αντιμετωπίζει η χώρα τους κινδύνους από τις υψηλές θερμοκρασίες
Snapshot
- Ο καύσωνας του 1987 στην Ελλάδα προκάλεσε πάνω από 1.300 επίσημους θανάτους, με περισσότερους από 1.100 στην Αττική, και ορισμένες εκτιμήσεις ανεβάζουν τους νεκρούς έως και 4.000.
- Οι υψηλές θερμοκρασίες και το φωτοχημικό νέφος δημιούργησαν αποπνικτική ατμόσφαιρα που επιδείνωσε την υγεία των ευπαθών ομάδων, κυρίως ηλικιωμένων.
- Οι υποδομές υγείας κατέρρευσαν, με τα νοσοκομεία να γεμίζουν και τις σορούς να αποθηκεύονται ακόμη και σε τρένα λόγω έλλειψης χώρου.
- Η τραγωδία οδήγησε σε ριζική αλλαγή της πολιτικής προστασίας και της κοινωνικής αντίληψης, με την καθιέρωση κλιματιστικών ως αναγκαίων και τη δημιουργία οργανωμένων σχεδίων έκτακτης ανάγκης.
- Τα μέσα ενημέρωσης της εποχής απεικόνισαν την κρίση με δραματικούς τίτλους, ενώ υπήρξε έντονη πολιτική αντιπαράθεση για την ευθύνη της κυβέρνησης.
Ήταν 22 Ιουλίου του 1987 όταν καταγράφηκαν οι πρώτοι νεκροί του παρατεταμένου κύματος ζέστης που έπληξε τη χώρα και ιδιαίτερα την Αθήνα για 11 συνεχόμενες μέρες.
Ο καύσωνας του '87 εξελίχθηκε στον πιο θανατηφόρο που έχει ζήσει η Ελλάδα και άλλαξε ριζικά τον τρόπο που αντιμετωπίζει η χώρα τους κινδύνους από τις υψηλές θερμοκρασίες. Από τις 20 έως τις 31 Ιουλίου ο υδράργυρος άγγιζε σταθερά τους 44°C στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές, μετατρέποντας τα αστικά κέντρα σε απέραντες παγίδες θανάτου.
Για οχτώ συνεχείς ημέρες το θερμόμετρο δεν έπεφτε κάτω από τους 30 βαθμούς ούτε τη νύχτα, ενώ στις πόλεις τα πυρωμένα τσιμέντα και η άσφαλτος μετέτρεπαν την κάθε μέρα σε πιο ασφυκτική. Στην Ελευσίνα η θερμοκρασία έφθασε τους 45°C, στη Νέα Φιλαδέλφεια τους 44°C και η μέση τιμή ήταν σταθερά στους 43°C.
Εκατόμβη νεκρών
Την περίοδο εκείνη τα κλιματιστικά ήταν άγνωστη λέξη για τα ελληνικά νοικοκυριά, όμως η πυκνοκατοικημένη Αθήνα βίωνε μία δραματική κατάσταση λόγω του νέφους, της υγρασίας και της απουσίας χώρων πρασίνου.
Το διαβόητο «φωτοχημικό νέφος» της εποχής, σε συνδυασμό με την έντονη υγρασία και την παντελή έλλειψη ανέμων, δημιούργησε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα. Οι ευπαθείς ομάδες, και κυρίως οι ηλικιωμένοι που ζούσαν μόνοι τους στα τσιμεντένια διαμερίσματα του κέντρου, έμειναν εντελώς απροστάτευτοι. Μάλιστα, τα δελτία ειδήσεων εκείνης της περιόδου παρότρυναν όσους είχαν φύγει διακοπές και είχαν αφήσει πίσω κάποιο ηλικιωμένο άτομο, να επικοινωνήσουν με την αστυνομία για «σοβαρή οικογενειακή τους υπόθεση», που σήμαινε ότι κάποιος συγγενείς δεν είχε αντέξει τον καύσωνα.
Οι πρώτοι εννέα θάνατοι καταγράφηκαν στις 22 Ιουλίου. Μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα, ο αριθμός των θυμάτων άρχισε να αυξάνεται με δραματική άνοδο: 95 νεκροί στις 24 Ιουλίου, 250 την επομένη, μέχρι που τα θύματα ξεπέρασαν συνολικά τα 1.300, με περισσότερους από 1.100 θανάτους μόνο στην Αττική.
Ο μετεωρολόγος Δ. Ζιακόπουλος στο βιβλίο του «Καιρός: Ο Γιος της Γης και του Ήλιου», αναφέρει ότι οι νεκροί, συνολικά, έφτασαν τους 4.000, άσχετα αν πολλοί από τους θανάτους δεν συσχετίστηκαν με τον καύσωνα και δεν κατεγράφησαν στον επίσημο αριθμό. Η θερμοπληξία και θερμική εξάντληση οδήγησαν σε καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, ενώ το βαρύ φωτοχημικό νέφος της Αθήνας επιδέινωσε την κατάσταση προκαλώντας σε πολλούς οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια.
Οι νεκροί αποθηκεύονταν ακόμη και στα τρένα
Το νεοσύστατο τότε Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) και οι κρατικές υποδομές κατέρρευσαν υπό το βάρος της κρίσης. Τα νοσοκομεία γέμισαν ασφυκτικά από πολίτες που υπέφεραν από θερμοπληξία. Όμως, η πιο μακάβρια πτυχή της τραγωδίας εκτυλίχθηκε στα νεκροτομεία της πόλης, καθώς οι θάλαμοι ψύξης ξεπέρασαν κάθε όριο χωρητικότητας και οι αρχές επιστράτευσαν τα στρατιωτικά νοσοκομεία.
Οι σοροί έφτασαν να τοποθετούνται ακόμα και σε βαγόνια-ψυγεία του ΟΣΕ. Τα νεκροταφεία αδυνατούσαν να διαχειριστούν τον όγκο των ταφών, με αποτέλεσμα δεκάδες νεκροί να παραμένουν άταφοι για ημέρες.Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων εκείνων των ημερών αποτύπωναν ανάγλυφα τον τρόμο και την απόγνωση της κοινωνίας.
Οι τίτλοι έμοιαζαν με πολεμικά ανακοινωθέντα. Η εφημερίδα «Τα Νέα» κυκλοφόρησε με τον εμβληματικό τίτλο «Θεέ μου!», αποδίδοντας τη γενική αίσθηση ανημποριάς. Άλλα έντυπα της εποχής έκαναν λόγο για «Ατελείωτο θρήνο» και «Εκατόμβη από τον καύσωνα». Πέρα από την καταγραφή της τραγωδίας, τα δημοσιεύματα έγιναν γρήγορα πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Οι εφημερίδες που πρόσκεινταν στην αντιπολίτευση κατηγορούσαν την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για εγκληματική ολιγωρία και οργανωτική ανικανότητα, κάνοντας λόγο για «πασοκικό σύστημα θανάτου». Από την άλλη πλευρά, ο φιλοκυβερνητικός τύπος προσπαθούσε να υποβαθμίσει την κρατική ευθύνη, αποδίδοντας την καταστροφή αποκλειστικά στην πρωτοφανή μανία των φυσικών φαινομένων.
Η κληρονομιά της τραγωδίας
Ο καύσωνας του 1987 άλλαξε ριζικά την ελληνική κοινωνία και την κρατική αντίληψη για την πολιτική προστασία. Ήταν το γεγονός που έβαλε το κλιματιστικό σε κάθε ελληνικό σπίτι, μετατρέποντάς το από είδος πολυτελείας σε ανάγκη επιβίωσης.
Παράλληλα, ανάγκασε το κράτος να δημιουργήσει τα πρώτα οργανωμένα σχέδια έκτακτης ανάγκης, τη λήψη μέτρων προστασίας για τις ευπαθείς ομάδες και τη διάθεση κλιματιζόμενων αιθουσών στους δήμους κατά τους θερινούς μήνες.
Αν και οι θερμοκρασίες των 44°C επαναλήφθηκαν σε επόμενα έτη, η χώρα δεν βρέθηκε ποτέ ξανά τόσο απροετοίμαστη απέναντι στις δυνάμεις της φύσης.