ΗΠΑ – Ρωσία: Σήμερα λήγει η Συνθήκη START για τα πυρηνικά όπλα – Ποιοι είναι οι κίνδυνοι
Τι λένε αναλυτές για τη λήξη της Συνθήκης και γιατί δεν μπορεί να πάρει παράταση
Εκτόξευση πυραύλου από τον ρωσικό στρατό.
Οι δύο μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις του πλανήτη- ΗΠΑ και Ρωσία- μετά από περισσότερο από μισό αιώνα δεν δέχονται περιορισμούς στο πυρηνικό οπλοστάσιο τους. Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει στον πλανήτη το γεγονός ότι η Συνθήκη New START για τον έλεγχο και τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων λήγει σήμερα και δεν υπάρχει διάδοχη συμφωνία.
Σε μία εποχή που η αναταραχή επικρατεί στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα και οι κούρσα των εξοπλισμών βρίσκεται στο απόγειο της οι δύο χώρες που έχουν το 90% των πυρηνικών όπλων στον πλανήτη δέχονται ότι δεν θα έχουν κανέναν περιορισμό στις πυρηνικές κεφάλες που διαθέτουν και δεν θα λαμβάνουν μέτρα για να μειώσουν τον κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου.
Ως προς το ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση η Ρωσία «δείχνει» προς το μέρος της Ουάσινγκτον. Η Μόσχα έχει δηλώσει ότι πρότεινε μία de facto επέκταση της Συνθήκης για έναν χρόνο αλλά δεν λάβει απάντηση από τον Αμερικανό πρόεδρο. Από την πλευρά του ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να λήξει η Συνθήκη καθώς μπορεί να διαπραγματευτεί μελλοντικά μία καλύτερη.

Άσκηση του αμερικανικού στρατού στην Καλιφόρνια με πυρηνικά όπλα
ΑΡΤι είναι η Συνθήκη START
Μετά την Κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962 και το πόσο κοντά έφτασαν ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση σε έναν πυρηνικό πόλεμο έγινε αντιληπτό ότι χρειαζόταν μία γραμμή επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών αλλά και μία συνθήκη για να αποτραπεί το ενδεχόμενο μίας πυρηνικής σύγκρουσης.
Το 1972 ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον και ο τότε ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Λεονίντ Μπρέζνιεφ υπέγραψαν τη συμφωνία SALT. Αυτή ήταν η πρώτη προσπάθεια για να περιορίσουν το πυρηνικό οπλοστάσιο τους. Από τότε μέχρι σήμερα υπάρχει πάντα σε ισχύ κάποιου είδους συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών για τον περιορισμό και τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων.
Η Συνθήκη START υπογράφηκε από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα και τον Ρώσο ομόλογό του, Ντμίμτρι Μεντβέντεφ. Τέθηκε σε ισχύ στις 5 Φεβρουαρίου 2010 και όριζε μειώσεις στα πυρηνικά οπλοστάσια των δύο χωρών. Συγκεκριμένα την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου κάθε χώρα είχε 30.000 πυρηνικές κεφάλες.
Η Συνθήκη όριζε για κάθε χώρα τις πυρηνικές κεφαλές σε 1.550, τους εκτοξευτές σε 800 και τους διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους και τους βαλλιστικούς πυραύλους σε 700.
Καθιέρωσε επίσης λεπτομερείς μηχανισμούς διαφάνειας και επαλήθευσης προκειμένου οι δύο χώρες να ανταλλάσσουν δεδομένα και να διενεργούν επιτόπιες επιθεωρήσεις η μία στο πυρηνικό οπλοστάσιο της άλλης.
Μέχρι και πριν την πανδημία αμερικανικές και ρωσικές ομάδες επιθεώρησης έκαναν ελέγχους σε εγκαταστάσεις με πυρηνικά όπλα 18 φορές το χρόνο. Κάθε χρόνο αντάλλασσαν περισσότερες από 1.000 ενημερώσεις για να αναφέρουν κινήσεις και αλλαγές στην κατάσταση ανάπτυξης πυραύλων, βομβαρδιστικών αεροσκαφών και πολεμικών κεφαλών που περιορίζονταν από τη συνθήκη.

Ρώσοι στρατιώτες μεταφέρουν πύραυλο.
ΑΡΔεν μπορεί να δοθεί παράταση
Μετά το τέλος της πανδημίας η Ρωσία δεν δέχθηκε να ξαναρχίσουν οι επιθεωρήσεις από αμερικανικές ομάδες με επιχείρημα τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι δύο πλευρές σταμάτησαν να παρέχουν και τις ενημερώσεις. Ωστόσο συνέχισαν να δέχονται τον αριθμητικό περιορισμό που όριζε η Συνθήκη στις πυρηνικές κεφαλές.
Είχε την επιλογή για μία 5ετή παράταση η οποία συμφωνήθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή το 2021 και προέκυψε η New START. Σύμφωνα με την Λιν Ρουστέν, η οποία ήταν στην ομάδα των Αμερικανών που διαπραγματεύθηκε τη START και έχει εργαστεί σε υψηλόβαθμες θέσεις στον Λευκό Οίκο και το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, η συνθήκη δεν μπορεί να επεκταθεί πέραν του μάξιμουμ των 15 ετών.
Ωστόσο ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει προτείνει να τηρηθούν προφορικά τα όρια περιορισμού των πυρηνικών όπλων για ακόμη ένα έτος μέχρι να ξεκινήσουν νέες διαπραγματεύσεις.
«Aυτό είναι που κάνει αυτή τη στιγμή τόσο ανησυχητική: η εποχή της αμοιβαίας πυρηνικής αυτοσυγκράτησης πλησιάζει στο τέλος της και καμία από τις δύο πλευρές δεν δείχνει καμία επείγουσα ανάγκη να επανέλθει σε αυτό το θέμα αμοιβαίου υπαρξιακού ενδιαφέροντος. Και οι δύο πλευρές είναι τώρα έτοιμες, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, να ενισχύσουν τα στρατηγικά πυρηνικά τους οπλοστάσια αντί να τα μειώσουν από κοινού», ανέφερε σε πρόσφατο άρθρο της η Λιν Ρουστέν.
Οι κίνδυνοι για τον πλανήτη
Οι φόβοι που εκφράζονται ανοιχτά είναι να ξεκινήσει μία νέα κούρσα εξοπλισμών και κυρίως να ενισχυθούν τα πυρηνικά οπλοστάσια όχι μόνο σε ΗΠΑ και Ρωσία αλλά κυρίως στη Κίνα, το Πακιστάν και σε άλλες χώρες.
«Χωρίς τα όρια της New START, ο στρατηγικός σχεδιασμός και από τις δύο πλευρές είναι πιο πιθανό να καθοδηγείται από την αβεβαιότητα και τις εκτιμήσεις για τα χειρότερα σενάρια. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο μίας νέας κούρσας εξοπλισμών, ειδικά αν κάποια από τις δύο πλευρές αρχίσει να τοποθετεί επιπλέον κεφαλές σε υπάρχοντες πυραύλους ή να επεκτείνει τα συστήματα εκτόξευσης. Ακόμα και αν δεν πραγματοποιηθούν αμέσως μεγάλης κλίμακας ενισχύσεις σε οπλοστάσια, η απουσία ορίων και διαφάνειας θα είναι πιο δύσκολο να ‘διαβάσει’ κανείς τις προθέσεις και να διαχειριστεί τις κρίσεις», σημείωσε η συνεργάτιδα της «δεξαμενής σκέψης Chatham House, Τζόρτζια Κόουλ.

Εκτόξευση πυραύλου από τις ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις
ΑΡΗ Κίνα που επιδιώκει να αναδειχθεί σε νέα υπερδύναμη του πλανήτη εκτιμάται ότι θέλει να αυξήσει το πυρηνικό οπλοστάσιο της. Το Πεκίνο επιμένει ότι δεν θα συμμετάσχει σε επίσημες διαπραγματεύσεις για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων επειδή διαθέτει πολύ μικρότερο οπλοστάσιο από τις ΗΠΑ και τη Ρωσίας. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι η Κίνα διαθέτει 600 πυρηνικές κεφαλές, ενώ ΗΠΑ και Ρωσία κατέχουν από 5.000 πυρηνικές κεφαλές η κάθε μία.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τα σχέδια του Τραμπ για τον «Χρυσό Θόλο» (Golden Dome), δηλαδή την νέα αντιπυραυλική «ασπίδα» που θέλουν να αποκτήσουν οι ΗΠΑ και θα προστατεύει και από επίθεση με πυρηνικά όπλα. Η Μόσχα εδώ και καιρό υποστηρίζει ότι ο «Χρυσός Θόλος» ανοίγει την πόρτα και στην Ρωσία να ενισχύσει τις άμυνες και το οπλοστάσιο της.
«Η Συνθήκη New START δεν ήταν ποτέ μια ολοκληρωμένη λύση για τη στρατηγική αντιπαλότητα μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, και ορισμένα τμήματα του πλαισίου της αντανακλούν μια προηγούμενη φάση πυρηνικού ανταγωνισμού. Ωστόσο, έχει αποτελέσει τη βάση για την προβλεψιμότητα σε μια σχέση που επιδεινώνεται. Η λήξη της θα καταργούσε αυτή τη βάση», τόνισε η Τζόρτζια Κόουλ.
Και πρόσθεσε: «Στο υπάρχον γεωπολιτικό κλίμα, το περιθώριο για λάθη είναι ήδη μικρό. Η διατήρηση κάποιας μορφής αμοιβαίας αυτοσυγκράτησης – όσο περιορισμένη και αν είναι – παραμένει προτιμότερη από το να διακινδυνεύσουμε την επικίνδυνη αστάθεια ενός ανεξέλεγκτου πυρηνικού ανταγωνισμού».
Διαβάστε επίσης