Μία δυνατή ιστορία αγάπης: Κούρδος ποιητής ερωτεύτηκε τη γυναίκα που του συμπαραστάθηκε στη φυλακή
Η ερωτική ιστορία ενός Κούρδου ποιητή ο οποίος φυλακίστηκε επί 30 χρόνια αλλά κατάφερε να βρει την σύντροφο της ζωής του μέσα στη φυλακή
Ο Ιλχάν Σάμι Τσομάκ και η σύντροφός του Ιπέκ Οζέλ
Snapshot
- Ο Κούρδος ποιητής Ιλχάν Σάμι Τσομάκ φυλακίστηκε επί 30 χρόνια με κατηγορίες που αρνείται και βρήκε την σύντροφό του στη γυναίκα που του προσέφερε νομική βοήθεια στη φυλακή.
- Η σχέση τους ξεκίνησε μέσα από αλληλογραφία και συναντήσεις στη φυλακή, παρά τις κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές τους.
- Ο Τσομάκ αφιερώθηκε στην ποίηση κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, εκδίδοντας 11 τόμους ποιημάτων, ένα θεατρικό έργο και μια αυτοβιογραφία.
- Η Ιπέκ Οζέλ ήταν καθοριστική στην προώθηση της φήμης του Τσομάκ και την προσπάθεια απελευθέρωσής του μέσω διεθνών οργανώσεων.
- Μετά την αποφυλάκισή του το 2024, το ζευγάρι ζει στην Κωνσταντινούπολη και ασχολείται με πολιτιστικές δραστηριότητες και ταξίδια στην Ευρώπη.
Μία ιστορία αγάπης που χρειάστηκε να ξεπεράσει πολλά εμπόδια, όπως την τουρκική δικαιοσύνη, τη φυλακή και την συντηρητική παράδοση της Τουρκίας, παρουσιάζουν οι New York Times.
Ο Κούρδος ποιητής Ιλχάν Σάμι Τσομάκ επέλεξε για σύντροφο ζωής την γυναίκα που του συμπαραστάθηκε νομικά στη φυλακή. Όταν το 2019 της αποκάλυψε τα αισθήματα του μέσα από την φυλακή, όπου εξέτιε ποινή ισοβίων, η Ιπέκ Οζέλ δεν τον πήρε στα σοβαρά. «Πώς θα μπορούσα; Ήμουν η μοναδική γυναίκα που έβλεπε μετά από δεκαετίες», είπε.
Η ιστορία της αγάπης τους εξέπληξε τους φίλους και της οικογένειές τους αφού προέρχονται από πολύ διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Ο Ιλχάν Σάμι Τσομάκ γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό στο Μπινγκόλ, στην ανατολική Τουρκία, από μια οικογένεια απλών αγροτών που ήταν Αλεβίτες, δηλαδή ανήκαν σε μία μουσουλμανική αίρεση.
Δεν συνειδητοποιούσε ότι οι πεποιθήσεις της οικογένειάς του ή η κουρδική καταγωγή τους τον έκαναν μέλος μιας μειονότητας. Δεν συνειδητοποιούσε καν ότι ζούσε σε μια τουρκόφωνη χώρα μέχρι το δημοτικό σχολείο. «Τα τουρκικά» — η γλώσσα που αργότερα θα του πρόσφερε παρηγοριά στη φυλακή — «μου τα έβαλαν στο κεφάλι οι δάσκαλοι», είπε.
Οι γονείς του τον ενθάρρυναν να σπουδάσει και, το 1992, μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη για να πάει στο πανεπιστήμιο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η εξέγερση που διεξήγαγε το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK) βρισκόταν στο αποκορύφωμά της και οι Κούρδοι φοιτητές συλλαμβάνονταν μαζικά.
Η σύλληψη και οι κατηγορίες
Η αστυνομία της Κωνσταντινούπολης συνέλαβε τον Τσομάκ το 1994, κατηγορώντας τον για την πρόκληση δασικών πυρκαγιών και για συμμετοχή στο παράνομο PKK, το οποίο έχει χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από την Τουρκία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι βασανίστηκε για 19 ημέρες, αναγκάστηκε να υπογράψει την ομολογία του και καταδικάστηκε σε θάνατο.
Ο 53χρονος Τσομάκ, αρνείται έως σήμερα όλες τις κατηγορίες. «Τρεις πυρκαγιές σε διαφορετικές, απομακρυσμένες τοποθεσίες σε μία μέρα. Πρέπει να είμαι ο Σούπερμαν», ανέφερε.
Στη φυλακή, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να περάσει την ώρα του, και σύντομα συνειδητοποίησε ότι πολλοί από τους συγκρατούμενούς του διάβαζαν. Ξεκίνησε και εκείνος να διαβάζει και δεν άφηνε το βιβλίο από τα χέρια του. Διάβασε από τον Μαρξ μέχρι τον Μαγιακόφσκι και από τον Μπωντλαίρ μέχρι τον Μπόρχες.

Ο Ιλχάν Σάμι Τσομάκ
New York Times«Όταν έγινε σαφές ότι δεν θα έβγαινα από τη φυλακή σύντομα, άρχισα να ψάχνω για κάτι που θα μπορούσε να δώσει νόημα στη ζωή μου εκεί μέσα, και στράφηκα στην ποίηση», είπε.
Δεν ήταν εύκολο, όμως, να βρει τη δική του φωνή. «Πολλά ποιήματα βασίζονται στη μνήμη και εγώ είχα κυρίως αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία. Ήμουν πολύ μικρός. Δεν είχα πολλές εμπειρίες», είπε
Αναθάρρησε όταν ανακάλυψε ότι ακόμη και μέσα στη φυλακή ήταν περιτριγυρισμένος από ατελείωτα θέματα για να του δώσουν έμπνευση να γράψει. «Οτιδήποτε γινόταν αφορμή για ένα ποίημα: Μουσική, μια ταινία, ένα όμορφο μυθιστόρημα, μια φωτογραφία της Catherine Deneuve».
Άρχισε να γράφει ποιήματα στα τουρκικά και όταν η Τουρκία κατάργησε τη θανατική ποινή το 2004, η ποινή του Τσομάκ μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Οι δικηγόροι του έφεραν την υπόθεσή του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο έκρινε το 2007 ότι δεν είχε δικαστεί δίκαια — και ζήτησε τη διεξαγωγή νέας δίκης.
Η γνωριμία
Η Μάργκαρετ Όουεν μια Βρετανίδα δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχει γίνει φίλη του ζευγαριού, θυμάται ότι την εντυπωσίασε το θέμα και ο τόνος των ποιημάτων ενός άνδρα που είχε κάθε λόγο να νιώθει μνησικακία. «Κανένα ποίημα δεν είναι πολιτικό ή γεμάτο οργή», είπε η Μάργκαρετ Όουεν.
Όταν ο Σάμι Τσομάκ εξέδωσε ένα βιβλίο με ποιήματα του έστειλε ένα αντίτυπο στην Οζέλ, αν και δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Η Οζέλ είχε μόλις αρχίσει να επισκέπτεται τη φυλακή της Σμύρνης όπου κρατούνταν ο Τσομάκ. Αν και δεν είχε νομική κατάρτιση, ταξίδευε από την Κωνσταντινούπολη μία φορά το μήνα για να προσφέρει νομική βοήθεια φυλακισμένους. Ουσιαστικά χειριζόταν τους νομικούς φακέλους και βοηθούσε την οργάνωση της υπόθεσης για τρεις Κούρδους φοιτητές που εξέτιαν ποινή μαζί με τον Τσομάκ, αν και δεν μπορούσε να τους εκπροσωπήσει στο δικαστήριο.
«Μιλούσαν για εκείνη με τόσο θετικά συναισθήματα», είπε ο κ. Τσομάκ για τους φοιητές. Αφού η Οζέλ πήρε το αντίτυπο εντυπωσιάστηκε από την τρυφερότητα των ποιημάτων και έστειλε μια ευχαριστήρια επιστολή. Έτσι ξεκίνησαν να αλληλογραφούν. «Γράφαμε για τα πάντα. Φλέρταρε πιο πολύ από εμένα», είπε η Οζέλ.
Μερικές από τις επιστολές του — μήκους 20 και 30 σελίδων — συνοδεύονταν από φτερά που έπεφταν από τα κατοικίδια πουλιά που κρατούσε στο κελί του. «Είπε ότι θα μου έφτιαχνε φτερά αγγέλου με αυτά», είπε η Οζέλ.
Η Οζέλ ήταν αφοσιωμένη στο εθελοντικό της έργο με τους κρατούμενους και ασχολούνταν από καιρό με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο είχε μία έντονη επαγγελματική και κοινωνική ζωή στην Κωνσταντινούπολη. Ως κόρη μηχανικών με κοσμική ανατροφή φοίτησε στο πανεπιστήμιο στο Λονδίνο, εργάστηκε στη διαφήμιση, χόρευε τανγκό και ταξίδευε σε όλο τον κόσμο.
Η πρώτη φορά που το ζευγάρι συναντήθηκε από κοντά ήταν το 2016 σε ένα δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης, όπου διεξαγόταν η ακροαματική διαδικασία για την επανεκδίκαση της υπόθεσής του Τσομάκ.
Την ώρα που οι φρουροί τον συνόδευαν στο δικαστήριο, ο Τσομάκ της έστειλε ένα φιλί στον αέρα. Στην επόμενη επιστολή της η Οζέλ του έγραψε: «Δεν ήξερα αν ήταν για μένα, αλλά το δέχτηκα». «Χαίρομαι που δεν χάθηκε», της απάντησε εκείνος.
Το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η πρώτη δίκη του ήταν άδικη και γι' αυτό μεταφέρθηκε στις φυλακές υψίστης ασφαλείας της Σηλυβρίας, έξω από την Κωνσταντινούπολη. Ρώτησε την Οζέλ αν θα αναλάμβανε να τον βοηθήσει με τον νομικό φάκελο του όπως έκανε και με τους τρεις Κούρδους φοιτητές και εκείνη δέχτηκε. Έτσι μπορούσαν να μιλούν μέσα από ένα τζάμι για 45 λεπτά κάθε εβδομάδα στη φυλακή. «Ξυπνούσα στις 5 για να είμαι σίγουρη ότι θα είχα φτάσει εκεί μέχρι τις 9:30», είπε η Οζέλ.
«Του είπα ότι δεν ήθελα να γίνει ένας ακόμη φυλακισμένος Κούρδος ποιητής. Ήθελα να γίνει ένας αναγνωρισμένος ποιητής. Τα ποιήματά του είναι τόσο όμορφα, τόσο αθώα. Δεν είναι ποιήματα τρομοκράτη», ανέφερε η Οζέλ.

Ο Ιλχάν Σάμι Τσομάκ και η σύντροφός του Ιπέκ Οζέλ
New York TimesΗ απελευθέρωση
Ο Οζέλ έπεισε την οργάνωση PEN στη Νορβηγία, η οποία ασχολείται με την ελευθερία της έκφρασης και βοηθάει συγγραφείς ανά τον κόσμο, να ξεκινήσει μια εκστρατεία για την απελευθέρωση του Τσομάκ. Ογδόντα οκτώ ποιητές από όλο τον κόσμο του έστειλαν από ένα ποίημα. Ο κ. Τσομάκ απάντησε σε κάθε ένα ποιητή με ένα δικό του ποίημα.
Παρά την εκστρατεία ο Τσομάκ δεν αφέθηκε ελεύθερος. Αφού εξέτισε 30 χρόνια της ποινής του ζήτησε αναστολή. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος τον Νοέμβριο του 2024, αφού δημοσίευσε 11 τόμους ποίησης, ένα θεατρικό έργο και μια αυτοβιογραφία από το κελί του.
Ένα από τα πρώτα μαθήματα που πήρε ο Τσομάκ στη φυλακή ήταν να μην έχει προσδοκίες. «Έτσι δεν υπάρχει απογοήτευση», είπε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ονειρευόταν, μέσα από την ποίησή του, την ελευθερία που τελικά βρήκε.
Ποτέ δεν αμφέβαλε ότι είχε ερωτευτεί την Οζέλ — και όποιος διάβασε το ποίημα που έγραψε για εκείνη με τίτλο «Ήρθα σε εσένα, ζωή», πιθανότατα το καταλάβαινε. Ωστόσο όταν αποφυλακίστηκε δεν ήθελε να πληγώσει τους γονείς του, οι οποίοι περίμεναν να μείνει κοντά τους και να τους χαρίσει εγγόνια.
Για την Οζέλ, η προοπτική να χάσει τον Τσομάκ από τη ζωή της την στενοχωρούσε, αλλά είχε τις δικές της ανάγκες και προσδοκίες. «Άλλο πράγμα είναι να είσαι νομική συμπαραστάτρια και άλλο να είσαι η κοπέλα του. Οι κουρδικές οικογένειες είναι πολύ δεμένες και παραδοσιακές, ενώ εγώ δεν είμαι», είπε.
Χρειάστηκε ένας μήνας και πολλές καθημερινές τηλεφωνικές κλήσεις μετά την αγκαλιά τους μπροστά από τις πύλες της φυλακής για να ξαναϊδωθούν. Όταν ο Τσομάκ έμαθε ότι εκείνη θα ταξίδευε αεροπορικώς για έναν γάμο στην Αδάνα της Τουρκίας, ζήτησε από τον ξάδελφό του να του αγοράσει ένα εισιτήριο - ο ίδιος δεν γνώριζε πώς να το κάνει- για την ίδια πτήση.
«Είχα αποφασίσει ότι ήθελα να ζήσω τη δική μου ζωή, και αυτό σήμαινε μαζί της», είπε ο Τσομάκ. Μετά από αυτή τη ρομαντική έκπληξη στην πτήση, έγιναν ζευγάρι και τώρα ζουν σε ένα διαμέρισμα στην Κωνσταντινούπολη.
Πλέον είναι απασχολημένοι με ταξίδια σε όλη την Ευρώπη, με την Οζέλ να οργανώνει εκδηλώσεις ανάγνωσης ποίησης. «Ο Ιλχάν είναι ο καλύτερος ποιητής της γενιάς μας», είπε ο Μπουρχάν Σόνμεζ, πρόεδρος της οργάνωσης PEN και Κούρδος μυθιστοριογράφος. Αυτή η φήμη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις προσπάθειες της Οζέλ. «Αν δεν ήταν η Ιπέκ, κανείς δεν θα είχε ακούσει για αυτόν», πρόσθεσε ο Σόνμεζ.
Με τόσο διαφορετικό υπόβαθρο, η σχέση τους αποτέλεσε μια διαδικασία αμοιβαίας μάθησης. «Η υπέροχη μποέμ ζωή μου έληξε όταν γνώρισα τους φυλακισμένους φοιτητές και, μέσω αυτών, τον Ιλχάν», είπε η Οζέλ, της οποίας η μάχη με τον καρκίνο αποτέλεσε μια ακόμη δοκιμασία για το ζευγάρι.
Ωστόσο, η νέα ζωή της έχει δώσει πλούσιες ανταμοιβές. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, η Οζέλ δημοσίευσε μια φωτογραφία του ζευγαριού στο Βερολίνο. «Πέρασα ίσως ένα από τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου», έγραψε.