Ανάλυση CNN: Δύο χρόνια πολέμου στο Ιράν, και σχεδόν όλοι έχουν βγει χαμένοι
Δύο μήνες μετά την αρχή του πολέμου στο Ιράν, οι εχθροπραξίες έχουν ανασταλεί, αλλά το οριστικό τέλος του πολέμου δεν φαίνεται να είναι κοντά
Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο κατά του Ιράν, υποσχέθηκε μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη. Μόλις δέκα ημέρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν «ήδη κερδίσει τον πόλεμο από πολλές απόψεις».
Δύο μήνες μετά, οι εχθροπραξίες έχουν ανασταλεί, αλλά το οριστικό τέλος του πολέμου δεν φαίνεται να είναι κοντά. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να μην έχει σαφή στρατηγικά οφέλη, ενώ μια σύγκρουση που κάποτε χαρακτηριζόταν ως περιορισμένη, έχει πλέον παρασύρει μεγάλο μέρος του κόσμου – με ελάχιστους, αν όχι κανέναν, να βγαίνουν νικητές.
«Δεν υπάρχουν πραγματικοί νικητές από αυτόν τον πόλεμο, αλλά υπάρχουν ορισμένες χώρες που βρίσκονται σε σχετικά καλύτερη θέση από άλλες για να διαχειριστούν τις επιπτώσεις του», δήλωσε στο CNN η Μελάνι Σίσον, ανώτερη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Μπρούκινγκς.
Οι χαμένοι
- Ο ιρανικός λαός
Σε κάθε σύγκρουση, οπουδήποτε στον κόσμο, πάντα οι απλοί άνθρωποι είναι αυτοί που χάνουν τα περισσότερα – και αυτό ισχύει ιδιαίτερα στο Ιράν.
Ο ιρανικός λαός έγινε στόχος τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών πληγμάτων. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν χτυπήσει χιλιάδες στόχους στο Ιράν – συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων σε υποδομές πολιτών – σκοτώνοντας περισσότερους από 3.600 ανθρώπους, εκ των οποίων περισσότεροι από 1.700 πολίτες, σύμφωνα με ομάδα υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Ιράν. Ο Τραμπ έχει φτάσει σε σημείο να απειλήσει ότι θα καταστρέψει «ολόκληρο τον πολιτισμό» του Ιράν αν οι ηγέτες της χώρας δεν υποκύψουν στις απαιτήσεις του.
Την ίδια ώρα, το ιρανικό καθεστώς έχει εντείνει τη βίαιη καταστολή της αντίστασης. Η νέα ηγεσία του καθεστώτος, υπό τον ανώτατο ηγέτη Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, φαίνεται να είναι ακόμη πιο σκληρή από την προηγούμενη, πρόθυμη να στείλει ένα μήνυμα σε όποιον τολμήσει να την αμφισβητήσει.
Σύμφωνα με οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, περισσότεροι από 600 άνθρωποι έχουν εκτελεστεί από την κυβέρνηση από την αρχή του έτους, αφού χιλιάδες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στα τέλη Δεκεμβρίου και τον Ιανουάριο. Επίσης, οι Ιρανοί βρίσκονται υπό κυβερνητικό μπλακ άουτ στο διαδίκτυο για περισσότερο από οκτώ εβδομάδες.
Η ιρανική οικονομία έχει επίσης υποστεί ένα βαρύ πλήγμα, με αποτέλεσμα να χαθούν θέσεις εργασίας και να αυξηθεί η φτώχεια.
- Ο λαός του Λιβάνου
Ο λαός του Λιβάνου εμπλέκεται εδώ και δεκαετίες στη σύγκρουση μεταξύ της Χεζμπολάχ, της υποστηριζόμενης από το Ιράν παραστρατιωτικής ομάδας, και του Ισραήλ. Μέχρι τον Φεβρουάριο είχε τεθεί σε ισχύ μια εύθραυστη εκεχειρία. Ωστόσο όταν το Ισραήλ σκότωσε τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, η Χεζμπολάχ ξεκίνησε εκ νέου τις επιθέσεις ενάντια του Ισραήλ.
Το Ισραήλ αντέδρασε εξαπολύοντας μια σειρά θανατηφόρων αεροπορικών επιθέσεων και μια χερσαία εισβολή με στόχο την καταστροφή της Χεζμπολάχ. Περισσότεροι από 2.500 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί από τις ισραηλινές επιθέσεις στο Λίβανο από τις 2 Μαρτίου, ανέφερε το υπουργείο Υγείας του Λιβάνου την Τρίτη.

- Οι χώρες του Κόλπου
Οι χώρες του Κόλπου έχουν επηρεαστεί βαθιά από έναν πόλεμο που δεν ήθελαν και προσπάθησαν σκληρά να αποτρέψουν. Παρά την εγγύτητά τους σε πολλές από τις πιο καταστροφικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών, απολάμβαναν δεκαετίες σταθερότητας και ευημερίας – έως ότου το Ιράν άρχισε να τους επιτίθεται, ως αντίποινα στις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν πληγεί περισσότερο από όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ, καθώς έχουν δεχθεί πολλαπλές επιθέσεις με ιρανικούς πυραύλους και drones. Αν και η συντριπτική πλειοψηφία τους αναχαιτίστηκε, η ζημιά έχει ήδη γίνει, απειλώντας το καθεστώς των ΗΑΕ ως περιφερειακού επιχειρηματικού και τουριστικού κόμβου.
Εν τω μεταξύ, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν είχε καταστροφικές επιπτώσεις στο Ιράκ, το Κατάρ και το Κουβέιτ, τα οποία βασίζονται στην θαλάσσια αυτή οδό για να πωλούν πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άλλες εξαγωγές τους.
- Ο αμερικανικός λαός
Ο πόλεμος έχει επιβαρύνει και τους Αμερικανούς πολίτες, οι οποίοι πληρώνουν ήδη περισσότερα για βενζίνη, αεροπορικά εισιτήρια, και για ορισμένες υπηρεσίες, καθώς όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αρχίζουν να προσθέτουν επιπλέον χρεώσεις καυσίμων στις τιμές τους. Ο ετήσιος πληθωρισμός αυξήθηκε στο 3,3% τον Μάρτιο, από 2,4% τον Φεβρουάριο. Το κλίμα καταναλωτικής εμπιστοσύνης καταρρέει.
«Δεν υπάρχει ευγενικός τρόπος να το πούμε: η κατάσταση για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή τη στιγμή δεν είναι καλή», δήλωσε η Σίσον. «Η αμερικανική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο για την μεταφορά ανθρώπων και αγαθών και δεν επενδύει αρκετά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας».
- Η παγκόσμια οικονομία και οι καταναλωτές παντού
Οι καταναλωτές σε όλο τον κόσμο έχουν ήδη αρχίσει να πιέζονται από τις επιπτώσεις του πολέμου.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη στην Ασία, όπου πολλές χώρες εξαρτώνται από τις εισαγωγές πετρελαίου και άλλων πετροχημικών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή. Στην Λατινική Αμερική, οι κάτοικοι αγωνίζονται να αντεπεξέλθουν στις αυξημένες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων. Η κρίση επιβαρύνει τις ήδη προβληματικές οικονομίες και σε ολόκληρη την Αφρική. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί για έναν «μεγάλο σοκ».
Πριν από τον πόλεμο, ο παγκόσμιος πληθωρισμός αναμενόταν να επιβραδυνθεί στο 3,8% φέτος από 4,1% πέρυσι, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τώρα αναμένει ότι οι τιμές θα αυξηθούν κατά 4,4%.
Το ΔΝΤ μείωσε επίσης την πρόβλεψη για την οικονομική ανάπτυξη στο 3,1%, σε σύγκριση με το 3,3% που είχε προβλέψει τον Ιανουάριο.
Το Ταμείο προειδοποίησε ότι οι φτωχότερες χώρες θα πληγούν περισσότερο, εν μέρει λόγω της ραγδαίας αύξησης των τιμών των λιπασμάτων. Οι άνθρωποι σε αυτές τις χώρες εξαρτώνται περισσότερο από τη γεωργία και δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό των συνολικών τους εισοδημάτων σε τρόφιμα.
Πολύ νωρίς για συμπεράσματα
- Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ
Ο Τραμπ έβαλε ένα τεράστιο στοίχημα, το οποίο δεν έχει αποδώσει μέχρι στιγμής. Υποσχέθηκε έναν σύντομο πόλεμο με στόχο την εξάλειψη των πυρηνικών και πυραυλικών απειλών του Ιράν – και ενδεχομένως ακόμη και την ανατροπή του ίδιου του καθεστώτος. Ωστόσο, αυτοί οι στόχοι δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί και το τέλος της σύγκρουσης παραμένει αβέβαιο.
Στις ΗΠΑ, ο πόλεμος δεν ήταν δημοφιλής από την αρχή. Όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο χειρότερα γίνονται τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων για τον Τραμπ. Σύμφωνα με μια συγκεντρωτική δημοσκόπηση του CNN, το ποσοστό αποδοχής του Τραμπ έχει πέσει στο 37% τις τελευταίες τρεις εβδομάδες έως τη Δευτέρα.
«Πολιτικά, οι τιμές της βενζίνης είναι ήδη υψηλές και επιδεινώνονται, κάτι που δεν βοηθά την κυβέρνηση Τραμπ. Διπλωματικά, ο Τραμπ φαίνεται αδύναμος. Φαίνεται τώρα να καταλαβαίνει ότι η επανάληψη των εχθροπραξιών θα κοστίσει πολύ στις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν είναι πολύ πιθανό να αποφέρει τα αποτελέσματα που επιθυμεί – στο πυρηνικό ζήτημα, στα Στενά, στην αλλαγή καθεστώτος», πρόσθεσε η Σίσον.
Ωστόσο, ο Τραμπ μπορεί ακόμα να βγει νικητής – αν το Ιράν αναγκαστεί να συμφωνήσει με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ. Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται πιθανό.

- Το Ισραήλ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου
Μόλις πριν από λίγα χρόνια, η ιδέα μιας άμεσης αντιπαράθεσης μεταξύ Ιράν και Ισραήλ θα ήταν αδιανόητη – κυρίως επειδή το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, και ειδικά οι ΗΠΑ, προσπαθούσαν ενεργά να την αποτρέψουν.
Ωστόσο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου κατάφερε να πείσει τον Τραμπ ότι μια κοινή αμερικανο-ισραηλινή επίθεση κατά του Ιράν ήταν ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί το καθεστώς και το πυρηνικό του πρόγραμμα. Αυτό ήταν μια στρατηγική νίκη για τον πρωθυπουργό, τουλάχιστον αρχικά. Την περασμένη εβδομάδα, ο Νετανιάχου επανέλαβε για άλλη μια φορά την υπόσχεσή του ότι θα «αλλάξει την εικόνα της Μέσης Ανατολής» και ότι «συνεργάζεται πλήρως» με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Το γεγονός ότι η στρατιωτική επιχείρηση κατέστρεψε μεγάλο μέρος της στρατιωτικής δύναμης του Ιράν μπορεί να δώσει στον Νετανιάχου την ώθηση που χρειάζεται ενόψει των εκλογών στο Ισραήλ.
Ταυτόχρονα, πολλές δημοσκοπήσεις έχουν δείξει ότι, ενώ οι περισσότεροι Εβραίοι Ισραηλινοί υποστηρίζουν τον πόλεμο με το Ιράν, δεν πιστεύουν ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κερδίζουν. Ο πόλεμος έχει επίσης βλάψει περαιτέρω τη θέση του Ισραήλ στις ΗΠΑ, η οποία ήδη πλήττεται λόγω της καταστροφικής σύγκρουσης στη Γάζα.
Υπάρχουν επίσης ανησυχίες για την ασφάλεια μεγάλου αριθμού ανθρώπων που ζουν στα βόρεια του Ισραήλ, όπου η απειλή από τους πυραύλους και τα drones της Χεζμπολάχ έχει αυξηθεί για άλλη μια φορά.

- Το ιρανικό καθεστώς
Το ιρανικό καθεστώς έχει πληγεί από τη σύγκρουση, με πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένου του μακροχρόνιου Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, να έχουν σκοτωθεί από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Ωστόσο, το καθεστώς παραμένει ισχυρό και οι νέοι του ηγέτες φαίνονται πιο ριζοσπαστικοί και ανοιχτοί στην αντιπαράθεση από τους προηγούμενους. Κυρίως, το καθεστώς έχει αποκτήσει νέα διπλωματική επιρροή δείχνοντας ότι μπορεί να προκαλέσει παγκόσμια καταστροφή κλείνοντας τα Στενά του Ορμούζ.
«Πήραν το ρίσκο και τώρα, ως αποτέλεσμα αυτής της μάλλον επικίνδυνης κίνησης, έχουν αποδείξει ότι έχουν de facto τον έλεγχο του στενού, και αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις για το μέλλον της περιοχής και της παγκόσμιας οικονομίας», δήλωσε η Μόνα Γιακουμπιάν, διευθύντρια του Προγράμματος Μέσης Ανατολής στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS).
- Ουκρανία
Βραχυπρόθεσμα, ο πόλεμος στο Ιράν είναι μια πολύ κακή είδηση για το Κίεβο. Σημαντικές παραδόσεις όπλων έχουν εκτραπεί, με τον Ουκρανό ηγέτη Βολοντίμιρ Ζελένσκι να δήλωσε στο CNN την περασμένη εβδομάδα ότι οι προμήθειες αντιβαλλιστικών πυραύλων έχουν επηρεαστεί αρνητικά λόγω της περιορισμένης παραγωγικής ικανότητας στις ΗΠΑ.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει επίσης αποσπάσει την προσοχή του κόσμου από την Ουκρανία, με την αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα υπό την ηγεσία του Αμερικανού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ να επικεντρώνεται πλέον στο Ιράν.
Ωστόσο, μπορεί να υπάρχει και μια θετική πλευρά. Μετά από περισσότερα από τέσσερα χρόνια πολέμου, η Ουκρανία έχει μετατραπεί σε υπερδύναμη στον τομέα των drones, κάτι που έχει γίνει αντιληπτό από τον πόλεμο στο Ιράν.
«Αυτός ο πόλεμος έχει δημιουργήσει κάποιες ενδιαφέρουσες ευκαιρίες για την Ουκρανία στον Κόλπο. Ο Ζελένσκι ταξίδεψε στον Κόλπο και τον υποδέχτηκαν με ανοιχτά χέρια… Αυτό θα μπορούσε να είναι η αρχή μιας σημαντικής σχέσης, λόγω του κοινού τους ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη τεχνολογίας κατά των drones», δήλωσε η Γιακουμπιάν.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι
Getty Images EuropeΝικητές … προς το παρόν
- Κίνα
Η Κίνα, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας στον κόσμο, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, ειδικοί υποστηρίζουν ότι το Πεκίνο ενδέχεται να βγει από αυτή τη σύγκρουση σε ισχυρότερη θέση.
Η Κίνα έχει αντέξει σχετικά καλά την πετρελαϊκή κρίση. Την τελευταία δεκαετία, έχει δημιουργήσει τεράστια αποθέματα πετρελαίου, έχει διαφοροποιήσει τις πηγές εισαγωγής της και έχει επιταχύνει τη μετάβαση στην ηλεκτρική ενέργεια, η οποία τροφοδοτείται από εγχώριες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου του άνθρακα και των ανανεώσιμων πηγών.
Αυτό βοηθά τη χώρα να αντέξει την πίεση των υψηλών τιμών του πετρελαίου. Θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ζήτηση για τα ηλιακά πάνελ και τις ανεμογεννήτριες της Κίνας στο μέλλον, καθώς αναμένεται να αυξηθεί η ζήτηση για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Υπάρχει επίσης μια διπλωματική πτυχή. Η Κίνα μπορεί επίσης να ωφεληθεί από τη ζημιά που έχει επιφέρει ο πόλεμος στη φήμη των ΗΠΑ, είπε η Γιακουμπιάν.
«Οι ΗΠΑ έχουν δεχτεί τεράστιο πλήγμα σε παγκόσμιο επίπεδο ως αποτέλεσμα αυτού του πολέμου. Είναι ένας μη δημοφιλής πόλεμος, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε όλο τον κόσμο… και η Κίνα κατάφερε να πάρει το πάνω χέρι σε αυτό το θέμα και να αναδειχθεί ως βασικός υποστηρικτής της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας και του διεθνούς δικαίου», είπε.
- Εταιρείες ορυκτών καυσίμων
Ενώ η ραγδαία άνοδος των τιμών του πετρελαίου κάνει τη ζωή πολύ πιο ακριβή για τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου αποκομίζουν κέρδη.
Οι Chevron, Shell, BP, ConocoPhillips, Exxon και TotalEnergies σημειώνουν όλες τεράστια κέρδη λόγω των υψηλών τιμών του πετρελαίου και των έντονων διακυμάνσεων σε αυτές τις τιμές. Σύμφωνα με μια νέα έκθεση της Oxfam, οι έξι εταιρείες προβλέπεται να αποκομίσουν κέρδη ύψους 94 δισεκατομμυρίων δολαρίων φέτος.
Ωστόσο, τα υψηλά κέρδη έχουν οδηγήσει σε εκκλήσεις για την επιβολή φόρων στα κέρδη αυτών των εταιριών σε πολλές χώρες. Η κρίση καθιστά επίσης τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πιο ελκυστικές και θα μπορούσε να επιταχύνει τη μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων.
- Ρωσία
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ρωσική οικονομία επωφελείται από τη σύγκρουση. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου και των λιπασμάτων συνεπάγονται με επιπλέον έσοδα για το Κρεμλίνο – ειδικά αφού οι ΗΠΑ χαλάρωσαν προσωρινά τις κυρώσεις για το ρωσικό αργό πετρέλαιο που βρισκόταν ήδη στη θάλασσα.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ανέφερε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι τα έσοδα της Ρωσίας από τον ενεργειακό τομέα σχεδόν διπλασιάστηκαν τον Μάρτιο, φτάνοντας τα 19 δισεκατομμύρια δολάρια, από 9,75 δισεκατομμύρια δολάρια τον Φεβρουάριο. Ωστόσο, οι συνεχιζόμενες επιθέσεις της Ουκρανίας εναντίον ρωσικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων – ειδικά λιμένων και διυλιστηρίων – έχουν περιορίσει την ποσότητα πετρελαίου που μπορεί να πουλήσει η Ρωσία.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν.
Vyacheslav Prokofyev/Sputnik, Kremlin Pool Photo μέσω AP- Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
Η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση έχει εντείνει την επιθυμία πολλών χωρών να μεταβούν στην καθαρή ενέργεια, κάτι που θα μπορούσε να αποβεί ευεργετικό για τον τομέα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα μια νέα στρατηγική για την προστασία του κοινού από τις «κρίσεις τιμών των ορυκτών καυσίμων» και την επιτάχυνση της επέκτασης της «εγχώριας καθαρής ενέργειας», εν μέρει ως απάντηση στην παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Υπάρχει όμως και ένα «αγκάθι»: Η κρίση στο Ιράν οδηγεί σε αύξηση των τιμών των υλικών που χρησιμοποιούνται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως το αλουμίνιο, και διαταράσσει βασικές αλυσίδες εφοδιασμού. Αυτό θα μπορούσε να καταστήσει την τεχνολογία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας πιο ακριβή.
- Κατασκευαστές drones και όπλων
Όπως συμβαίνει με κάθε σύγκρουση, οι κατασκευαστές όπλων αναμένεται να είναι αυτοί που θα βγουν περισσότερο κερδισμένοι. Το Ινστιτούτο Στοκχόλμης για την Ειρηνική Έρευνα (SIPRI) δημοσίευσε την Δευτέρα μια έκθεση που δείχνει ότι οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 2,9% πέρυσι, φτάνοντας τα 2,019 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025.
Ο Ζιάο Λιάνγκ, ερευνητής στο Πρόγραμμα Στρατιωτικών Δαπανών και Παραγωγής Όπλων του Ινστιτούτου, δήλωσε ότι η αύξηση αυτή οφείλεται στην αντίδραση των κρατών «σε ένα ακόμη έτος πολέμων, αβεβαιότητας και γεωπολιτικών αναταραχών με μεγάλης κλίμακας εκστρατείες εξοπλισμού».
Ωστόσο, ούτε ο αυτός ο τομέας μπορεί να θεωρηθεί σίγουρος νικητής μακροπρόθεσμα. Οι μετοχές ορισμένων από τις μεγαλύτερες αμυντικές εταιρείες παγκοσμίως έχουν δεχτεί πιέσεις τους τελευταίους μήνες, έπειτα από μια σταθερή ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια. Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτό οφείλεται εν μέρει στη μη δημοτικότητα του πολέμου με το Ιράν στις ΗΠΑ και στις προσδοκίες για μια μελλοντική αλλαγή πολιτικής, καθώς και στην αβεβαιότητα σχετικά με το αν ο αμυντικός προϋπολογισμός της κυβέρνησης Τραμπ θα εγκριθεί από το Κογκρέσο.