Κούβα: Επίθεση στις ΗΠΑ για την κριτική στις φιλελέυθερες μεταρρυθμίσεις
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ τις χαρακτήρισε «επιφανειακό προπέτασμα καπνού του κουβανικού καθεστώτος»
Οι ΗΠΑ δεν έχουν καμιά «πολιτική» ή «ηθική εξουσία» για να κρίνουν τις μεταρρυθμίσεις φιλελευθεροποίησης της οικονομίας που υιοθετήθηκαν αυτή την εβδομάδα στην Κούβα, έκρινε χθες Σάββατο η Αβάνα.
Την Πέμπτη, η νήσος υπό κομμουνιστική κυβέρνηση, υπό εντεινόμενη πίεση για μήνες από την Ουάσιγκτον, που έχει πολλαπλασιάσει τις κυρώσεις της σε βάρος του ιδεολογικού της εχθρού, υιοθέτησε πακέτο μέτρων χωρίς προηγούμενο προς την οικονομία της αγοράς.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ τις χαρακτήρισε «επιφανειακό προπέτασμα καπνού του κουβανικού καθεστώτος».
«Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ο δήμιος της συλλογικής τιμωρίας σε βάρος του κουβανικού λαού, δεν έχει καμιά πολιτική, νομική ούτε ηθική εξουσία να κρίνει τα μέτρα που αποφασίζουμε», αντέτεινε μέσω X ο κουβανός υπουργός Εξωτερικών Μπρούνο Ροδρίγκες.
«Δεν είναι δική της δουλειά να κρίνει τα μέτρα που υιοθετούμε για να αντιμετωπίσουμε, ασκώντας την κυριαρχία και την αυτοδιάθεσή μας, τις συνέπειες της ακραίας οικονομικής επίθεσης» της Ουάσιγκτον, επέμεινε.
Τα 176 μέτρα που ανακοίνωσε σήμαναν τις εκτενέστερες αλλαγές του οικονομικού μοντέλου της νήσου από την υιοθέτηση του κομμουνισμού πριν από σχεδόν 70 χρόνια.
Η ένταση στη σχέση ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κούβα --η οποία υφίσταται αμερικανικό εμπάργκο από το 1962-- οξύνθηκε περαιτέρω στην αρχή της χρονιάς, ιδίως αφού ο στρατός των ΗΠΑ ανέτρεψε τον μέχρι τότε πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο με αιματηρή στρατιωτική επιχείρηση στο Καράκας.
Έκτοτε η Ουάσιγκτον επέβαλε στη νήσο de facto πετρελαϊκό αποκλεισμό, ανακοίνωσε σειρά νέων κυρώσεων σε βάρος επιχειρήσεων και ηγετών της Κούβας και προχώρησε σε ποινική δίωξη σε βάρος του Ραούλ Κάστρο, 95 ετών, πρώην προέδρου και αδελφού του ιστορικού ηγέτη της κουβανικής επανάστασης Φιδέλ Κάστρο, για υπόθεση που ανάγεται στο 1996.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ διατείνεται ότι η νήσος της Καραϊβικής, κάπου 150 χιλιόμετρα από τη Φλόριντα, εγείρει «εξαιρετική απειλή» για την αμερικανική «εθνική ασφάλεια» κι έχει απειλήσει επανειλημμένα να «πάρει» τον έλεγχό της.