Η μεγάλη ρήξη: Πώς οι δασμοί Τραμπ και η απειλή για τη Γροιλανδία πυροδότησαν την «εξέγερση» της ΕΕ

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πραγματοποίησαν έκτακτη συνάντηση τον Ιανουάριο για να συζητήσουν τη διαχείριση μιας πιθανής ρήξης με την Αμερική μετά τις ενέργειες του προέδρου Τραμπ.Το παρασκήνιο μίας ταραγμένης σχέσης 

Η μεγάλη ρήξη: Πώς οι δασμοί Τραμπ και η απειλή για τη Γροιλανδία πυροδότησαν την «εξέγερση» της ΕΕ
AP
Snapshot
  • Οι ευρωπαίοι ηγέτες συγκεντρώθηκαν έκτακτα τον Ιανουάριο για να διαχειριστούν τη ρήξη με τις ΗΠΑ μετά τις απειλές Τραμπ για τη Γροιλανδία και τους δασμούς.
  • Η υπερβολική εξάρτηση της Ευρώπης από την Αμερική θεωρείται πλέον κίνδυνος για την ασφάλειά της, με τη Γαλλία να υποστηρίζει την ανάγκη αυτονομίας.
  • Η στρατηγική της «διπλωματίας της κολακείας» προς τον Τραμπ απέτυχε, αποδεικνύοντας τη μειωμένη επιρροή των ευρωπαίων συμμάχων στην Ουάσιγκτον.
  • Ευρωπαϊκές χώρες ξεκίνησαν σιωπηλά την αποαμερικανοποίηση, αφαιρώντας αμερικανική τεχνολογία και επενδύοντας σε ευρωπαϊκές λύσεις τεχνολογίας και άμυνας.
  • Η Ευρώπη αντιμετωπίζει το κρίσιμο δίλημμα αν θα συνεχίσει την εξάρτηση από τις ΗΠΑ ή θα οικοδομήσει τη δική της αυτόνομη ισχύ ενόψει της αβέβαιης μελλοντικής συμμαχίας.
Snapshot powered by AI

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα στις Βρυξέλλες και οι ηγέτες της Ευρώπης βρίσκονταν κλειδωμένοι για πέντε ολόκληρες ώρες σε μία έκτακτη συνάντηση με ένα μόνο, υπαρξιακό θέμα προς συζήτηση: πώς να διαχειριστούν μια ιστορική ρήξη με την Αμερική.

Η Πρωτοχρονιά είχε περάσει μόλις τρεις εβδομάδες πριν και ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ, έχοντας ήδη απομακρύνει τον ισχυρό άνδρα της Βενεζουέλας Νίκολας Μαδουρο είχε απειλήσει να αποκτήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας από τη Δανία. Γύρω από το κυκλικό τραπέζι στην έδρα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το Κτιρίου Europa, γνωστό ως «Διαστημικό Αυγό», οι αρχηγοί κρατών εξέφραζαν τόσο έντονα συναισθήματα για τον 47ο πρόεδρο των ΗΠΑ, που αρκετοί από τους σχεδόν 30 παρόντες ηγέτες ονόμασαν αργότερα τη συνεδρία «βραδιά ψυχοθεραπείας». Χωρίς κάμερες, χωρίς ηχογραφήσεις και χωρίς τηλέφωνα, οι πρόεδροι και οι πρωθυπουργοί κλήθηκαν να μιλήσουν με απόλυτη ειλικρίνεια.

«Χαράζουμε μια γραμμή εδώ», ξεκίνησε ο Εμανουέλ Μακρόν, πρόεδρος της Γαλλίας. Για έναν χρόνο, οι στενότεροι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον προσπαθούσαν να κατευνάσουν τον Τραμπ με ένα μείγμα κολακείας και παραχωρήσεων σε ζητήματα άμυνας και εμπορίου, ελπίζοντας να κερδίσουν χρόνο. Όμως ο χρόνος είχε τελειώσει. Γάλλοι στρατιώτες βρίσκονταν ήδη στη Γροιλανδία, μαζί με ειδικές δυνάμεις της Δανίας εξοπλισμένες για το ενδεχόμενο μιας σφοδρής σύγκρουσης με την Αμερική. Ο Γάλλος πρόεδρος επανέλαβε ένα επιχείρημα που υποστήριζε εδώ και χρόνια με αυξανόμενη επιτακτικότητα: η υπερβολική εξάρτηση της Ευρώπης από την Αμερική αποτελούσε πλέον κίνδυνο για την ασφάλειά της. «Δεν υπάρχει επιστροφή», τόνισε.

Η συζήτηση πήρε γρήγορα φωτιά. Μια ομάδα Ευρωπαίων ηγετών παραπονέθηκε ότι η αμερικανική κυβέρνηση φαινόταν να ενδιαφέρεται περισσότερο για συμφωνίες εξόρυξης και ενέργειας παρά για την υποστήριξη του παραδοσιακού ρόλου της Αμερικής στον κόσμο. Ο πρωθυπουργός του Βελγίου προειδοποίησε μάλιστα ότι η Ευρώπη κινδύνευε να γίνει «μια αξιοθρήνητη σκλάβα» των ΗΠΑ. Στον αντίποδα, η συντηρητική πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, διαφώνησε με το φιλελεύθερο ακροατήριο, υποστηρίζοντας ότι, παρά τη δυσαρέσκειά τους προς το πρόσωπο του Τραμπ, θα μπορούσαν ακόμα να βρουν κοινό έδαφος μαζί του.

Στα αριστερά της Μελόνι καθόταν η Μέτε Φρέντερικσεν της Δανίας, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Μετά από μια εβδομάδα ακραίων και εξαντλητικών διαπραγματεύσεων με τον Τραμπ, η πρωθυπουργός της Δανίας φαινόταν τόσο ταραγμένη που ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ένιωσε την ανάγκη να τη ρωτήσει αν είναι καλά. Καθώς οι ώρες περνούσαν, η συζήτηση άγγιζε ένα σουρεαλιστικό αλλά καίριο ερώτημα: Μήπως στα 250 χρόνια της ιστορίας της, η Αμερική, η παραδοσιακή προστάτιδα της Ευρώπης, είχε μετατραπεί σε απειλή;

Τα όρια της «διπλωματίας της κολακείας»

Στο επίκεντρο της κρίσης βρισκόταν η στρατηγική που είχε υιοθετήσει ο γγ του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε. Γνωστός ως «ψιθυριστής του Τραμπ», ο Ρούτε πίστευε ακράδαντα ότι η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα και η στρατιωτική ισχύς ήταν αναντικατάστατες για την Ευρώπη. Η τακτική του βασιζόταν στο να προσφέρει στον Τραμπ «νίκες» που θα μπορούσε να παρουσιάσει στο κοινό του, βομβαρδίζοντάς τον με δημόσιους επαίνους και υιοθετώντας ακόμη και το δικό του στυλ γραφής στα μηνύματα.

Όταν ο Τραμπ απείλησε με δασμούς και ο γιος του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, εμφανίστηκε στη Γροιλανδία μοιράζοντας καπέλα MAGA, ο Ρούτε πίεσε τους Ευρωπαίους να δεχτούν τον στόχο για αμυντικές δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ, ο οποίος αργότερα, κάτω από τις πιέσεις του Αμερικανού πρεσβευτή Μάθιου Γουίτακερ, εκτινάχθηκε στο 5% μέχρι το 2035. Για να χρυσώσουν το χάπι, οι Ευρωπαίοι βάφτισαν ως «δαπάνες ασφαλείας» έργα υποδομής, όπως γέφυρες και μετεωρολογικές υπηρεσίες.

Αυτή η «διπλωματία της κολακείας» υιοθετήθηκε από πολλούς. Σκανδιναβοί ηγέτες συζητούσαν ποιες λέξεις έπρεπε να γράψουν με κεφαλαία γράμματα στα μηνύματά τους προς τον Τραμπ, ενώ η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μετονόμασε τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας σε «δασμούς» για να μιλήσει τη γλώσσα του. Ακόμα και ο Φρίντριχ Μερτς, όταν επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο, βρέθηκε να ξεναγείται από τον Τραμπ στο «δωμάτιο Λεβίνσκι», το οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος είχε μετατρέψει σε αποθήκη με αναμνηστικά MAGA και μοκασίνια Florsheim, προτρέποντας τους Γερμανούς καλεσμένους του να πάρουν ό,τι θέλουν για να το πουλήσουν οι σύζυγοί τους για «χιλιάδες δολάρια».

Ωστόσο, η στρατηγική αυτή άρχισε γρήγορα να ξεθωριάζει. Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη μπορεί να παρουσιάστηκε από τον Τραμπ ως θρίαμβος, όμως το κλίμα πίσω από τις κλειστές πόρτες ήταν γεμάτο βαθιά ανησυχία. Όπως σημείωσε ο τότε πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Ρόζεν Ζελιάζκοφ, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πίστευαν λανθασμένα ότι μπορούσαν να διαχειριστούν τον Τραμπ μέσω προσωπικής γοητείας.

Η βρετανική MI6 εξέδωσε μια αυστηρή, αλληγορική προειδοποίηση προς τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, περιγράφοντας τον δεύτερο Λευκό Οίκο του Τραμπ ως μια διασταύρωση του «The Crucible» (Μάγισσες του Σάλεμ) με το «Wolf Hall» – μια αυλή γεμάτη παράνοια, ανάλογη με εκείνη του Ερρίκου Η΄ της Αγγλίας. Η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών έφτασε στο σημείο να διατάξει το προσωπικό της να μην συζητά το θέμα του προέδρου με τους ομολόγους τους της CIA.

Το φάντασμα της Αλάσκα και το καναδικό εναλλακτικό σχέδιο

Η εύθραυστη ευρωπαϊκή ισορροπία κατέρρευσε οριστικά στα μέσα Αυγούστου, μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα μεταξύ Τραμπ και Βλαντιμίρ Πούτιν. Οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών αποκάλυψαν απόρρητα σχέδια της Ουάσιγκτον με το Κρεμλίνο για κοινές εξορύξεις σπάνιων γαιών στην Αρκτική, καθώς και την πρόθεση του Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία με ρωσικούς όρους που άνοιγαν επιχειρηματικές ευκαιρίες για τις ΗΠΑ.

Όταν ο Μακρόν, ο Ρούτε και άλλοι πέντε ηγέτες ταξίδεψαν εσπευσμένα στον Λευκό Οίκο για να αλλάξουν τη γνώμη του Τραμπ, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια βασανιστική εμπειρία. Παρά τις φιλοφρονήσεις μπροστά στις κάμερες, ο Τραμπ τους άφησε να περιμένουν για να συνομιλήσει στο τηλέφωνο με τον Πούτιν για 40 λεπτά. Η παρέμβασή τους απέτυχε παταγωδώς, αποδεικνύοντας πόσο μικρή επιρροή είχαν πλέον οι παραδοσιακοί σύμμαχοι της Αμερικής.

Αυτή η αποτυχία έδωσε έδαφος σε μια νέα φωνή: τον Μαρκ Κάρνεϊ, τον νεοεκλεγέντα πρωθυπουργό του Καναδά. Ο Κάρνεϊ, πρώην κεντρικός τραπεζίτης, είχε ανέβει στην εξουσία μετά τις απειλές του Τραμπ να καταστήσει τον Καναδό γείτονά του την «51η πολιτεία» της Αμερικής. Από την εποχή της οικονομικής κρίσης του 2008, ο Κάρνεϊ υποστήριζε ότι η Δύση είναι υπερβολικά εξαρτημένη από μια ολοένα και πιο απρόβλεπτη χώρα.

Στέλνοντας τακτικά μηνύματα στους Ευρωπαίους ηγέτες, ο Κάρνεϊ τους προειδοποιούσε ξεκάθαρα: «Η παλιά Αμερική δεν θα επιστρέψει». Μετά από μια δυναμική ομιλία του στο Νταβός, τα επιχειρήματά του άρχισαν να κερδίζουν τη στήριξη χωρών όπως η Ισπανία και η Γαλλία, που έβλεπαν πλέον την ανάγκη για μια ριζική αλλαγή πορείας.

Το αθόρυβο πείραμα της «αποαμερικανοποίησης»

Αντιμετωπίζοντας τη νέα πραγματικότητα, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν ξεκινήσει ένα πρωτοφανές, σιωπηλό πείραμα αποαμερικανοποίησης. Από τη Γαλλία μέχρι την Ολλανδία, οι αρχές αφαιρούν αθόρυβα την αμερικανική τεχνολογία από τα κρατικά συστήματα, στρέφονται σε ευρωπαϊκό λογισμικό ανοιχτού κώδικα και απαγορεύουν στους δημόσιους υπαλλήλους τη χρήση εφαρμογών όπως το Microsoft Teams ή το Office.

Παράλληλα, η Ευρώπη επενδύει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για να ενισχύσει τις δικές της ιδιωτικές διαστημικές εταιρείες, τα ευρωπαϊκά κέντρα δεδομένων και τις εγχώριες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σπάσει το μονοπώλιο των αμερικανικών κολοσσών. Διεξάγονται ήδη ειδικές μελέτες για το πώς θα λειτουργούν οι πληρωμές και τα δεδομένα σε περίπτωση πλήρους ρήξης, καθώς και για το αν τα αμερικανικής κατασκευής όπλα που διαθέτουν οι ευρωπαϊκοί στρατοί μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα, χωρίς την τεχνική άδεια της Ουάσιγκτον.

Όταν οι ηγέτες συναντήθηκαν ξανά στο «Διαστημικό Αυγό» τον περασμένο Μάρτιο, οι αεροπορικές επιδρομές του Τραμπ στο Ιράν είχαν εκτοξεύσει τις τιμές των καυσίμων στην ήπειρο. Ο Καγκελάριος Μερτς ήταν έξαλλος, προειδοποιώντας ότι ο μόνος κερδισμένος από αυτή την αστάθεια στη Μέση Ανατολή θα ήταν η Ρωσία. Ακόμη και η Τζόρτζια Μελόνι αναγκάστηκε να αναθεωρήσει τη στάση της, παραδεχόμενη με θλίψη ότι ο Αμερικανός πρόεδρος «δεν είναι λογικός».

Η Ευρώπη καλείται πλέον να απαντήσει στο πιο κρίσιμο ερώτημα της σύγχρονης ιστορίας της: Θα συνεχίσει να αγοράζει αμερικανική τεχνολογία και όπλα ελπίζοντας να αποδείξει την αξία της στην Ουάσιγκτον, ή θα οικοδομήσει τη δική της αυτόνομη ισχύ, προετοιμαζόμενη για τη μέρα που η παραδοσιακή συμμαχία της Δύσης θα αποτελεί οριστικά παρελθόν; Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα διλήμματα των «27» στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή