Στο «σφυρί» ο T. rex «Gus» έναντι 30 εκατ. δολαρίων – Η μάχη μεταξύ μουσείων και δισεκατομμυριούχων
Ένα από τα πιο ολοκληρωμένα προϊστορικά ευρήματα στον κόσμο πυροδοτεί έντονη αντιπαράθεση για το αν η επιστημονική κληρονομιά πρέπει να καταλήγει σε ιδιωτικές συλλογές.
Snapshot
- Το 1997, ο Τυραννόσαυρος Ρεξ «Sue» πωλήθηκε σε δημοπρασία αντί 8 εκατομμυρίων δολαρίων, σηματοδοτώντας την πρώτη εμφάνιση δεινοσαύρου σε δημοπρασία φυσικής ιστορίας.
- Ο νέος Τυραννόσαυρος «Gus» αναμένεται να πωληθεί σε δημοπρασία με εκτιμώμενη τιμή πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια, πιθανώς καθιστώντας τον τον ακριβότερο δεινόσαυρο στην ιστορία των δημοπρασιών.
- Η αυξανόμενη αξία των απολιθωμάτων δημιουργεί αντιπαράθεση μεταξύ επιστημόνων, που ζητούν αποκλειστική φύλαξη σε μουσεία, και δημοπρατών που υποστηρίζουν το κέρδος των ανασκαφέων.
- Οι υψηλές τιμές αποκλείουν πολλά μεγάλα μουσεία από την απόκτηση σημαντικών απολιθωμάτων, ενώ δείγματα σε ιδιωτικές συλλογές συχνά δεν γίνονται αποδεκτά για επιστημονική μελέτη.
- Παρά τις διαφωνίες, όλοι συμφωνούν ότι οι ανασκαφείς παίζουν κρίσιμο ρόλο στη διάσωση απολιθωμάτων που θα καταστρέφονταν φυσικά, διατηρώντας έτσι την επιστημονική κληρονομιά.
Το 1997, ο οίκος Sotheby's διοργάνωσε μια δημοπρασία φυσικής ιστορίας παρουσιάζοντας θαύματα του προϊστορικού μας κόσμου. Ήταν η πρώτη φορά που ένας δεινόσαυρος συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο. Επρόκειτο για ένα εξειδικευμένο γεγονός, στο οποίο παρευρέθηκαν κυρίως εκπρόσωποι μουσείων από όλο τον κόσμο, αναζητώντας δείγματα για να εμπλουτίσουν τις συλλογές τους. Ο δεινόσαυρος εκείνος ήταν ένας Τυραννόσαυρος Ρεξ (T. rex) με το όνομα «Sue», ο οποίος τελικά πουλήθηκε έναντι 8 εκατομμυρίων δολαρίων στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Field του Σικάγο.
Σχεδόν 30 χρόνια μετά, την ερχόμενη Τρίτη, ένας άλλος T. rex ετοιμάζεται να κάνει την εμφάνισή του στην ετήσια δημοπρασία, αποτελώντας ένα από τα πιο ολοκληρωμένα δείγματα του είδους που έχουν ανακαλυφθεί ποτέ. Αυτή τη φορά, ωστόσο, το «κυνήγι» των δεινοσαύρων δεν αφορά μόνο τους επιστήμονες, αλλά και τους υπερπλούσιους του πλανήτη.
Το νέο αυτό εύρημα, γνωστό ως «Gus», έχει ήδη αποτιμηθεί στα 30 εκατομμύρια δολάρια, όμως η τελική τιμή του ενδέχεται να ξεπεράσει κάθε προσδοκία, καθιστώντας τον ίσως τον ακριβότερο δεινόσαυρο στην ιστορία των δημοπρασιών. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί μια έντονη αντιπαράθεση στον κόσμο της φυσικής ιστορίας: Πρέπει δείγματα τέτοιας επιστημονικής σημασίας να φυλάσσονται αποκλειστικά στα μουσεία για χάρη της έρευνας ή —όπως υποστηρίζουν οι δημοπράτες— πρέπει οι κυνηγοί απολιθωμάτων να ανταμείβονται για τη διάσωση πλασμάτων που διαφορετικά θα παρέμεναν χαμένα για την επιστήμη;
Η Cassandra Hatton, παγκόσμια επικεφαλής του τμήματος φυσικής ιστορίας του Sotheby's, γνωρίζει καλά τις θυσίες των παλαιοντολόγων. «Άνθρωποι πεθαίνουν στις ανασκαφές», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι για πολλούς από αυτούς, το απόλυτο τρόπαιο είναι ένας T. rex. Ο «Gus» εντοπίστηκε στα Badlands της Νότιας Ντακότα και πήρε το όνομά του από τον εκλιπόντα Gary "Gus" Licking, τον ιδιοκτήτη του ράντσου όπου βρέθηκαν τα οστά. Η ομάδα που τον ανακάλυψε χρειάστηκε τρία χρόνια προσεκτικής ανασκαφής —δουλεύοντας πυρετωδώς μόνο κατά τους μήνες που το έδαφος δεν ήταν παγωμένο— και επιπλέον τρία χρόνια στο εργαστήριο για την καταγραφή και την ανακατασκευή του σκελετού.
Η επικείμενη δημοπρασία της Τρίτης αποτελεί την πολυαναμενόμενη οικονομική ανταμοιβή για την ομάδα, με την αρχική προσφορά να μην μπορεί να πέσει κάτω από τα 19 εκατομμύρια δολάρια. Το απόλυτο ρεκόρ κατέχει επί του παρόντος ο «Apex», ένας Στεγόσαυρος που πουλήθηκε από τον Sotheby's το 2024 για 44,6 εκατομμύρια δολάρια.
Για πολλά από τα παλαιότερα και μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, αυτές οι τιμές είναι απλώς απαγορευτικές. «Έχουμε ήδη αποκλειστεί λόγω κόστους από την πρόσβαση σε πάρα πολλά δείγματα», εξηγεί η καθηγήτρια Susannah Maidment, ερευνήτρια δεινοσαύρων στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου (NHM), χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «ιδιαίτερα προβληματική». Όπως τονίζει, δεν υπάρχει υποκατάστατο για το πραγματικό απολίθωμα όταν πρόκειται για τη μελέτη της ανατομίας και της παλαιοβιολογίας. Επιπλέον, επισημαίνει έναν σοβαρό επιστημονικό σκόπελο: τα εγκυρότερα επιστημονικά περιοδικά δεν δέχονται μελέτες που βασίζονται σε δείγματα ιδιωτικών συλλογών, καθώς δεν υπάρχει εγγύηση ότι οι μελλοντικοί ερευνητές θα έχουν πρόσβαση σε αυτά αν ο ιδιοκτήτης αποφασίσει να τα πουλήσει, αν πεθάνει ή αν πάρει διαζύγιο. «Σε μια τέτοια περίπτωση, παύει να είναι επιστήμη», υπογραμμίζει.
Από την άλλη πλευρά, η Cassandra Hatton υποστηρίζει ότι η τιμή του «Gus» αντικατοπτρίζει τη μοναδικότητά του, καθώς έχει ταυτοποιηθεί το 61% των οστών του —ποσοστό εξαιρετικά υψηλό— ενώ το κρανίο του φέρει ένα τεράστιο σημάδι από δάγκωμα, μάρτυρας μιας προϊστορικής μάχης. Η ίδια τονίζει ότι προσπάθησε επί μήνες να προσελκύσει μουσεία στη δημοπρασία, προσθέτοντας όμως ότι οι τιμές πρέπει να ανταμείβουν το ρίσκο και τα έξοδα των ανασκαφέων, οι οποίοι συχνά δεν είναι πλούσιοι άνθρωποι.
Ωστόσο, αυτοί που αγοράζουν είναι όντως δισεκατομμυριούχοι. Ο «Apex», για παράδειγμα, αγοράστηκε από τον Kenneth Griffin, CEO του hedge fund Citadel, ο οποίος στη συνέχεια τον δάνεισε στο Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας για τέσσερα χρόνια.
Παρά τις διαφωνίες, τόσο οι επιστήμονες όσο και οι κυνηγοί απολιθωμάτων συμφωνούν σε ένα πράγμα: χωρίς το πάθος και την ικανότητα των επαγγελματιών ανασκαφέων, τα ευρήματα αυτά θα καταστρέφονταν από τα στοιχεία της φύσης. «Σώζουν τους δεινοσαύρους από έναν δεύτερο αφανισμό», καταλήγει η Hatton. Ο Δρ. Fiann Smithwick, ανεξάρτητος παλαιοντολόγος, επιβεβαιώνει τη μάχη με τον χρόνο, περιγράφοντας πώς ένα κύμα στην ακτή του Έσεξ μπορεί να διαλύσει σε χιλιάδες κομμάτια ένα αποτύπωμα ψαριού μέσα σε λίγα λεπτά. Για τον ίδιο, πάντως, η επιστημονική αξία δεν κρύβεται πάντα στα μεγάλα εκθέματα των δημοπρασιών, αλλά και στα μικρότερα απολιθώματα που πωλούνται στα παιδιά στις παραλίες, πυροδοτώντας την περιέργεια για τον φυσικό κόσμο.
*Με πληροφορίες από BBC
Διαβάστε επίσης