Γιατί ο Μητσοτάκης επιμένει σε ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με τον Ερντογάν

Παρά την επαμφοτερίζουσα στάση της Τουρκίας ο Έλληνας πρωθυπουργός επιμένει να κρατά ανοιχτό το «κόκκινο» τηλέφωνο μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας

Γιατί ο Μητσοτάκης επιμένει σε ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με τον Ερντογάν

Εικόνα από τη συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν τον Σεπτέμβριο 2024

Dimitris Papamitsos

Λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση των δύο ηγετών ο Κυριάκος Μητσοτάκης φρόντισε να ξεκαθαρίσει με συνέντευξή του στο περιοδικό Foreign Policy ότι δεν διακρίνει σημαντικούς κινδύνους κλιμάκωσης με την Τουρκία και πρόσθεσε ότι «αν ανατρέξετε στο πού βρισκόμασταν πριν από τέσσερα ή πέντε χρόνια, η κατάσταση τότε ήταν σαφώς πιο σύνθετη από ό,τι είναι σήμερα».

Ο πρωθυπουργός δεν έχει αυταπάτες για την στρατηγική της Τουρκίας. Όμως όπως διευκρίνισε «θεωρώ ότι και οι δύο είμαστε έμπειροι ηγέτες, αναφέρομαι στον εαυτό μου και στον Πρόεδρο Erdogän. Αναγνωρίζουμε ότι στην ευρύτερη περιοχή μας ήδη υπάρχουν αρκετά προβλήματα· δεν υπάρχει λόγος να προσθέσουμε βαθμούς πολυπλοκότητας».

Η εμπειρία είναι προφανώς ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για την αποφυγή ατυχημάτων, όπως και η αδιαμεσολάβητη επικοινωνία.

Ωστόσο, ο βασικός στόχος της χώρας μας ήταν και παραμένει η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της Ελλάδας. «Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας είναι σήμερα πολύ ισχυρότερες από ό,τι ήταν πριν από έξι χρόνια. Η Ελλάδα είναι, από τη φύση της, μια αμυντική δύναμη. Παρ’ όλα αυτά, οφείλουμε να διαθέτουμε και να προβάλλουμε αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ», είπε ο κ. Μητσοτάκης και πρόσθεσε ότι η Ελλάδα υποστηρίζει σταθερά το Διεθνές Δίκαιο από την εποχή που θεσπίστηκαν οι μεταπολεμικές διεθνείς ρυθμίσεις για την ασφάλεια και την άμυνα.

Ο ρόλος της Ε.Ε.

«Είμαστε μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας. Όσον αφορά στις περιφερειακές γεωπολιτικές διαφορές μας, προβάλλουμε πάντα τη θεμελιώδη αρχή ότι αυτές μπορούν να επιλυθούν μόνο με βάση το Διεθνές Δίκαιο, και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είμαστε αφελείς. Κατανοούμε ότι σε αυτές τις ταραχώδεις εποχές είναι σημαντικό να οικοδομήσουμε τις δικές μας δυνατότητες όσον αφορά την άμυνα και την ασφάλεια».

Στη δύσκολη εξίσωση των ελληνοτουρκικών ο Έλληνας πρωθυπουργός έβαλε τον παράγοντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η δήλωσή του αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα:

«Υπάρχει πρόνοια στις ευρωπαϊκές συνθήκες, το Άρθρο 42, παράγραφος 7. Πρόκειται για το ευρωπαϊκό ισοδύναμο του Άρθρου 5 (του NATO). Είναι μια ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, η οποία μάλιστα είναι διατυπωμένη με ακόμη πιο ισχυρό τρόπο από το Άρθρο 5. Στην Ευρώπη μιλάμε πολύ λίγο γι’ αυτήν.

Έχει έρθει η στιγμή να τη φέρουμε πραγματικά στο προσκήνιο και να πούμε ξεκάθαρα: ανεξαρτήτως του τι θα συμβεί με το ΝΑΤΟ, εμείς στην Ευρώπη έχουμε συμφωνήσει ότι εάν ένα κράτος-μέλος δεχθεί επίθεση υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, διαθέτουμε τη δική μας ρήτρα συλλογικής, αμοιβαίας συνδρομής. Αυτό όχι σε βάρος του NATO, γιατί πιστεύω ότι το NATO θα γίνει ισχυρότερο εάν ασχοληθούμε περισσότερο με την άμυνά μας και οι ΗΠΑ θα μας αντιμετωπίσουν πιο σοβαρά».

Το αναλυτικό πρόγραμμα της συνάντησης Μητσοτάκη - Ερντογάν στις 11 Φεβρουαρίου μπορεί να μην έχει ανακοινωθεί ακόμα όμως η Ελλάδα προσέρχεται με πίστη και αυτοπεποίθηση στον διάλογο, πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη το Διεθνές Δίκαιο και χωρίς καμία απολύτως διάθεση υποχώρησης.

Είναι απολύτως σαφές ότι η ελληνική πλευρά δεν δέχεται καμία συζήτηση επί θεμάτων εθνικής κυριαρχίας αλλά θέλει την επικοινωνία με την Άγκυρα.

«Τη διατήρηση και ενίσχυση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και την εδραίωση μιας λειτουργικής σχέσης με την Τουρκία».

Παρόλο που δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή σύγκλιση για την εκκίνηση της συζήτηση για τη διευθέτηση της μοναδικής διαφοράς μας που μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας, δηλαδή της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα προσβλέπει σε μια εποικοδομητική συζήτηση και στη διατήρηση του κλίματος ηρεμίας στις διμερείς σχέσεις.

Εξάλλου, όπως λένε πηγές της κυβέρνησης το κλίμα αυτό έχει οδηγήσει σε σημαντικά κεκτημένα τα τελευταία δυόμισι χρόνια, όπως:

  • Τη μείωση της παραβατικότητας στον αέρα,
  • Την καλύτερη συνεργασία με την Τουρκία στο Μεταναστευτικό και τη συνολική μείωση των ροών,
  • Τη διευκόλυνση της χορήγησης βίζας σύντομης διάρκειας για τους Τούρκους πολίτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Αιγαίου
  • Την εμβάθυνση του διμερούς εμπορίου.

Το… κόκκινο τηλέφωνο

Η πρώτη συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Τουρκίας ύστερα από ενάμιση χρόνο είναι σημαντική για την αποφυγή κρίσεων και την αποκλιμάκωση εντάσεων.

Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Αθήνα και Άγκυρα συμμερίζονται την άποψη ότι τα ζητήματα που αφορούν τις δύο χώρες θα πρέπει να συζητούνται σε διμερές επίπεδο και ότι η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή. Η εμπλοκή τρίτων ίσως να μην έχει επιθυμητά αποτελέσματα για αυτό και ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει στην αδιαμεσολάβητη επικοινωνία με τον Ταγίπ Ερντογάν παρά τις κορώνες αναθεωρητισμού της γείτονος. Να είναι πάντα ανοιχτό το κόκκινο τηλέφωνο μεταξύ των δύο πλευρών.

«Κρατάμε από αυτή την ανακοίνωση της τουρκικής πλευράς τη φράση που αναφέρεται στο διεθνές δίκαιο και στον σεβασμό του. Γιατί η Ελλάδα έχει δώσει δείγματα γραφής, αλλά για να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα, γιατί υπάρχουν και κάποιες αντιφάσεις, από την άλλη πλευρά». Δεν μπορεί να μιλάει κάποιος για διεθνές δίκαιο και ταυτόχρονα να μιλάει για το δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας», το εκτός οποιασδήποτε λογικής αφήγημα των «γκρίζων ζωνών», του γκριζαρίσματος ή οποιαδήποτε άλλης τέτοιας αιτίασης» σημειώνουν από την κυβέρνηση.

«Εμείς είμαστε μια χώρα που πιστεύουμε ουσιαστικά και σε όλη μας την ιστορία -και στις διεκδικήσεις μας- στην επίλυση μέσω του διεθνούς δικαίου. Με την Τουρκία μας χωρίζει μία και μόνο διαφορά: ο καθορισμός ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου. Τελεία και παύλα και δεν υπάρχει καμία άλλη. Από κει και πέρα, έχουμε αποδείξει και η Κυβέρνηση και προσωπικά ο Πρωθυπουργός, ότι μέσα από τη συνολική εξωτερική πολιτική η Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια έχει καταφέρει όσα δεν είχαμε καταφέρει, συνολικά, τις προηγούμενες δεκαετίες. Και θα συνεχίσουμε ακριβώς σε αυτή τη λογική» καταλήγουν από το Μέγαρο Μαξίμου.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή