Το «απαγορεύεται» του (Γιώργου) Χατζιδάκι και το «απαγορεύεται το απαγορεύεται» του Μίκη Θεοδωράκη
Η νέα απαγόρευση του κληρονόμου και γιου του Μάνου Χατζιδάκι στον Μανώλη Μητσιά, η περιοδεία Μποφίλιου - Χαρούλη που ακυρώθηκε και το «Άξιον Εστί» του Ρουβά
Snapshot
- Ο Μανώλης Μητσιάς δεν έλαβε άδεια από τον Γιώργο Χατζιδάκη για να ερμηνεύσει τον «Γιάννη τον φονιά» σε συναυλία, γεγονός που προκάλεσε δημόσια συζήτηση για τα πνευματικά δικαιώματα μετά τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι.
- Ο Γιώργος Χατζιδάκης ασκεί αυστηρό έλεγχο στις άδειες εκτέλεσης των έργων του πατέρα του, επικαλούμενος την ανάγκη διατήρησης της καλλιτεχνικής και ηθικής ακεραιότητας του έργου.
- Η οικογένεια Θεοδωράκη ακολουθεί διαφορετική πολιτική, προωθώντας την ευρεία και ανοικτή χρήση των έργων του Μίκη Θεοδωράκη, σύμφωνα με τη φράση «Απαγορεύεται το απαγορεύεται» που περιλαμβάνεται στη διαθήκη του.
- Η διαχείριση του έργου του Θεοδωράκη ενθαρρύνει νέες ερμηνείες και την παρουσίαση από διάφορους καλλιτέχνες, ενώ μετά τον θάνατό του έχουν εγκριθεί πολλές συναυλίες και παραγωγές με βάση το έργο του.
- Η δημόσια αντιπαράθεση εστιάζει στον τρόπο διαχείρισης των πνευματικών και ηθικών δικαιωμάτων των έργων και όχι στην ποιότητα ή την αξία των ίδιων των μουσικών δημιουργιών.
Η απόφαση να μην επιτραπεί στον Μανώλη Μητσιά να ερμηνεύσει τον «Γιάννη τον φονιά» στη συναυλία «Τα καλοτάξιδα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου» που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις δεν αποτέλεσε ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά αποτελεί ακόμα ένα κρίκο μιας αλυσίδας απαγορεύσεων.
Ήρθε, λοιπόν, να προστεθεί σε μια σειρά αποφάσεων που έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια σχετικά με την παρουσίαση του έργου του Μάνου Χατζιδάκι, επαναφέροντας στο δημόσιο διάλογο τον τρόπο με τον οποίο ασκούνται τα πνευματικά και ηθικά δικαιώματα ενός δημιουργού μετά τον θάνατό του.
Από την υπόθεση της διεθνούς περιοδείας της Νατάσσας Μποφίλιου και του Γιάννη Χαρούλη έως τη δημόσια ανακοίνωση του Μανώλη Μητσιά από τη σκηνή του Δίον, οι αποφάσεις του Γιώργου Χατζιδάκι, γιου και κληρονόμου, που αφορούν τη χορήγηση ή μη άδειας εκτέλεσης έργων του συνθέτη, έχουν προκαλέσει επανειλημμένα αντιδράσεις στον καλλιτεχνικό κόσμο.
Την ίδια στιγμή, η διαφορετική πολιτική που ακολουθείται στη διαχείριση του έργου του Μίκη Θεοδωράκη, όπως έχει περιγραφεί από την οικογένειά του και αποτυπωθεί σε δημόσιες δηλώσεις της κόρης του Μαργαρίτας Θεοδωράκη, αναδεικνύει δύο διακριτές προσεγγίσεις ως προς τη πορεία ενός μουσικού έργου.
Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου η δημόσια συζήτηση δεν αφορά το ίδιο το έργο δύο κορυφαίων δημιουργών, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνεχίζει να «ζει» μετά τον θάνατό τους.
Το ερώτημα δεν είναι νομικό. Ο νόμος είναι σαφής. Ο δημιουργός, και, μετά τον θάνατό του, οι κληρονόμοι ή οι νόμιμοι δικαιούχοι μπορούν να ασκούν το ηθικό δικαίωμα επί του έργου, εγκρίνοντας ή απορρίπτοντας αιτήματα εκτέλεσης όταν θεωρούν ότι θίγεται η ακεραιότητα ή ο χαρακτήρας του.
Για πολλούς, όμως, τα τραγούδια ανήκουν, ηθικά, και στο κοινό. Άλλωστε γι' αυτό «γεννιούνται» και δημοσιοποιούνται όπως όλα τα έργα και δεν μένουν σε ένα συρτάρι ή κλεισμένα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Χωρίς ανταπόκριση, χωρίς αγάπη δεν «ανθίζουν»...
Από τον «Γιάννη τον φονιά» στη δημόσια αντιπαράθεση
Η υπόθεση του «Γιάννη του φονιά» αποτέλεσε την πιο πρόσφατη αφορμή για να επανέλθει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που απασχολεί τον ελληνικό πολιτισμό εδώ και αρκετά χρόνια: μέχρι πού φθάνει το δικαίωμα των κληρονόμων ενός δημιουργού να καθορίζουν ποιος, πότε και με ποιους όρους μπορεί να παρουσιάζει το έργο του.
Στις 26 Ιουλίου 2026, στη συναυλία «Τα καλοτάξιδα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου» στο Αρχαίο Θέατρο Δίου, ο Μανώλης Μητσιάς βρέθηκε μπροστά σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Το τραγούδι «Γιάννης ο φονιάς», σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι, βρισκόταν κανονικά στο πρόγραμμα της βραδιάς. Ωστόσο, όπως ανακοίνωσε ο ίδιος από τη σκηνή, δεν είχε δοθεί η απαραίτητη άδεια για την εκτέλεσή του.
«Από το 1977 τραγουδώ αυτό το τραγούδι. Είναι η πρώτη φορά που δεν μου επιτρέπεται να το ερμηνεύσω», ανέφερε απευθυνόμενος στο κοινό. Αντί να το τραγουδήσει, επέλεξε να απαγγείλει τους στίχους του Νίκου Γκάτσου, προκαλώντας παρατεταμένο χειροκρότημα από τους θεατές.
Το περιστατικό έλαβε αμέσως μεγάλη δημοσιότητα, όχι μόνο επειδή αφορούσε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ερμηνευτές, αλλά και επειδή ο Μανώλης Μητσιάς έχει ταυτιστεί επί δεκαετίες με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Η δημόσια αναφορά του ότι επί σχεδόν πενήντα χρόνια δεν είχε αντιμετωπίσει ανάλογη άρνηση προσέδωσε ιδιαίτερο συμβολισμό στην υπόθεση.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποδόθηκε στη διαχείριση των πνευματικών και ηθικών δικαιωμάτων του έργου του Μάνου Χατζιδάκι από τον γιο του, Γιώργο Χατζιδάκη.
Να σημειωθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Μανώλης Μητσιάς είναι ο ερμηνευτής του έργου και επιλογή των δημιουργών του τραγουδιού Μάνου Χατζιδάκι και Νίκου Γκάτσου.
Η υπόθεση Μποφίλιου – Χαρούλη
Η περίπτωση του Μανώλη Μητσιά δεν ήταν η πρώτη. Πριν λίγους μήνες, το 2025, είχε προηγηθεί η ανακοίνωση της διεθνούς περιοδείας της Νατάσσας Μποφίλιου και του Γιάννη Χαρούλη, αφιερωμένη στα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι.
Η αρχική σύλληψη της παραγωγής προέβλεπε την παρουσίαση έργων και των δύο συνθετών σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού. Ωστόσο, λίγο πριν από την έναρξη της περιοδείας έγινε γνωστό ότι τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι δεν θα περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα, καθώς δεν είχε δοθεί σχετική άδεια.
Σε δημόσια ανακοίνωσή του, ο Γιώργος Χατζιδάκης ανέφερε ότι η συγκεκριμένη παραγωγή «δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του έργου» και βρίσκεται «εκτός χατζιδακικού ήθους». Η ανακοίνωση υπογράμμιζε ότι ο ίδιος θεωρεί υποχρέωσή του να προστατεύει το έργο του πατέρα του σύμφωνα με τις αισθητικές αρχές που εκείνος είχε θέσει.
Συγκεκριμένα είχε αναφέρει: «Ο Μάνος Χατζιδάκις σε όλη του τη ζωή είχε ένα θεμελιώδες μέλημα: να διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο πνευματικό του έργο, ώστε κάθε δημόσια παρουσίασή του να αντανακλά πλήρως τα καλλιτεχνικά και αισθητικά κριτήρια που ο ίδιος είχε θέσει. Είναι γνωστό ότι, στο όνομα της καλλιτεχνικής και αισθητικής αρτιότητας, απέρριπτε συστηματικά προτάσεις που δεν ανταποκρίνονταν στο όραμά του και στις αρχές του, αδιαφορώντας για το οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο όφελος. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι «τιμά» τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ επιλέγει να παρουσιάσει το έργο του παρά τη σαφή και ρητή αντίθεση της οικογένειας του, είναι υποκριτικό και σίγουρα εκτός "Χατζιδακικού ήθους"».
Η απόφαση προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος δήλωσε ότι το έργο των μεγάλων δημιουργών ανήκει στον πολιτισμό και εξέφρασε τη λύπη του για την εξέλιξη. Αντίστοιχες δημόσιες τοποθετήσεις πραγματοποίησαν η Ευανθία Ρεμπούτσικα και ο Θέμης Καραμουρατίδης, οι οποίοι στάθηκαν στη σημασία της συνέχισης της ζωντανής παρουσίας του έργου μέσα από νέες ερμηνείες.
Από την άλλη πλευρά, ο Γιώργος Χατζιδάκις επανέλαβε ότι δεν αξιολογεί τους καλλιτέχνες ως πρόσωπα, αλλά εξετάζει αν η κάθε παραγωγή υπηρετεί το καλλιτεχνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πίστευε ο Μάνος Χατζιδάκις ότι πρέπει να παρουσιάζεται το έργο του.
«Το βαλς των χαμένων ονείρων»: Αλλάζει τίτλο έπειτα από επιθυμία του γιου του Χατζιδάκι
Σε αλλαγή του τίτλου του τραγουδιού «Το βαλς των χαμένων ονείρων», το οποίο ερμηνεύουν η Μαριάνα Κατσιμίχα και ο Δημήτρης Μπάκουλης προχωρά η δισκογραφική εταιρεία των δύο καλλιτεχνών.
Η συγκεκριμένη δημιουργία, σε στίχους του Άλκη Αλκαίου και μουσική του Δημήτρη Καρρά, μετονομάζεται πλέον σε «Το Βαλς των ονείρων». Σύμφωνα με τη δισκογραφική εταιρεία Ogdoo, η τροποποίηση αυτή πραγματοποιήθηκε έπειτα από σχετικό αίτημα που απηύθυνε ο Γιώργος Χατζιδάκις, κληρονόμος του σπουδαίου Έλληνα συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι, προς τους κληρονόμους του Άλκη Αλκαίου.
Αξίζει να σημειωθεί πως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές καλλιτεχνικές προσεγγίσεις. Από τη μία πλευρά υπάρχει η εμβληματική ορχηστρική μελωδία που συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις για την κινηματογραφική ταινία «Χαμένα όνειρα». Από την άλλη, το νέο τραγούδι βασίστηκε σε ανέκδοτους στίχους του Άλκη Αλκαίου και γνώρισε ταχύτατα τεράστια εμπορική απήχηση, κατακτώντας την προτίμηση του κοινού.
Σύμφωνα με το στενό περιβάλλον του στιχουργού, όταν ο Άλκης Αλκαίος έγραψε το εν λόγω ποίημα, επέλεξε τον αρχικό τίτλο θέλοντας να το αφιερώσει στον Μάνο Χατζιδάκι. Αποτέλεσε πιθανότατα τη δική του ποιητική οπτική πάνω στην ομώνυμη ταινία, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το σωζόμενο χειρόγραφο του δημιουργού.
Ωστόσο, με γνώμονα τη διαχρονική αξία του έργου του Μάνου Χατζιδάκι και την παράλληλη επιτυχία της νέας κυκλοφορίας, κρίθηκε απαραίτητο από όλες τις πλευρές να αποφευχθεί οποιαδήποτε πιθανή σύγχυση. Επισφραγίζοντας αυτή τη συναινετική εξέλιξη, επιλέχθηκε η νέα ονομασία με απόλυτο σεβασμό στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Άλλωστε, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο ίδιος ο Άλκης Αλκαίος μέσα από τους στίχους του τραγουδιού, «Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από την αγάπη».
Η σταθερή θέση του Γιώργου Χατζιδάκι
Οι αποφάσεις αυτές δεν παρουσιάστηκαν από τον ίδιο ως μεμονωμένες.
Σε σειρά συνεντεύξεων και δημόσιων παρεμβάσεων έχει υποστηρίξει ότι ο πατέρας του υπήρξε ιδιαίτερα αυστηρός με τον τρόπο παρουσίασης των έργων του και ότι ο ίδιος θεωρεί υποχρέωσή του να συνεχίσει αυτή την επιθυμία του.
Έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν λειτουργεί με εμπορικά ή προσωπικά κριτήρια αλλά με μοναδικό γνώμονα την προστασία του έργου.
Σύμφωνα με τις δημόσιες τοποθετήσεις του, κάθε αίτημα εξετάζεται ξεχωριστά και η έγκριση ή η απόρριψη εξαρτάται από το συνολικό καλλιτεχνικό πλαίσιο της παραγωγής, τη σύνθεσή της και τον τρόπο παρουσίασης του έργου.
Η θέση αυτή βασίζεται στο ηθικό δικαίωμα που αναγνωρίζει η νομοθεσία στους δημιουργούς και στους διαδόχους τους, επιτρέποντάς τους να προστατεύουν την ακεραιότητα και τον χαρακτήρα του έργου ακόμη και μετά τον θάνατο του δημιουργού.
Σε παλαιότερη συνέντευξη του στο Έθνος το 2017 είχε υποστηρίξει: «Δεν είμαι πολύ κλειστός. Εκεί που θεωρώ ότι υπάρχει ταλέντο και μπορούν να αντιμετωπίσουν σωστά το έργο του, συναινώ. Αλλά οι περισσότεροι, δεν μπορούν να το διαχειριστούν. Συμβαίνει κάτι σαν τον Άγιο Παντελεήμονα: Όλοι κουτσοί στραβοί, θέλουν να ερμηνεύσουν το έργο του…».
Σε ερώτηση για την σύγκριση της διαχείρισης των έργων του Χατζιδάκι σε σχέση με την πιο «ανοικτή» των αντίστοιχων πονημάτων του Μίκη Θεοδωράκη, ο Γιώργος Χατζιδάκις είχε απαντήσει: «Ουδέν σχόλιον».
«Είναι πιο ωφέλιμο (για το έργο), από το να ακούγεται παντού λάθος. Δεν είμαστε όλοι για όλα. Έχει σημασία η αυθεντικότητα. Κι αυτή είναι βασική αρχή για όλα τα πράγματα…Κι είμαι ακόμη πιο αυστηρός είμαι με τους επώνυμους τραγουδιστές. Οφείλουν να αντιμετωπίζουν το έργο του με αυθεντικότητα και σοβαρότητα. Αυτό φανερώνει και το σεβασμό τους».
Όσον αφορά τα πολλά χρήματα που φέρεται να ζητά για την άδεια παρουσίασης των έργων του Μάνου Χατζιδάκι, ο Γιώργος Χατζιδάκις, είχε τονίσει:
«Αυτό είναι ένα καταπληκτικό επιχείρημα των άλλων, για να με αποδυναμώσουν, να με εκθέσουν και να δικαιολογήσουν τις δικές τους επιθυμίες ως προς την εκμετάλλευση του έργου του Χατζιδάκι. Αν με ενδιέφεραν τα χρήματα, δεν θα αρνιόμουν να βγάλω περισσότερα. Εγώ εννέα στις δέκα φορές αρνούμαι. Κατά συνέπεια δεν με ενδιαφέρουν τα χρήματα».
Η διαφορετική πορεία του έργου του Μίκη Θεοδωράκη
Στον αντίποδα, οι δημόσιες δηλώσεις της οικογένειας Θεοδωράκη περιγράφουν μια διαφορετική φιλοσοφία. Ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης, κατά τη διάρκεια της ζωής του, έδινε άδειες για την παρουσίαση των έργων του σε καλλιτέχνες που προέρχονταν από εντελώς διαφορετικούς μουσικούς χώρους.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε πολλές φορές στην πράξη. Όταν η Πάολα συμμετείχε σε συναυλία αφιερωμένη στον Μίκη Θεοδωράκη, η επιλογή προκάλεσε αντιδράσεις και δημόσιο διάλογο. Παρ' όλα αυτά, δεν τέθηκε ζήτημα απαγόρευσης.
Το ίδιο είχε συμβεί και με τον Σάκη Ρουβά, που ερμήνευσε το Άξιον Εστί και είχε σχολιαστεί έντονα από μερίδα του καλλιτεχνικού κόσμου, όμως είχε την άδεια του ίδιου του συνθέτη.
Η φιλοσοφία αυτή συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο του Θεοδωράκη
Η Μαργαρίτα Θεοδωράκη έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι επιθυμία του πατέρα της ήταν το έργο του να συνεχίσει να τραγουδιέται από όσο το δυνατόν περισσότερους καλλιτέχνες.
Σε δημόσιες δηλώσεις της ανέφερε ότι στη διαθήκη του είχε συμπεριλάβει τη φράση «Απαγορεύεται το απαγορεύεται», παρουσιάζοντάς την ως βασική αρχή για τη διαχείριση της καλλιτεχνικής του κληρονομιάς.
Με αφορμή την υπόθεση της περιοδείας Μποφίλιου – Χαρούλη, η ίδια υποστήριξε ότι ο Μίκης Θεοδωράκης πίστευε πως τα τραγούδια πρέπει να βρίσκονται διαρκώς σε διάλογο με την κοινωνία και να ερμηνεύονται από διαφορετικές γενιές καλλιτεχνών.
Στην πράξη, μετά το 2021, έχουν εγκριθεί δεκάδες συναυλίες, αφιερώματα, φεστιβάλ, χορωδιακές εκτελέσεις και νέες παραγωγές βασισμένες στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνέχιση αυτής της επιθυμίας.
Άλλωστε πολλοί σπουδαίοι ερμηνευτές που συνεργάστηκαν με τον Μίκη Θεοδωράκη έχουν σταθεί σε αυτή την προσέγγιση του συνθέτη και έχουν επιβεβαιώσει την συγκεκριμένη επιλογή του. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς, όταν τα δικά τους τραγούδια ερμηνεύτηκαν από συναδέλφους τους που υπηρετούν διαφορετικά είδη μουσικής και δέχτηκαν σχετικές ερωτήσεις ανέφεραν: «Ολόκληρος Θεοδωράκης απαγορεύει το απαγορεύεται, εμείς θα αποκλείσουμε μια νέα ερμηνεία;».
Δείτε το χαρακτηριστικό απόσπασμα από συνέντευξη της Μαργαρίτας Θεοδωράκη που μιλά για τα πνευματικά δικαιώματα και το «απαγορεύεται το απαγορεύεται»: