Στους Τούρκους πρέπει να μιλάς με τη γλώσσα που καταλαβαίνουν

Από τον Καποδίστρια μέχρι τον σημερινό ελληνοτουρκικό διάλογο για την οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης, η ιστορία πάντα επιστρέφει όχι όμως ως κάποια απλή και αχνή ανάμνηση, αλλά ως επίμονο ερώτημα στρατηγικής αυτογνωσίας

Στους Τούρκους πρέπει να μιλάς με τη γλώσσα που καταλαβαίνουν

Το σίγουρο είναι πως οι Έλληνες μόνο πολεμοχαρής λαός δεν είναι, αλλά αντίθετα πάντα θέλουν την ειρήνη στηρίζοντας πάντα το δίκαιον. Κάπου όμως όλα έχουν όρια και κόκκινες γραμμές και δεν θα επιτρέψουν σε κανέναν, να διαβεί τον Ρουβίκωνα απειλώντας την Ελλάδα.

Οι Τούρκοι είναι προαιώνιοι εχθροί της Ελλάδος και της Ορθοδοξίας και εδώ και 1.000 περίπου χρόνια - από τότε που κατέφθασαν από τις στέπες της Μογγολίας, μας απειλούν και ποτέ δεν υπήρξε διάθεση από μέρους τους για ειρηνική συνύπαρξη. Πάντα θα ανακαλύπτουν νέες διεκδικήσεις εις βάρος της χώρας μας και κάθε τόσο υπάρχει κάποιος νέος κύκλος απειλών.

Μόνο που πλέον, τα πράγματα στη χώρα μας έχουν αλλάξει σημαντικά, με τρομακτικά εξοπλιστικά προγράμματα για τους τρεις κλάδους των ενόπλων μας δυνάμεων, στιβαρές συμμαχίες με ισχυρά δημοκρατικά κράτη και όλ’ αυτά μαζί έχουν μεταμορφώσει την Ελλάδα σε αστακό… σε ένα απόρθητο φρούριο και οι Τούρκοι απέναντι το γνωρίζουν καλά!

Από τον Καποδίστρια μέχρι τον σημερινό ελληνοτουρκικό διάλογο για την οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης, η ιστορία πάντα επιστρέφει όχι όμως ως κάποια απλή και αχνή ανάμνηση, αλλά ως επίμονο ερώτημα στρατηγικής αυτογνωσίας. Η ρήση που αποδίδεται στον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας -τον Καποδίστρια ότι… “Οι Τούρκοι καταλαβαίνουν μόνο τη γλώσσα της ισχύος και της βίας -όχι της διπλωματίας, και η προσδοκία εξανθρωπισμού τους μέσω ενός ειλικρινούς διαλόγου, ισοδυναμεί μόνο με πλήρη περιφρόνηση των ιστορικών γεγονότων και της ιστορικής εμπειρίας!

Η ρήση αυτή του πρώτου Έλληνα κυβερνήτη μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, αποτελεί και σήμερα μια ιδιαίτερα διαδομένη πολιτική θέση στον δημόσιο λόγο, που συχνά αποδίδεται ιστορικά σε αναφορές περί σκληρού ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις. Στην εξωτερική πολιτική, αντικατοπτρίζει όμως, κυρίως την άποψη ότι η δυνατότητες αποτροπής και η ισχυρή και αποτελεσματική άμυνα είναι κρίσιμα μεγέθη κατά αναθεωρητικών συμπεριφορών και τάσεων, όπως αυτές της ερντογανικής Τουρκίας.

Το κύριο ερώτημα βέβαια, δεν είναι αν ο Ιωάννης Καποδίστριας όντως “είχε δίκιο” σύμφωνα με όρους του 21ου αιώνα, αλλά αν η ουσία της προειδοποίησής του… η ανάγκη ρεαλισμού, ισχύος και απόλυτης γνώσης του απέναντι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, μπορεί να λειτουργήσει ως κομβικό εργαλείο σκέψης για τις συνομιλίες σήμερα, με τους Ασιάτες γείτονές μας εξ Ανατολών.

Πρέπει σίγουρα να γίνει κάτι ξεκάθαρο -δεν τίθεται καμία αμφισβήτηση περί αυτού: είναι γεγονός, πως ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν εμφανιζόταν ποτέ ως κάποιος θεωρητικός της ωμής βίας, αλλά ήταν ένας στοχαστής και ένας βαθύς γνώστης της ευρωπαϊκής διπλωματίας, της ισορροπίας δυνάμεων και της πολιτικής ψυχολογίας των ισχυρών.

Όταν μίλησε για τη “γλώσσα της βίας”, δεν εννοούσε σε καμία περίπτωση αναγκαστικά τη χρήση όπλων, αλλά την απόλυτα κατανοητή “γλώσσα της ισχύος”, της “αποφασιστικότητας” και του “κόστους”. Η διπλωματία, κατά την αντίληψη του Ιωάννη Καποδίστρια, δεν μπορεί να λειτουργήσει σε “κενά ισχύος”... αλλά λειτουργεί αποτελεσματικά, μόνον όταν συνοδεύεται από σαφή όρια, κόκκινες γραμμές, αξιόπιστες αποτρεπτικές δυνατότητες και πλήρη επίγνωση ότι ο απέναντί σου στο τραπέζι, δεν συνομιλεί ή διαπραγματεύεται με αγαθές προθέσεις, αλλά κινείται μόνο από την πλευρά του δικού του συμφέροντος και μόνο.

Αυτή η διάσταση έχει άμεση συνάφεια με τα ελληνοτουρκικά τα τελευταία δεκάδες χρόνια. Επί πολλά χρόνια, η ελληνική πλευρά προσέρχεται στις συνομιλίες με βασικό όπλο το διεθνές δίκαιο, Όλα αυτά αποτελούν μεν ισχυρά νομιμοποιητικά θεμέλια, αλλά δυστυχώς, δεν παρήγαγαν καμικα απολύτως λύση. Η Τουρκία κινείται με όρους γεωπολιτικής ισχύος, τετελεσμένων και σταδιακής αναβάθμισης των διεκδικήσεών της. Η αποτυχία των συνομιλιών δεν οφείλεται μόνο στην “τουρκική αδιαλλαξία”, αλλά και στη επί δεκαετίες αδυναμία της δικής μας πλευράς, να μετατρέψει το “δίκαιο” σε πολιτικό και στρατηγικό “κόστος” για τους Τούρκους…

Το δίδαγμα για την ελληνική πλευρά, σίγουρα δεν είναι, πως οι συνομιλίες με την τουρκική πλευρά είναι μάταιες, αλλά είναι ίσως καιρός να αντιληφθούμε, ότι οι συνομιλίες χωρίς στρατηγικό βάθος οδηγούν σε συνεχή φθορά των θέσεων μας, διότι όταν η άλλη πλευρά αντιλαμβάνεται ότι η “μη λύση” και η “διαιώνιση των προβλημάτων” δεν εμπεριέχουν κάποιο κόστος, τότε η μη λύση μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε στρατηγική επιλογή.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας θα αντιλαμβανόταν στα ελληνοτουρκικά σήμερα, ένα παράδειγμα, όπου η επίκληση της λογικής και του δικαίου δεν συνοδεύεται από επαρκή πολιτική και διπλωματική πίεση, ούτε από μια ισχυρή και συνεκτική αποτρεπτική αρχιτεκτονική σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.

Ο αυτοεγκλωβισμός σε ηθική ανωτερότητα μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε στρατηγική αδράνεια, ενώ η συνεχής προσδοκία ότι η “διεθνής κοινότητα” θα παρέμβει”, ή ότι “…η Τουρκία κάποτε θα αλλάξει”, χωρίς αλλαγή συσχετισμών, ενέχει δυστυχώς τον κίνδυνο της περιφρόνησης των εμπειριών.

Η εξάρτηση από την ισχύ μιας άλλης χώρας ενέχει μακροπρόθεσμους κινδύνους, μιας και η “γλώσσα της ισχύος” μπορεί να επιβάλλει τετελεσμένα, αλλά σπάνια μπορεί και δημιουργεί συνθήκες βιώσιμης ειρήνης. Μια σταδιακή αποδυνάμωση της ελληνικής φωνής υπέρ των στρατηγικών ονειρώξεων της Τουρκίας θα ήταν βούτυρο στο τούρκικο ψωμί, αλλά εδώ και μερικά χρόνια, η Ελλάδα έχει αλλάξει αρκετά και δεν δείχνει να φοβάται, μη μασώντας πλέον τα λόγια της! Αξίζει να υπενθυμιστεί το κάζο ολκής που έπαθε ο τ. Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου από τον δικό μας ΥΠ.ΕΞ. Νίκο Δένδια, στην μεταξύ τους συνάντησή στην πρωτεύουσα της Τουρκίας, Άγκυρα, που τον έκανε να ψάχνει τρύπα να κρυφτεί…

Δυστυχώς, η πολιτική και η διπλωματία ρυθμίζονται με τους ρητούς νόμους της δύναμης και των συμφερόντων και σίγουρα όχι με τις αρχές της ηθικής και του δικαίου. Οι Τούρκοι καταλαβαίνουν μόνο μία γλώσσα -αυτή της δυνάμεως και της ισχύος και τίποτε άλλο. Όταν αντιμετωπίζουν σκληρή γλώσσα και πυγμή, οι Τούρκοι κάνουν πάντα πίσω και αυτό είναι γνωστό τοις πάσι. Όσοι λοιπόν είναι της αντίληψης πως, αν ξαναρχίσουν οι συνομιλίες (λόγια δηλαδή του αέρα) με προϋποθέσεις ή και χωρίς αυτές, θα υπάρξει ίσως κάποιο θετικό αποτέλεσμα, πλανώνται μάλλον πλάνην οικτρά και κρίνονται - επιεικώς τουλάχιστον ως “αφελείς”, αν όχι “επικίνδυνοι” για τα ελληνικά συμφέροντα και την ελληνική κυριαρχία στο δικό της χώρο…

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή