Επιστροφή «Ενοικίου»: Περιορισμένη στήριξη, αμφίβολη αποτελεσματικότητα
Τέσσερις παρεμβάσεις που μπορούν να μετατρέψουν τα 255 εκατ. ευρώ ετησίως σε προσιτή κατοικία και διαρκές κοινωνικό όφελος
Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί «γενναίας στήριξης» των ενοικιαστών μέσω της επιστροφής ενός ενοικίου ετησίως, το συγκεκριμένο μέτρο στεγαστικής πολιτικής δείχνει να μην ανταποκρίνεται πλήρως στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς κατοικίας και να στερείται ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού. Πρόκειται για μια παρέμβαση βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα, η οποία προσφέρει προσωρινή «ανακούφιση», χωρίς όμως να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της στεγαστικής κρίσης.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σαφές αν ληφθεί υπόψη πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν, σύμφωνα με την οποία κράτη που επέλεξαν να ενισχύσουν αποκλειστικά τη ζήτηση – μέσω επιδοτήσεων ενοικίων ή στεγαστικών δανείων – χωρίς παράλληλα να αυξήσουν την προσφορά κατοικιών, κατέληξαν να βλέπουν τις τιμές να εκτοξεύονται. Με άλλα λόγια, όταν αυξάνεται η αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών χωρίς να αυξάνονται τα διαθέσιμα σπίτια, το τελικό όφελος συχνά απορροφάται από νέες ανατιμήσεις.
Η ελληνική πραγματικότητα είναι ήδη ασφυκτική
Σύμφωνα με την Eurostat, το 70% των νέων ηλικίας 18 έως 34 ετών, δηλαδή περίπου 400.000 νέοι άνθρωποι, εξακολουθεί να διαμένει στο παιδικό του δωμάτιο, αδυνατώντας να αποκτήσει στεγαστική αυτονομία. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει όχι απλώς μια κοινωνική τάση, αλλά μια βαθιά οικονομική αδυναμία πρόσβασης στη στέγη.
Παράλληλα, το 42,3% των πολιτών διαβιεί σε νοικοκυριά που εμφανίζουν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις είτε στο ενοίκιο, είτε σε στεγαστικό δάνειο, είτε σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Για λόγους σύγκρισης, η δεύτερη χώρα στην αντίστοιχη ευρωπαϊκή κατάταξη, η Βουλγαρία, εμφανίζει ποσοστό 18,8%, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται μόλις στο 9,3%.
Τα δεδομένα αυτά καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς μια δυσκολία στην αγορά κατοικίας. Αντιμετωπίζει μια βαθιά και πολυεπίπεδη στεγαστική κρίση, καταγράφοντας ένα από τα υψηλότερα βάρη κόστους στέγασης στην Ευρώπη.
Τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα
Η πορεία των ενοικίων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια κινείται με σαφώς ταχύτερο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την περίοδο 2010-2024, τα ενοίκια αυξήθηκαν συνολικά κατά περίπου 25%, ενώ το 2025 σημείωσαν ετήσια άνοδο 3,2%.
Αντίθετα, στην Ελλάδα, από το 2017 έως το 2025, η σωρευτική αύξηση διαμορφώθηκε μεταξύ 45% και 60%, με το 2025 να καταγράφει +10,1%, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου οι πιέσεις είναι εντονότερες.
Την ίδια στιγμή, οι μισθοί δεν ακολουθούν αντίστοιχη ανοδική πορεία, ενώ η χώρα καταγράφει τη χαμηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Έτσι, το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται, η αποταμίευση καθίσταται αδύνατη και η πρόσβαση στην κατοικία απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο.
«Επίδομα» χωρίς διαρθρωτικό χαρακτήρα
Η επιστροφή «ενός ενοικίου» παρουσιάστηκε ως σημαντική κοινωνική παρέμβαση. Ωστόσο, η πραγματική εμβέλεια και η επίδραση του μέτρου είναι πιο περιορισμένη σε σχέση με τις ανάγκες της εποχής.
Στην αρχική μορφή του μέτρου προβλεπόταν κόστος 230 εκατ. ευρώ για 948.000 νοικοκυριά, με μέσο όφελος 242 ευρώ ετησίως. Στη νέα εκδοχή προστίθενται 25 εκατ. ευρώ, περίπου 70.000 νέοι δικαιούχοι και μέσο ποσό 372 ευρώ.
Παρά τις βελτιώσεις, το μέτρο παραμένει επιδοματικού χαρακτήρα. Δεν συγκρατεί τις τιμές, δεν αυξάνει την προσφορά κατοικιών και δεν δημιουργεί μόνιμες λύσεις. Αρκεί μια νέα αύξηση ενοικίου της τάξης του 10% για να εξανεμιστεί το προσωρινό όφελος μέσα σε λίγους μήνες.
Αναγκαία μια πραγματική στεγαστική πολιτική
Η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε αποσπασματικές παροχές. Χρειάζονται παρεμβάσεις με πραγματικό κοινωνικό αποτύπωμα και μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα. Με το ίδιο αρχικό δημοσιονομικό κόστος των 230 εκατ. ευρώ, δεδομένου ότι το μέτρο προβλέπεται ως μόνιμο, θα μπορούσαν να υλοποιηθούν πολιτικές με σαφώς μεγαλύτερη απόδοση:
1. Κατασκευή νέων κοινωνικών κατοικιών
Κατασκευή 2.045 κατοικιών 75 τ.μ. ετησίως σε οικόπεδα του Δημοσίου, ώστε να διατεθούν με προσιτά ενοίκια, χωρίς συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών μέσω κοινωνικής αντιπαροχής.
2. Δημιουργία φοιτητικής στέγης
Εναλλακτικά, κατασκευή 4.380 φοιτητικών κατοικιών 35 τ.μ. ετησίως, προσφέροντας άμεση λύση στο οξύ πρόβλημα στέγασης των νέων και της ακαδημαϊκής κοινότητας, ιδιαίτερα στις πόλεις με ισχυρή πανεπιστημιακή παρουσία.
3. Φορολογικά κίνητρα για σταθερά ενοίκια
Παροχή φορολογικών κινήτρων προς ιδιοκτήτες, με στόχο τη μείωση ή τη συγκράτηση του μισθώματος κατά την ανανέωση συμβολαίων με τον ίδιο ενοικιαστή. Έτσι ενισχύεται η σταθερότητα και περιορίζονται οι ακραίες αυξήσεις.
4. Επιδότηση ανακαίνισης κλειστών κατοικιών
Επιδότηση ανακαίνισης κλειστών ή παλαιών κατοικιών, ιδίως σε περιοχές υψηλής ζήτησης, για ιδιοκτήτες που δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια ή πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό. Με προϋπόθεση τα ακίνητα να διατεθούν σε κοινωνικά προσιτές τιμές, αυξάνεται άμεσα το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών.
Η στέγη είναι κοινωνικό δικαίωμα
Οι παραπάνω λύσεις δεν απαντούν μόνο στις σημερινές πιέσεις. Δημιουργούν τις βάσεις για μια δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη στεγαστική πολιτική με διάρκεια στον χρόνο.
Η Ελλάδα χρειάζεται μετάβαση από την επιδοματική διαχείριση στη στρατηγική παραγωγής προσιτής κατοικίας. Διότι η στέγη είναι θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, απαραίτητη προϋπόθεση αξιοπρέπειας, κοινωνικής συνοχής και προοπτικής για τις επόμενες γενιές.