Πέρα από το μηχανογραφικό: Όσα μου δίδαξαν οι φετινοί υποψήφιοι

Η φετινή χρονιά είχε πολλά να μας διδάξει

Πέρα από το μηχανογραφικό: Όσα μου δίδαξαν οι φετινοί υποψήφιοι

Η διαδικασία συμπλήρωσης των μηχανογραφικών δελτίων για την εισαγωγή στην ελληνική Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και στη δημόσια επαγγελματική κατάρτιση για το 2026 ολοκληρώθηκε. Ξεκινώντας να γράφω αυτές τις σκέψεις για τη φετινή διαδικασία, πολλές εικόνες, συζητήσεις και προβληματισμοί ήρθαν στο μυαλό μου. Θα μπορούσα να γράφω για ώρες όσα έζησα και άκουσα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Θα προσπαθήσω, όμως, να αποτυπώσω συνοπτικά μερικούς από τους σημαντικότερους προβληματισμούς που ανέδειξε και φέτος η διαδικασία του μηχανογραφικού. Γιατί πίσω από κάθε μηχανογραφικό δελτίο δεν υπάρχουν μόνο κωδικοί σχολών και βάσεις εισαγωγής. Υπάρχει μια διαφορετική ιστορία. Μήνες προσπάθειας, οικογενειακές συζητήσεις, διλήμματα, προσδοκίες, όνειρα, αλλά και φόβοι για το μέλλον.

Κάθε περίοδος συμπλήρωσης μηχανογραφικών αποτελεί για μένα κάτι πολύ περισσότερο από μια επαγγελματική διαδικασία. Είναι μια μοναδική ευκαιρία να βρεθώ δίπλα σε εκατοντάδες νέους ανθρώπους και τις οικογένειές τους, να ακούσω τις αγωνίες και τα όνειρά τους, να συμμεριστώ τους προβληματισμούς τους και να τους βοηθήσω να πάρουν ίσως την πρώτη μεγάλη απόφαση της ζωής τους. Για τον τρόπο με τον οποίο οι υποψήφιοι και οι οικογένειές τους προσπαθούν να προσεγγίσουν μία από τις σημαντικές αποφάσεις της ζωής τους, αλλά και για το πόσο σπάνια τους δίνεται πραγματικά η ευκαιρία να ακουστούν και να αφουγκραστεί κανείς τις πραγματικές τους αγωνίες.

Και η φετινή χρονιά είχε πολλά να μας διδάξει.

Το πρώτο ζήτημα που με απασχολεί διαχρονικά, κάθε φορά που ολοκληρώνεται η διαδικασία συμπλήρωσης των μηχανογραφικών, είναι το πραγματικό δικαίωμα των νέων στην επιλογή. Κατά πόσο ένας υποψήφιος μπορεί να επιλέξει τη σχολή που πραγματικά επιθυμεί, με βάση τα ενδιαφέροντα και τα όνειρά του, ή αν τελικά οι επιλογές του καθορίζονται από παράγοντες όπως η βαθμολογία που πέτυχε ή οι οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς του.

Η φετινή χρονιά ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση ένα ερώτημα που άκουσα αμέτρητες φορές από γονείς και μαθητές: «Πόλη ή Σχολή;». Ένα ερώτημα που σήμερα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στη λήψη της τελικής απόφασης. Σε αρκετές περιπτώσεις, οικογένειες αναγκάστηκαν να αποκλείσουν σχολές που αποτελούσαν την πραγματική επιθυμία του παιδιού τους, επειδή αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στο κόστος διαβίωσης σε άλλη πόλη. Η φοιτητική στεγαστική κρίση, η εκτόξευση των ενοικίων, αλλά και η δυσκολία εύρεσης κατοικίας, ιδιαίτερα σε πόλεις με έντονη τουριστική δραστηριότητα, όπου πολλά ακίνητα διατίθενται πλέον σε βραχυχρόνιες μισθώσεις, αποτελούν πλέον έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές των υποψηφίων.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η δυνατότητα μετεγγραφής ή μετακίνησης απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία και αποτέλεσε για πολλές οικογένειες βασικό κριτήριο στη διαμόρφωση του μηχανογραφικού, καθώς μπορεί να δώσει τη δυνατότητα σε έναν υποψήφιο να σπουδάσει στη σχολή που επιθυμεί, χωρίς το δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος της διαμονής σε άλλη πόλη. Είναι γεγονός ότι το θεσμικό πλαίσιο έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθιστώντας τη διαδικασία πιο δίκαιη και περισσότερο συνδεδεμένη με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις των υποψηφίων.

Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να υπάρχει ένα σημαντικό κενό. Οι οικογένειες καλούνται να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις για το μηχανογραφικό τους χωρίς να γνωρίζουν με βεβαιότητα το πλαίσιο που θα ισχύσει για τις μετεγγραφές, καθώς οι σχετικές ρυθμίσεις δημοσιεύονται μήνες αργότερα. Θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό οι σχετικές διατάξεις να έχουν οριστικοποιηθεί πριν από τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού, ώστε οι υποψήφιοι να μπορούν να σχεδιάζουν τις επιλογές τους με μεγαλύτερη ασφάλεια και σαφήνεια.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα που αναδείχθηκε με ιδιαίτερη ένταση τη φετινή χρονιά αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Κάθε χρόνο η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο αν τα θέματα ήταν εύκολα ή δύσκολα, όμως στην πραγματικότητα αυτό δεν αλλάζει τον αριθμό των εισακτέων. Εκείνο που αλλάζει είναι η κατανομή των βαθμολογιών και, κατά συνέπεια, το ύψος των βάσεων εισαγωγής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το μάθημα της Φυσικής. Τα προηγούμενα χρόνια, η υψηλή δυσκολία των θεμάτων οδήγησε σε χαμηλότερες επιδόσεις ακόμη και από πολύ καλά προετοιμασμένους μαθητές, γεγονός που συμπίεσε τις βάσεις. Αντίθετα, φέτος, η πιο προσιτή θεματολογία αύξησε σημαντικά τον αριθμό των αριστούχων, οδηγώντας σε υψηλότερες βαθμολογικές επιδόσεις και, αναπόφευκτα, σε διαφορετική εικόνα στις βάσεις εισαγωγής.

Η εξέλιξη αυτή υπενθυμίζει κάτι που πολλές φορές οι υποψήφιοι δυσκολεύονται να αντιληφθούν κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας τους. Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι πρωτίστως ένας συγκριτικός διαγωνισμός. Στόχος δεν είναι η επίτευξη ενός συγκεκριμένου βαθμού, αλλά η συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσότερων μορίων σε σχέση με τους υπόλοιπους υποψηφίους, ώστε να διατηρηθούν όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές κατά τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού. Αυτή είναι η πραγματικότητα ενός συστήματος που εξακολουθεί να βασίζεται στον ανταγωνισμό μεταξύ των υποψηφίων.

Παράλληλα, εξακολουθούν να υπάρχουν ζητήματα που δύσκολα μπορούν να δικαιολογηθούν. Ένα από αυτά είναι η εξέταση υποψηφίων σε μαθήματα που δεν διδάσκονται στο δημόσιο σχολείο, όπως το Ελεύθερο και το Γραμμικό Σχέδιο. Είναι εύκολο να ασκείται κριτική στον ρόλο των φροντιστηρίων, ακόμη και από την ίδια την Πολιτεία. Όταν, όμως, δεν παρέχεται στους μαθητές η δυνατότητα να διδαχθούν στο σχολείο το μάθημα στο οποίο θα εξεταστούν για την εισαγωγή τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, η εξωσχολική προετοιμασία γίνεται ουσιαστικά μονόδρομος. Πρόκειται για μια αντίφαση που παραμένει άλυτη εδώ και χρόνια και αξίζει να αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη σοβαρότητα.

Αν όμως υπάρχει ένα συμπέρασμα που κρατώ περισσότερο από τη φετινή διαδικασία, αυτό είναι το μεγάλο έλλειμμα ενημέρωσης που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα σημαντικό ποσοστό υποψηφίων.

Κάθε χρόνο συναντώ μαθητές που καλούνται να συμπληρώσουν το μηχανογραφικό τους χωρίς να γνωρίζουν ουσιαστικά τις επιλογές που τους προσφέρει το επιστημονικό τους πεδίο ή ο τομέας σπουδών τους. Νέοι άνθρωποι που γνωρίζουν ελάχιστα για το πραγματικό αντικείμενο πολλών πανεπιστημιακών τμημάτων, για το πρόγραμμα σπουδών τους, για τις δεξιότητες που θα αποκτήσουν, για τις επαγγελματικές προοπτικές και τα επαγγελματικά δικαιώματα που αυτά συνεπάγονται. Και όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα ιδιαίτερα πιεστικό χρονικό πλαίσιο, όπου καλούνται να επιλέξουν το μέλλον τους έχοντας ελλιπή πληροφόρηση.

Ένα ακόμη στοιχείο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση τη φετινή χρονιά ήταν η σταδιακή απομάκρυνση πολλών υποψηφίων από παραδοσιακές επιστήμες, κυρίως από τμήματα που εξακολουθούν να συνδέονται στο μυαλό πολλών αποκλειστικά με το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Στην πραγματικότητα, αρκετοί νέοι εξακολουθούν να ταυτίζουν ένα πανεπιστημιακό τμήμα με τον τίτλο του, αγνοώντας τον σύγχρονο και έντονα διεπιστημονικό χαρακτήρα που έχουν πλέον πολλά προγράμματα σπουδών.

Ελάχιστοι γνωρίζουν, για παράδειγμα, ότι ένας φιλόλογος μπορεί να δραστηριοποιηθεί στην επεξεργασία γλώσσας και στην τεχνητή νοημοσύνη, ένας μαθηματικός στην επιστήμη δεδομένων και στα χρηματοοικονομικά, ένας γεωγράφος στη γεωπληροφορική και στη διαχείριση φυσικών καταστροφών ή ένας παιδαγωγός στον σχεδιασμό ψηφιακών εκπαιδευτικών εφαρμογών.

Την ίδια στιγμή, θεωρώ πως έχει έρθει η ώρα να ανοίξει ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος και για κάτι ακόμη: τον επαναπροσδιορισμό του ακαδημαϊκού χάρτη της χώρας και, κυρίως, τη διαρκή προσαρμογή των πανεπιστημιακών τμημάτων στις ανάγκες της κοινωνίας και της αγοράς εργασίας.

Ένα ζήτημα που εξακολουθεί να αξίζει μεγαλύτερης προσοχής είναι το Παράλληλο Μηχανογραφικό. Παρότι κάθε χρόνο το συμπληρώνει ένας σημαντικός αριθμός υποψηφίων, πέρυσι περισσότεροι από 20.000, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία. Αυτό αποτυπώνει τόσο την ελλιπή ενημέρωση όσο και τα στερεότυπα που εξακολουθούν να συνοδεύουν την επαγγελματική εκπαίδευση στη χώρα μας, παρά το γεγονός ότι πολλές ειδικότητες προσφέρουν σήμερα υψηλή απορρόφηση στην αγορά εργασίας και ιδιαίτερα ανταγωνιστικές αμοιβές. Την ίδια στιγμή, ολοένα και περισσότεροι υποψήφιοι επιλέγουν να διεκδικήσουν μια θέση στα δημόσια πανεπιστήμια της Κύπρου.

Σίγουρα άφησα έξω πολλούς ακόμη προβληματισμούς. Αν, όμως, η φετινή διαδικασία μου άφησε ένα βασικό συμπέρασμα, είναι ότι οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε πολύ πιο σοβαρά το ζήτημα των εκπαιδευτικών και επαγγελματικών επιλογών των νέων. Γιατί πίσω από κάθε μηχανογραφικό δεν υπάρχει απλώς μια σχολή, αλλά το ξεκίνημα μιας ολόκληρης διαδρομής.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή