Η νομική σκέψη επιγραμματικά
Snapshot
- Η νομική σκέψη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας βασίζεται στην αρχαία ελληνική αρχή της δίκαιης διαδικασίας για την επίλυση διαφορών, απορρίπτοντας την αυτοδικία και αντεκδίκηση.
- Η νομική σκέψη περιλαμβάνει τη θέσπιση, εφαρμογή και συστηματική θεώρηση του δικαίου, με ρόλους νομοθέτη, δικαστή και ακαδημαϊκού.
- Η δημοσιοποίηση σχεδίων νόμων με αιτιολογίες επιτρέπει την ενημέρωση και συμμετοχή των πολιτών στη νομοθετική διαδικασία, ενισχύοντας τη δημοκρατία.
- Οι δικηγόροι αναπτύσσουν νομική σκέψη συνδυάζοντας νομικά και πραγματικά στοιχεία για την εκπροσώπηση των εντολέων τους.
- Η εύρεση του δικαίου και η πραγματική απονομή δικαιοσύνης είναι ουσιώδεις, καθώς η τυπική μόνο διαδικασία υπονομεύει την απονομιμοποίηση των δικαστικών λειτουργών.
1. Ο σύγχρονος νομικός πολιτισμός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας εκκινεί επίσης από την κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού την αρχαία Ελλάδα. Πρόκειται για την στιγμή που ο Αναξίμανδρος συμπυκνώνει στην φράση «όντα διδόναι αλλήλοις δίκην». Η φράση αυτή σε απλουστευμένη εκδοχή σημαίνει ότι η ανθρώπινη πολιτική κοινωνία θεσμοθετεί τη δίκαιη διαδικασία, την οποία χαρακτηρίζει ως δίκη, με την οποία αποκηρύσσεται η αυτοδικία και η αντεκδίκηση. Στη δίκη επιλύεται η διαφορά στη βάση κανόνων δικαίου που προηγουμένως έχει θέσει ο νομοθέτης είτε είναι ο δήμος είτε είναι αισυμνήτης (Σόλωνας και Λυκούργος).
2. Στο διάβα των αιώνων που ακολούθησαν η νομική σκέψη επεξεργάσθηκε και καλλιεργήθηκε σε νομικές σχολές με τρόπο ώστε σήμερα αυτή έχει σαν αντικείμενο τη θέσπιση του δικαίου, την εφαρμογή του δικαίου και τη συστηματική θεώρηση αυτού. Πρόκειται για τις τρεις κύριες συνιστώσες της νομικής σκέψης που αντιστοιχούν στο νομοθέτη, το δικαστή – και τη διοίκηση – και την ακαδημαϊκή έρευνα και διδασκαλία. Είναι απολύτως σαφές ότι ο νομοθέτης σηματοδοτεί τη λειτουργία όλων των άλλων καθώς έχει να διαπιστώσει υφιστάμενες ελλείψεις στο ισχύον δίκαιο, να επεξεργαστεί τόσο το πρόβλημα όσο και την ανάγκη ρύθμισης προκειμένου να προβεί σε προτάσεις οι οποίες με τη μορφή σχεδίων νόμων έρχονται να θεραπεύσουν το πρόβλημα.
3. Πριν τη θέσπιση του νόμου απαιτείται η δημοσιοποίηση του σχεδίου με τις αιτιολογίες του ώστε κάθε ενδιαφερόμενος να έχει τη δυνατότητα ενημέρωσης και συγχρόνως έκφρασης των απόψεών του. Πρόκειται για δημοκρατική λειτουργία η οποία παρέχει στους απλούς πολίτες τη δυνατότητα παρέμβασης και υπόδειξης μιας εξίσου αποδεκτής πρότασης εκ μέρους τους. Τόσο ο νομοθέτης όπως και ο δικαστής και ο ακαδημαϊκός εκκινούν συνολικά από το δίκαιο διέρχονται της νομολογίας των δικαστηρίων αλλά – αν και όχι όλοι – συγκρίνουν με το προϊσχύσαν δίκαιο αλλά και εξετάζουν τις αντίστοιχες ρυθμίσεις των αλλοδαπών δικαίων. Η νοητική αυτή διεργασία αποσκοπεί στο μεν νομοθέτη να διαγνώσει το πρόβλημα και να επιλέξει την ορθότερη ρύθμιση, στο δικαστή να τάμει συγκεκριμένη διαφορά ενώ στον ακαδημαϊκό να προτείνει άλλες νομοθετικές επιλογές ή να διαμορφώσει άλλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Κατά συνέπεια το έργο του ακαδημαϊκού προσομοιάζει και με το έργο του νομοθέτη αλλά και με το έργο του δικαστή όταν ερμηνεύει το δίκαιο. Ο νομοθέτης και ο ακαδημαϊκός μπορούν να αντλήσουν στοιχεία από τα κοινωνικά δεδομένα, τις οικονομικές συνθήκες και ιδίως τις πολιτικές αντιλήψεις. Αντιθέτως, ο δικαστής δεν μπορεί να λάβει υπόψη του τέτοια γεγονότα διότι δεσμεύεται από το νόμο. Ο δικαστής όμως διαθέτει σχετικό διαπλαστικό περιθώριο εάν καλείται να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες.
4. Νομική σκέψη όμως αναπτύσσουν και οι δικηγόροι ως επαγγελματίες παραστάτες των συμφερόντων των εντολέων τους, αν και τους επιτρέπεται η ανάπτυξη κάθε μορφής επιχειρημάτων τόσο νομικών όσο και ουσιαστικών ώστε η δικηγορική σκέψη είναι μίξη νομικών και πραγματικών στοιχείων.
5. Τα ανωτέρω αποτελούν συμπεριφορές οι οποίες υπαγορεύονται πρωτίστως από το Σύνταγμα και δευτερογενώς από τους κώδικες δικονομίας, ωστόσο το ζητούμενο όλων είναι η εύρεση του δικαίου και η απονομή της δικαιοσύνης και τυπικά και κατ’ ουσίαν. Άλλως εάν θεραπεύεται μόνο ο τύπος η όλη διαδικασία κινδυνεύει να χαρακτηριστεί προσχηματική, δεδομένο το οποίο απονομιμοποιεί τους λειτουργούς της δικαιοσύνης εν συνόλω.