Άλλη μια σχολική χρονιά. Ίδιο σχολείο;
Και η αλλαγή αυτής της νοοτροπίας δεν μπορεί να ξεκινά από το τέλος της σχολικής διαδρομής. Πρέπει να ξεκινά από την αρχή της. Από την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.
Την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου, τα σχολεία ανοίγουν ξανά. Μαθητές και μαθήτριες όλων των βαθμίδων επιστρέφουν στις σχολικές αίθουσες για μία ακόμη σχολική χρονιά. Μία χρονιά που, παρά τις συζητήσεις, τις εξαγγελίες και τις αλλαγές που κατά καιρούς επιχειρούνται, κινδυνεύει να μοιάζει πολύ με τις προηγούμενες.
Γιατί όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες αλλαγές κι αν σχεδιάσουμε και όση προσπάθεια κι αν καταβάλλουμε, αν δεν αλλάξει η νοοτροπία μας απέναντι στην εκπαίδευση, απλώς η μία σχολική χρονιά θα διαδέχεται την άλλη.
Και η αλλαγή αυτής της νοοτροπίας δεν μπορεί να ξεκινά από το τέλος της σχολικής διαδρομής. Πρέπει να ξεκινά από την αρχή της. Από την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.
Εδώ και χρόνια, κάθε μεγάλη συζήτηση για την εκπαίδευση στην Ελλάδα μοιάζει να καταλήγει στο ίδιο σημείο: στον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές θα ολοκληρώνουν το σχολείο και θα εισάγονται στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Σήμερα συζητάμε για το Εθνικό Απολυτήριο. Πολιτεία, εκπαιδευτικοί φορείς, κόμματα και ειδικοί καταθέτουν προτάσεις για την αξιολόγηση, τις εξετάσεις και την πρόσβαση στα πανεπιστήμια.
Είναι μία συζήτηση σημαντική. Δεν είναι όμως ολόκληρη η συζήτηση για την εκπαίδευση.
Γιατί, όσο επικεντρωνόμαστε στο πώς θα τελειώνει το σχολείο, αφήνουμε σε δεύτερο πλάνο ένα πολύ πιο θεμελιώδες ερώτημα:
Τι σχολείο θέλουμε να προηγείται;
Τι συμβαίνει στα χρόνια πριν από τις Πανελλαδικές και το Εθνικό Απολυτήριο; Τι θέλουμε να έχει κερδίσει ένα παιδί στα έξι χρόνια του Δημοτικού; Τι ρόλο πρέπει να έχει το Γυμνάσιο στην ανακάλυψη των ενδιαφερόντων και των δυνατοτήτων του; Και τι πραγματικά πρέπει να προσφέρουν η Α΄ και η Β΄ Λυκείου, πέρα από την προετοιμασία για όσα θα ακολουθήσουν;
Γιατί η εκπαίδευση ενός παιδιού δεν ξεκινά στη Γ΄ Λυκείου.
Και κυρίως, δεν μπορεί ολόκληρη η σχολική του διαδρομή να σχεδιάζεται κοιτάζοντας από το τέλος προς την αρχή.
Αλλά πότε θα μιλήσουμε πραγματικά για το ίδιο το σχολείο;
Για το Δημοτικό, εκεί όπου δεν αποκτώνται απλώς οι πρώτες γνώσεις, αλλά διαμορφώνεται η σχέση του παιδιού με τη μάθηση, την προσπάθεια, τη συνεργασία και τη δημιουργικότητα. Για το Γυμνάσιο, όπου ο μαθητής αρχίζει να ανακαλύπτει περισσότερο τον εαυτό του, τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα και τις δυνατότητές του. Και για το Λύκειο, που δεν μπορεί να αποτελεί απλώς την τελική ευθεία προς τις Πανελλαδικές.
Ίσως, λοιπόν, πριν αποφασίσουμε ποιο Εθνικό Απολυτήριο θέλουμε, πρέπει να απαντήσουμε σε ένα πολύ πιο θεμελιώδες ερώτημα: τι σχολείο θέλουμε να προηγείται αυτού του απολυτηρίου;
Η αγάπη για το διάβασμα, τη γνώση και την ανακάλυψη είναι πολύ μεγαλύτερο κέρδος από έναν καλό βαθμό, έναν έπαινο ή ακόμη και από μία εξαιρετική επίδοση σε ένα αγαπημένο μάθημα.
Κι όμως, πολλές φορές από τις πρώτες κιόλας τάξεις μαθαίνουμε στα παιδιά να κυνηγούν το αποτέλεσμα. Τον βαθμό, το «μπράβο», τη σωστή απάντηση. Πολύ λιγότερο τα βοηθάμε να ανακαλύψουν τη χαρά του να μαθαίνουν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι εξετάσεις για τα Πρότυπα Σχολεία, οι «μικρές Πανελλαδικές», όπως συχνά τις αποκαλούμε. Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: έχουμε δημιουργήσει σχολεία που μπορούν να προσφέρουν πολλά στους μαθητές, αλλά για να φτάσουν σε αυτά τα παιδιά μπαίνουν από πολύ νωρίς στη λογική της εξέτασης και του ανταγωνισμού.
Ίσως, λοιπόν, αντί να εξετάζουμε όλο και περισσότερα παιδιά για λίγες θέσεις, θα έπρεπε να δημιουργούμε περισσότερα τέτοια σχολεία. Και σε βάθος χρόνου, να κάνουμε το επόμενο βήμα: όσα σήμερα θεωρούμε «πρότυπα» να γίνουν σταδιακά χαρακτηριστικά ολόκληρης της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Μιλάμε διαρκώς για το «σχολείο του 2030»: σύγχρονο, ψηφιακό, ανοιχτό στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στις ανάγκες μιας αγοράς εργασίας που αλλάζει συνεχώς. Σε αυτόν τον κόσμο, όμως, το σημαντικότερο εφόδιο για ένα παιδί ίσως δεν είναι μόνο όσα γνωρίζει σήμερα, αλλά να ξέρει πώς να μαθαίνει και, κυρίως, να θέλει να συνεχίζει να μαθαίνει.
Αυτή η σχέση με τη μάθηση, όμως, χτίζεται πολύ νωρίς. Στις πρώτες τάξεις. Όταν το παιδί ρωτά επειδή θέλει πραγματικά να μάθει. Όταν ανοίγει ένα βιβλίο από περιέργεια και όχι επειδή την επόμενη ημέρα γράφει διαγώνισμα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι το λάθος δεν είναι αποτυχία αλλά μέρος της προσπάθειας. Όταν η γνώση συνδέεται με την ανακάλυψη και όχι αποκλειστικά με την αξιολόγηση.
Αν λοιπόν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για το σχολείο του 2030, ίσως πρέπει πρώτα να ξαναμιλήσουμε για το Δημοτικό του 2030.
Για ένα Δημοτικό που θα δώσει στα παιδιά τις απαραίτητες γνώσεις, αλλά θα κάνει και κάτι ακόμη σημαντικότερο: θα καλλιεργήσει την περιέργεια, την αυτοπεποίθηση, τη δημιουργικότητα και, πάνω απ’ όλα, τη διάθεση να συνεχίσουν να μαθαίνουν.
Και αν αυτή η βάση έχει δημιουργηθεί, τότε μπορούμε να δούμε με διαφορετικό τρόπο και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Το Γυμνάσιο μπορεί να γίνει ο χώρος της διερεύνησης. Ένα σχολείο στο οποίο ο μαθητής θα έρχεται σε επαφή με διαφορετικά γνωστικά πεδία, τις επιστήμες, την τεχνολογία, τον πολιτισμό και τη δημιουργία, ώστε σταδιακά να αναγνωρίζει τι τον ενδιαφέρει, τι τον κινητοποιεί και πού βρίσκονται οι ιδιαίτερες δυνατότητές του.
Και το Λύκειο μπορεί να είναι το επόμενο βήμα: ένα σχολείο περισσότερο προσανατολισμένο στις επιλογές, στις κλίσεις και στα ενδιαφέροντα του κάθε μαθητή. Με σύγχρονα προγράμματα σπουδών, έναν απαραίτητο κοινό κορμό γνώσεων, αλλά και πραγματικές δυνατότητες επιλογής και εμβάθυνσης. Ένα Λύκειο με δική του εκπαιδευτική ταυτότητα και όχι απλώς έναν τριετή προθάλαμο των Πανελλαδικών.
Να αγαπήσει τη μάθηση στο Δημοτικό. Να ανακαλύψει τον εαυτό του στο Γυμνάσιο. Να μετατρέψει τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά του σε συνειδητές επιλογές στο Λύκειο.
Αυτή είναι η εκπαιδευτική διαδρομή που αξίζει να συζητήσουμε πριν από οποιοδήποτε νέο εξεταστικό σύστημα.
Και τότε το Εθνικό Απολυτήριο μπορεί πράγματι να αποκτήσει ουσιαστικό νόημα. Όχι ως ακόμη μία αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο θα εξετάσουμε τα παιδιά στο τέλος, αλλά ως η ολοκλήρωση μιας σχολικής διαδρομής που γνωρίζουμε γιατί ξεκινά, τι θέλει να καλλιεργήσει και πού θέλει να οδηγήσει.
Γιατί το πραγματικό στοίχημα της εκπαίδευσης δεν είναι να προετοιμάσουμε ένα παιδί για την επόμενη εξέταση. Είναι να το προετοιμάσουμε για έναν κόσμο στον οποίο θα χρειάζεται να μαθαίνει, να επιλέγει, να εξελίσσεται και να προσαρμόζεται σε ολόκληρη τη ζωή του.
Διαφορετικά, κάθε Σεπτέμβριο θα ανοίγουμε ξανά τις σχολικές πόρτες, θα μιλάμε για την επόμενη μεγάλη μεταρρύθμιση και θα περιμένουμε την αλλαγή που δεν έρχεται.
Και η μία σχολική χρονιά θα συνεχίζει απλώς να διαδέχεται την άλλη.