Κολυδάς: Γιατί πλημμύρισε ξανά η Γλυφάδα - Τι έδειξε η καταστροφή του 1993
Οι χθεσινές πλημμύρες στη Γλυφάδα ξύπνησαν μνήμες από την κακοκαιρία του 1993
Η Γλυφάδα έχει βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με πλημμυρικά φαινόμενα σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων, με το ρέμα της Ευρυάλης και τις παρεμβάσεις στη φυσική του κοίτη να παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Όπως εξηγεί ο Θεόδωρος Κολυδάς, με ανάρτηση του στο Facebook, το ρέμα της Ευρυάλης, με πηγές στις πλαγιές του Υμηττού και εκβολή στον Άγιο Κοσμά, αποτέλεσε ιστορικά φυσικό όριο μεταξύ Γλυφάδας και Ελληνικού. Από τον 19ο αιώνα, όπως αποτυπώνεται στους χάρτες του Kaupert, διέθετε περισσότερους από έναν κλάδους και ανοιχτή φυσική κοίτη, η οποία διέσχιζε έναν κυρίως φυσικό χώρο με αμμοθίνες και αλυκές στην παραλιακή ζώνη.
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, και ιδιαίτερα με την έντονη πολεοδομική ανάπτυξη, το ρέμα υπέστη εκτεταμένες παρεμβάσεις.
Η φυσική του κοίτη κατατμήθηκε, μετατοπίστηκε και σε μεγάλο βαθμό υπογειοποιήθηκε, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οδικά έργα, επεκτάσεις οικισμών και υποδομές του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού. Σήμερα, μόνο ένα μικρό τμήμα του παραμένει ανοιχτό, κυρίως μεταξύ της λεωφόρου Βουλιαγμένης και της οδού Περγάμου.
Η ψηφιοποίηση των ιστορικών χαρτών και η σύγκρισή τους με σύγχρονες αεροφωτογραφίες αναδεικνύουν τη ρήξη ανάμεσα στη φυσική, ιστορική διαδρομή του ρέματος και τη σημερινή αστική πραγματικότητα, τεκμηριώνοντας τις συνέπειες των παρεμβάσεων στον υδρολογικό και πολεοδομικό ιστό της περιοχής.
Όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται: Η πλημμύρα του 1993
Στις 21 Νοεμβρίου 1993, ισχυρή νεροποντή μεγάλης διάρκειας έπληξε τα νότια προάστια της Αττικής, με επίκεντρο τη Βάρη, τη Βούλα και τη Γλυφάδα. Σε διάστημα περίπου πέντε έως επτά ωρών καταγράφηκε βροχόπτωση που έφτασε συνολικά τα 64 χιλιοστά.
Τα ορμητικά νερά προκάλεσαν εκτεταμένες πλημμύρες σε σπίτια, καταστήματα και υπόγεια, με κατοίκους να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν προσωρινά τις κατοικίες τους. Εκατοντάδες ακίνητα πλημμύρισαν, αυτοκίνητα παρασύρθηκαν, ενώ δρόμοι καλύφθηκαν από νερό που έφτασε ακόμη και το ένα μέτρο, προκαλώντας πολύωρες διακοπές στην κυκλοφορία. Περίπου 2.000 κάτοικοι χαρακτηρίστηκαν πλημμυροπαθείς, με μαρτυρίες να κάνουν λόγο για σπίτια που πλημμύρισαν μέχρι τον πρώτο όροφο.
Στη Βάρη, μετά τα γεγονότα του 1993, ακολούθησαν ανοίγματα ρεμάτων και σημαντικά έργα αποχέτευσης ομβρίων στην παραλιακή ζώνη. Σύμφωνα με τις αναφορές, από τότε η περιοχή δεν αντιμετώπισε ανάλογες καταστροφές, σε αντίθεση με τη Βούλα και τη Γλυφάδα, όπου τα προβλήματα συνέχισαν να εμφανίζονται.
Η Αττική έχει δοκιμαστεί ξανά από έντονες βροχοπτώσεις. Αυτό που διαφοροποιεί το σήμερα από το χθες δεν είναι τόσο το ίδιο το ύψος της βροχής, όσο η αυξημένη τρωτότητα του χώρου.
Η εκτεταμένη αστικοποίηση, η κάλυψη ρεμάτων, η σφράγιση των επιφανειών και η πίεση στις φυσικές λεκάνες απορροής μετατρέπουν ακόμη και γνώριμα μετεωρολογικά φαινόμενα σε σοβαρό κίνδυνο.
Η ιστορική καταγραφή των υψηλών τιμών υετού λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι ο καιρός στην Αττική ήταν πάντοτε ικανός για ακραίες εκδηλώσεις. Το ζητούμενο δεν είναι η εντύπωση από τα νούμερα, αλλά η κατανόησή τους στο σωστό πλαίσιο και ο σχεδιασμός με βάση αυτά, καθώς τα έντονα επεισόδια θα συνεχίσουν να εμφανίζονται.